Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

"ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΟΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥΝΤΑΙ - ΠΩΣ ΘΑ ΑΝΑΒΩ ΤΟ ΚΕΡΙ Η ΘΑ ΔΙΝΩ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΧΡΗΜΑ;" (ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ)


ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΕΟΥΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΩΚΟΥΝ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟ !!!

Μᾶς προανήγγειλαν πὼς ἄθεοι εἶναι· δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, δὲν πιστεύουν στὴν ἁγία Τριάδα, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Παναγία, δὲν δέχονται τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ἁγίους. Αὐτὸ τὸ τήρησαν ἐπακριβῶς. Καὶ τὸ τηροῦν ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας. Ὅ,τι μυρίζει λιβάνι καὶ κερί, προμελετημένα τὸ μάχονται. Μάχονται τὴν Ἐκκλησία καὶ προσπαθοῦν αὐτὸν τὸν «μπελὰ» νὰ τὸν διώξουν ἀπὸ τὸν δρόμο τους. Μάχονται λυσσαλέα νὰ μὴν ὑπάρχη σταυρός, νὰ μὴ χτυποῦν καμπάνες, νὰ μὴν ἀνάβη καντήλι. Τὶς ἐρημιὲς καὶ τ᾽ ἀκρογιάλια νὰ μὴ τὰ στολίζουν ἐκκλησιδάκια, ἀλλὰ μπαράκια καὶ καφετέριες. Καὶ τὸ ράσο, τὸ φλάμπουρο τῆς πίστης καὶ τοῦ Γένους, νὰ μὴν ἀνεμίζη στοὺς δρόμους. Ἀφήνουν τὰ χωριά μας χωρὶς παπᾶ, γιατὶ δὲν φτάνουν τὰ λεφτά! Τί νὰ θέλουν τὰ γεροντάκια, οἱ ἀπόμαχοι τῆς ζωῆς; Δάσκαλο καὶ πρόεδρο; Παπᾶ γυρεύουν, λειτουργιὰ ν᾽ ἀκούσουν, καμπάνα νὰ χτυπήση.
Εἶναι φοβερὸ πρᾶγμα νὰ ζῆς σ᾽ ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς μηδὲ ψάλτη μηδὲ παπᾶ. Γιὰ ὅλα ἔχουν χρήματα. Γιὰ νὰ βοηθήσουν ἕνα παπᾶ νὰ μείνη στὸ φτωχὸ χωριό, ἔχουν ἀνεπάρκεια, ἔχουν δυστυχία. Τοὺς τρώει ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ κακομοιριά.
Βρέθηκα παραμονὲς ἑορτῶν στὸν νομάρχη τοῦ Καρπενησίου. Οἱ πρόεδροι, πού, δόξα τῷ Θεῷ, ὑπῆρχαν ἀκόμη τότε στὰ ὀρεινὰ χωριά, κατέβηκαν στὸν νομάρχη νὰ ζητήσουν παπᾶ.
– Δὲν θέλετε –τοὺς λέγει– δάσκαλο;
– Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ δάσκαλος τὰ ξέρουμε. Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ παπᾶς ζητοῦμε καὶ ἀναζητοῦμε στὰ χωριά μας. Ἡ παρουσία τοῦ παπᾶ στὸ ἐρημωμένο χωριό μας εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ἡ παραμυθία μας, εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ρωτᾶνε «Τί λὲς κι ἐσύ, παπᾶ;»
Τόσο ἀφορεσμὸς ἔπεσε στὸ ἑλληνικὸ κράτος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώση ἕνα μικρὸ μισθὸ στὸν ἐφημέριο; Θὰ γυρίσουμε πίσω στὰ χρόνια τοῦ μεσοπολέμου κι ἀκόμα πιὸ πέρα καὶ θὰ κάνουμε τὸν παπᾶ στὸ χωριὸ καὶ ράφτη καὶ παπουτσῆ καὶ σαμαρᾶ καὶ πεταλωτή, γιὰ νὰ συντηρήση τὴν οἰκογένειά του; Τί μᾶς ἔμελλε νὰ πάθουμε καὶ ἀκόμα δυστυχῶς δὲν τὸ ἐννοήσαμε. Δὲν πίστεψε ὁ λαὸς ὅτι οἱ ἄρχοντες εἶναι ἄθεοι. Νόμισαν ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγαν ἦταν λουκουμόσκονη, ποὺ θὰ τὴν φυσήξουν καὶ θὰ τὴν πάρη ὁ ἄνεμος. Δυστυχῶς, καίτοι μᾶς τὸ διαβεβαίωσαν ὅτι Θεὸ δὲν πιστεύουν, δύο φορὲς τοὺς ψηφίσαμε.
Τί στρίβεις, παπποῦ, τὸ μουστάκι σου στὸ καφενεῖο καὶ βρίζεις τοὺς Συριζαίους; Ἐσὺ δὲν τοὺς ψήφισες; Τί βαστᾶς, γιαγιά, τὸ ροῒ ἀδειανὸ καὶ δὲν ἔχεις λάδι ν᾽ ἀνάψης τὸ καντήλι καὶ καταριέσαι τοὺς Συριζαίους; Γιατί, νέε μου, ὅταν σὲ ρωτῶ «Τί δουλειὰ κάνεις;», μὲ διπλωμένη γλῶσσα μοῦ λές «Ἄνεργος»; Ὡραία λέξη, ἐλπιδοφόρα γιὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδας μας.
– Εἶσαι παντρεμένος;
– Ὄχι· συζῶ μὲ μιὰ κοπέλα.
– Γιατί δὲν παντρεύεσαι;
– Δὲν ἔχω δουλειά.
Γιὰ τὴν ἁμαρτία ὅλα οἰκονομοῦνται! Ἐσὺ παλιὰ ξήλωνες τὰ πεζοδρόμια, ἂν κάτι ψήφιζε ἡ κυβέρνηση ποὺ ἦταν ἀσύμφορο γιὰ τὴν ζωή σου. Τώρα ποὺ βλέπεις τὸν Χριστὸ νὰ χλευάζεται, νὰ μαστιγώνεται, νὰ σταυρώνεται, σιωπᾶς; Ἐμπαίκτης τοῦ Χριστοῦ γίνεσαι κι ἐσὺ μαζὶ μὲ τοὺς κυβερνῶντες. Ψηφίζουν νόμους ποὺ βλασφημοῦν τὴν φύση, ποὺ ἀρνοῦνται τὸ κατὰ φύσιν καὶ δέχονται τὸ παρὰ φύσιν, κι ἐσὺ ρέγχεις καὶ δὲν φοβᾶσαι τὸ μέλλον σου. Γιὰ κρίση καὶ ἀνταπόδοση πῶς νὰ μιλήσουμε; Πῶς νὰ φθάση στ᾽ αὐτιά σου αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐσχάτη ἡμέρα, ἐν ᾗ ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ;
Παλιὰ ἔδιναν βοήθημα στὶς πολύτεκνες γυναῖκες. Τώρα βοηθοῦν τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν ἄνδρες καὶ ἔχουν παιδιά.
«Σκοντάψαμε» λένε οἱ παλιακοὶ ἄνθρωποι. Γιὰ νὰ δοῦμε, θὰ τὰ καταφέρετε νὰ σηκωθῆτε; Λέγαν οἱ παλιοὶ στὸ χωριό μου: «Δὲν φτάνει ποὺ δὲν βλέπουμε, μᾶς λένε καὶ τύφλα». Ἀνέτοιμη ἡ Ἐκκλησία, ὅπως πάντοτε, νὰ ἀντιμετωπίση τὸ σφυροδρέπανο τῶν Συριζαίων.
Εἴδαμε ἀκόμη καὶ τὴν πολιτική τους εἰλικρίνεια. Ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψουν τὰ εὐρωπαϊκὰ μνημόνια. Ὄχι μόνον τὰ ὑπέγραψαν, ἀλλὰ καὶ πόσα ἄλλα κακὰ καὶ καταστρεπτικὰ καὶ ἀνήκουστα ἐπραγμάτωσαν καὶ τῷ ὄντι, ἀδελφοί μου, ἀσέλγησαν ἐπάνω σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο. Λὲς καὶ ἀνέλαβαν νὰ σκορπίσουν τὴν φτώχεια, τὸ ἀδιέξοδο τῆς ζωῆς. Μόνον τὸ «πάρε» ξέρουνε πολὺ καλά· τὸ «δῶσε» ποτέ.
Ἐγὼ τὸν κόπο μου τὸν θέλω στὴν τσέπη μου καὶ θέλω νὰ τὸν διαθέσω ὅπου ἐγὼ βούλομαι. Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ ἀνάβω τὸ κερὶ στὴν ἐκκλησία; Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ δίνω ἐλεημοσύνη; Τόσο ἀνέντιμος εἶμαι γιὰ τοὺς κρατοῦντες καὶ τόσο ἐπιζήμιος γιὰ τὸ κράτος; Καλύτερα νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ζῶ. Μαῦρα χρήματα εἶναι μόνον αὐτὰ ποὺ κλέβονται ἀπὸ τὸ δημόσιο. Ἐκεῖνα ποὺ βγαίνουν μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου εἶναι ὑπὲρ τὸ χιόνι λευκότερα καὶ καθαρώτερα. Οἱ μισθοὶ εἶναι χρήματα ποὺ τὰ ἔχει κρατήσει τὸ κράτος, καὶ τὰ ἀσφάλισαν οἱ ἄνθρωποι στοῦ κράτους τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη, γιὰ νὰ ἔχουνε σήμερα νὰ φᾶνε καθάριο ψωμί.
Φοβᾶστε νὰ μιλήσετε; Τὴν ταφή σας γιορτάζουνε καὶ πανηγυρίζουν κάθε μέρα. Στὸν τάφο σας στήνουν χορὸ καὶ τρῶνε καὶ πίνουν καὶ τραγουδᾶνε: «Τοὺς πατάξαμε, τοὺς ἀφανίσαμε, τοὺς ἁρμέξαμε». Ἁρμεκτήρια ἠλεκτρονικὰ στήθηκαν παντοῦ. Γιὰ ἀγελάδια βρὲ μᾶς περάσατε;
Εἶδα ἀνθρώπους στὸν δρόμο ἐντελῶς ἀνυποψίαστα να ἀνοίγουν τοὺς κάδους τῶν σκουπιδιῶν νὰ πάρουν κάτι νὰ φᾶνε. Τρομερό, τρομερό, ἀβάσταχτο, ἀπίστευτο! Μὰ πρὸ καιροῦ εἶχε μαγαζὶ στὴν ὁδὸ Παπατρέχα καὶ σήμερα περιμένει νὰ σιτιστῆ ἀπὸ τοὺς σκουπιδοτενεκέδες; Ζοῦμε τὶς μεγαλύτερες ἀντιθέσεις. Τοῦ Ἕλληνα γιὰ τὸ κάτι τι τοῦ παίρνουν τὸ σπίτι καὶ μὲ χρήματα τῆς χιλιοκαταραμένης εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης νοικιάζουν σπίτια στοὺς τάχατες πρόσφυγες. Πῶς θὰ βοηθήσουμε τὴν προσφυγιά; Νὰ τοὺς βοηθήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ παραμείνουν στὸν τόπο τους, ἐκεῖ ποὺ τοὺς φύτεψε ὀ Θεός, νὰ μείνουν στὸ σπίτι τους, στὸ χωράφι τους, στὴν δουλειά τους.
Γιατί, μεγάλε, ξερριζώνεις τοὺς λαοὺς καὶ μετὰ τάχατες τοὺς περιθάλπεις;
Κάτω κάθε ἠθικὴ ἀξία, κάθε σύμβολο τῆς πίστεως, κάθε σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους καὶ κάθε ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ὄχι ἥρωες, ὄχι ἐθνικὲς ἑορτές. Ὅλα αὐτὰ δίδονται στὰ παιδιὰ διεστραμμένα καὶ εὐώνυμα. Ἀπάνω τὸ ψέμα, ἡ εἰρωνία καὶ ἡ τρομοκρατία. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξε δημοκρατία στὸν κόσμο. Πάντα τυραννία, δουλεία, μαύρη σκλαβιά. Μέχρι δώδεκα χρονῶ δὲν ἤξερα ὅτι τὸ σπίτι ἔχει κλειδί. Πίστευα ὅτι τὸ κλειδὶ εἶναι στὰ μαγαζιά· στὸ σπίτι πατᾶς τὴν πετούγια καὶ ἀνοίγει ἡ πόρτα. Τώρα, μπαρώσατε τὶς ἐκκλησιές, μπαρώσατε τὰ σπίτια σας, περάστε περάτη στὴν πόρτα σας. Οἱ ληστοπεράτες εἶναι μπροστὰ ἀπὸ κάθε πόρτα. Ἔχουν πολλὰ ὀνόματα. Προσέχετε σὲ ποιὸν ἀνοίγετε. Ἔλεγαν οἱ παλιοί: «Μέρες θὰ περπατᾶς, γιὰ νὰ βρῆς ἕνα χριστιανό». Καὶ ἦρθε αὐτὴ ἡ μαύρη ὥρα, ποὺ νὰ μὴν ἐρχότανε ποτέ. Φώναζαν οἱ παλιοὶ στοὺς τόπους τῆς συγκέντρωσης: «Χριστιανοί, χριστιανοί» καὶ γύριζαν ὅλοι τὸ κεφάλι. ΤώΑρα… κανείς. Ὅλοι τὸ σκύβουν νὰ μὴ φανοῦν χριστιανοί.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Γένους, τοῦ Ἔθνους μας καὶ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Καὶ ἀπέλασον τοὺς ἀπίστους μακράν, ἐκεῖ ποὺ δὲν κατοικεῖ ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἐπισκοπεῖ οὔτε ὁ Θεός. Ἀμήν.
πηγη
+++

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

«Ιδίω καμάτω»



«ΙΔΙΩ ΚΑΜΑΤΩ»: Δυο λέξεις χτίζουν μια ζωή!
Σάββας Ηλιάδης, δάσκαλος
Δυο λέξεις, γραμμένες στην αρχαία ελληνική, που καταρχάς, από μόνες τους, φαίνονται ακατανόητες. Αυτές οι λέξεις όμως βοήθησαν, ώστε να ακολουθήσει ένας έφηβος στη ζωή του το δρόμο της φιλοπονίας και της εργατικότητας. Του έδωσαν την πρώτη ισχυρή ώθηση, για να διδαχθεί στη συνέχεια πως ο ιερός κόπος είναι πάντα ευλογημένος.
Πως δεν μπορεί κανένας, όσο επιδέξιος κι αν είναι, να «αρπάξει τα γεννήματα του κόπου αυτού». Πως, όσο κι αν ενεργεί το πονηρό και το άδικο σ’ αυτόν τον κόσμο, το δίκιο θα βγαίνει πάντα νικητής. Και δεν μετανόησε, που εργάστηκε έτσι σ’ όλη του τη ζωή.
Ιδού η προσωπική ιστορία, την οποία μου διηγήθηκε ο φίλος μου Φιλάρετος:
«Θυμάμαι, έλεγε, ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Τα καλοκαίρια, όπως ξέρεις, τα παιδιά της εποχής εκείνης, δεκαετία ’60-’70 και οι παλιότεροι, δεν κάναμε διακοπές. Όσοι ήμασταν από χωριά, φεύγαμε από την πόλη και πηγαίναμε, για να βοηθήσουμε τους γονείς μας στις δουλειές τους. Δουλειές δύσκολες τις περισσότερες φορές για παιδιά. Γι` αυτό και παρακαλούσαμε να μην τελειώσουν τα μαθήματα. Ξέραμε τι μας περίμενε. Οι γονείς μας μας έβαζαν στη δουλειά από το δημοτικό ακόμη.


Θυμάσαι που, όταν ερχόταν ο Ιούνιος και ο δάσκαλος ετοιμαζόταν για τις «γυμναστικές επιδείξεις», οι γονείς μας του χαλούσαν τα σχέδια, διότι δε μας έστελναν στο σχολείο. Μας παίρνανε μαζί τους στα χωράφια, για να φυτέψουμε καπνό και να φροντίσουμε τους κήπους και τα ζωντανά μας. Τι να έκαναν οι άνθρωποι; Μας πονούσαν, μας λυπόνταν, αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Μας έβαζαν στο χωράφι, στο στάβλο, στην οικοδομή, στο αγώγι, οπουδήποτε, για να τους βοηθήσουμε, ώστε να προλάβουν να τελειώσουν στον κατάλληλο καιρό, για να έχουν όσο το δυνατό λιγότερες «απώλειες».
Η δική μου οικογένεια, συνέχισε, εξαιτίας κάποιων συγκυριών, μετακόμισε στην πόλη και δεν φεύγαμε από εκεί. Ο πατέρας μου φρόντιζε, ώστε τα καλοκαίρια να μη μένω άπραγος. Δούλευα άλλοτε σε συνεργείο οικοδόμων, άλλοτε εργάτης σε κατασκηνώσεις, άλλοτε σε εργοστάσιο επεξεργασίας φρούτων, οπουδήποτε. Θυμάσαι. Αρχίζαμε τη δουλειά την πρώτη μέρα των διακοπών και σταματούσαμε την προηγούμενη της έναρξης των μαθημάτων. Αυτές ήταν οι διακοπές μας!
Το ξέρεις, ήταν πολύ οδυνηρό για μας, αλλά καταλαβαίναμε, πως δεν γινόταν αλλιώς. Και δεν πέρασε από το νου μας ποτέ η σκέψη της ανυπακοής, της άρνησης για συμμετοχή σ’ αυτό το «μαρτύριο». Έπρεπε να συνδράμουμε στον βιοπορισμό της οικογένειας. Βέβαια, σαν παιδιά, ξεχνιόμασταν και ξεφεύγαμε πολλές φορές από τη δουλειά. Πιανόμασταν στο παιχνίδι μέχρι το βράδυ, αλλά όταν γυρίζαμε στο σπίτι, απολαμβάναμε τις συνέπειες της «λιποταξίας» μας.
Τα χρήματα που έπαιρνα από τη δουλειά, συνέχισε, τα κατέθετα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Κατά τη συμβουλή του πατέρα μου, θα μπορούσα κι εγώ να έχω το βιβλιάριό μου και να βλέπω πόσα χρήματα μάζεψα με δικό μου κόπο.
Εκείνο το καλοκαίρι, είχα τελειώσει την τρίτη γυμνασίου. Ξεκίνησα αμέσως τη δουλειά. Πληρώθηκα τα πρώτα μεροκάματα στο τέλος της εβδομάδας και έτρεξα να ανοίξω βιβλιάριο. Πήγα πετώντας, μπορώ να πω. Στάθηκα μπροστά στον υπάλληλο και του είπα τι ήθελα. Με κοίταξε αδιάφορα και άρχισε να με ρωτάει «τα στοιχεία μου». Τα είχα μέσα στο μυαλό μου όλα τακτοποιημένα με σειρά. Ήμουν πεσμένος, θυμάμαι, ολόκληρος πάνω στη θυρίδα του. Σ` ό,τι με ρωτούσε, του απαντούσα αμέσως. Του έκανε εντύπωση η ετοιμότητα που είχα και η προσοχή με την οποία παρακολουθούσα τις διατυπώσεις. Τελειώσαμε γρήγορα!
Κράτησα το βιβλιάριο στα χέρια μου σφιχτά και έφυγα τρέχοντας. Ένοιωθα πως κρατούσα τον πιο μεγάλο θησαυρό του κόσμου. Τίποτε άλλο δεν είχε αξία εκείνη την ώρα μπροστά στα δικά μου μάτια. Ήθελα να το απολαύσω, να «το χορτάσω» μόνος, σε κάποιο ήσυχο μέρος, χωρίς να με βλέπει κανείς. Πήγα πίσω από έναν μεγάλο θάμνο του κήπου της πλατείας και το άνοιξα στην πρώτη σελίδα. Το βλέμμα μου έπεσε κατευθείαν στο πάνω μέρος. Εκεί, στο περιθώριο, ήταν τυπωμένες με κεφαλαία σφραγιδογράμματα δυο λέξεις: «ΙΔΙΩ ΚΑΜΑΤΩ». Δεν αιφνιδιάστηκα. Ήμουν καλός στα αρχαία ελληνικά και κατάλαβα αμέσως. Ήταν πτώση δοτική: «Με δικό του κόπο». Αναρρίγησα! Στάθηκα και το κοίταζα αμήχανος. Δεν καταλάβαινα αν ήταν αληθινό αυτό που ζούσα ή αν ήταν όνειρο;
Πιο κάτω ήταν γραμμένο το όνομά μου και τα λοιπά στοιχεία μου. Επιβεβαίωνε δηλαδή επίσημα το ίδιο το γραφείο, η ίδια η υπηρεσία, πως τα χρήματα ήταν βγαλμένα με το δικό μου κόπο. Μου αναγνώριζε την ιδιοκτησία. Μου έδινε το δικαίωμα να νοιώθω και να λέω πως είναι δικά μου. Είχα το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής για τη χρήση τους. Δεν ξέρω αν μπορώ να περιγράψω πώς βίωσα όλη αυτήν την κατάσταση, αλλά και δεν μπορώ να εξηγήσω, πώς σημάδεψε εκείνη η στιγμή όλη την πορεία της ζωής μου.
ΜΕ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΟΠΟ! Δικός μου κόπος, δικός μου ιδρώτας! Δικός μου αγώνας! Δική μου δημιουργία! Δικές μου δυνάμεις! Δικές μου αγωνίες και λαχτάρες! Δικές μου στερήσεις και ταπεινώσεις! Δική μου υπομονή! σκεφτόμουν. Ένοιωσα κάποια στιγμή να με πληγώνουν οι σκέψεις αυτές! Ήταν πολύ εγωιστικές. Ναι, ήταν εγωιστικές. Αλλά παράλληλα ένοιωθα να με σπρώχνει μέσα μου μια ισχυρή, αόρατη δύναμη, να με σηκώνει ψηλά και να με κάνει να πιστεύω πρώτη φορά, με βεβαιότητα, πως και εγώ είμαι ικανός, πως μπορώ να κάνω κάτι σημαντικό στη ζωή μου.
Πόση δύναμη είχαν οι δυο μικρές λέξεις. Πόσο αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση μου πρόσφεραν! Και πώς μπόρεσα στη συνέχεια να τα εμπεδώσω και να πορευτώ αγκαλιά μ’ αυτά στη ζωή μου, παραμένει ένα μυστήριο!
Διότι έτσι, με τον ίδιο τρόπο συνέχισα σταθερά τη δουλειά και τη διαχείριση στις οικονομίες μου. Και φυσικά, στην μετέπειτα ζωή μου, όταν έκανα οικογένεια και ασχολήθηκα με τη δική μου δουλειά, είχα πάντοτε κρατημένη μέσα μου αυτήν την ανάμνηση, που με στήριζε στις δύσκολες ώρες και μου ανανέωνε τις ελπίδες και τις αποφάσεις να συνεχίζω».
Εδώ σταμάτησε τη διήγηση. Έσκυψε το κεφάλι και σιγοψιθύρισε συγκινημένος: «Η ζωή είναι ένα μυστήριο! Πράγματα και γεγονότα, που συμβαίνουν στον καθένα μας, μπορεί να περνούν απαρατήρητα για τον κόσμο. Όταν όμως συμβαίνουν στη ζωή ενός νέου ανθρώπου, ενός εφήβου μάλιστα, αυτά τα «ασήμαντα», μπορούν να μιλήσουν στην ευαίσθητη καρδιά με το δικό τους τρόπο και να αφήσουν το ξεχωριστό μήνυμά τους, την ανεξίτηλη σφραγίδα τους, ίσως ακόμη και μέχρι το τέλος της ζωής. Αυτό έπαθα κι εγώ».
Τι να πούμε για τη σημερινή κατάσταση; Πεθαίνει ζωντανή η νεολαία μας κι εμείς κολλημένοι στον ποδόγυρο των Ευρωπαίων «φίλων», ασχολούμαστε με καταμετρήσεις αριθμών και συγκρίσεις μεγεθών. Με ατέλειωτες μηχανιστικές, τεχνητές, μηδενιστικές θεωρίες και πράξεις. Με νεκρά και άψυχα πράγματα! Και καθυστερούμε και αναβάλλουμε το «εγερτήριο». Και μένουν άνεργοι οι νέοι, λες και κάποια αόρατη δύναμη κατάπιε τις πηγές της εργασίας. Αλλά και αν και όταν εργάζονται, απαξιώνεται ο κόπος τους με απολαβές ταπεινωτικές και προφάσεις γελοίες. Είναι τρέλα αυτό.
Χωρίς εργασία ο άνθρωπος είναι νεκρός! Η εργασία είναι πρόδρομος της αρετής, μας λένε οι πρόγονοί μας: «Μπροστά από την αρετή οι αθάνατοι θεοί έβαλαν τον ιδρώτα», έλεγε ο αρχαίος Έλληνας ποιητής Ησίοδος τον 7ο αιών π.Χ. Εμείς τι κάνουμε;
Νοοτροπίες ξένες προς την παράδοσή μας, δανεισμένες αλλούθε, μας οδήγησαν εδώ και συνεχίζουμε να επιμένουμε στην πορεία για την πλήρη καταστροφή! Ο Θεός να μας ελεήσει!
Κιλκίς, 9-3-2017

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου: Ερμηνεία στον Ψαλμό ΠΕ' (85)



Αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου: Ερμηνεία στον Ψαλμό ΠΕ' (85)
Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου
 
Ερμηνεία στον Ψαλμό ΠΕ' (85)
 
Προσευχή του Δαβίδ.
 
ΚΛΙΝΟΝ, Κύριε, τὸ οὖς σου καὶ ἐπάκουσόν μου, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ. 2 φύλαξον τὴν ψυχήν μου, ὅτι ὅσιός εἰμι· σῶσον τὸν δοῦλόν σου, ὁ Θεός μου, τὸν ἐλπίζοντα ἐπὶ σέ. 3 ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κεκράξομαι ὅλην τὴν ἡμέραν. 4 εὔφρανον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου, ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου. 5 ὅτι σύ, Κύριε, χρηστὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ πολυέλεος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις σε. 6 ἐνώτισαι, Κύριε, τὴν προσευχήν μου καὶ πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου. 7 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου ἐκέκραξα πρὸς σέ, ὅτι ἐπήκουσάς μου. 8 οὐκ ἔστιν ὅμοιός σοι ἐν θεοῖς, Κύριε, καὶ οὐκ ἔστι κατὰ τὰ ἔργα σου. 9 πάντα τὰ ἔθνη, ὅσα ἐποίησας, ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν σου, Κύριε, καὶ δοξάσουσι τὸ ὄνομά σου. 10 ὅτι μέγας εἶ σὺ καὶ ποιῶν θαυμάσια, σὺ εἶ Θεὸς μόνος. 11 ὁδήγησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου, καὶ πορεύσομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· εὐφρανθήτω ἡ καρδία μου τοῦ φοβεῖσθαι τὸ ὄνομά σου. 12 ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε ὁ Θεός μου, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, καὶ δοξάσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα. 13 ὅτι τὸ ἔλεός σου μέγα ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐξ ᾅδου κατωτάτου. 14 ὁ Θεός, παράνομοι ἐπανέστησαν ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ συναγωγὴ κραταιῶν ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου καὶ οὐ προέθεντό σε ἐνώπιον αὐτῶν. 15 καὶ σύ, Κύριε ὁ Θεός μου, οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός. 16 ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, δὸς τὸ κράτος σου τῷ παιδί σου καὶ σῶσον τὸν υἱὸν τῆς παιδίσκης σου. 17 ποίησον μετ᾿ ἐμοῦ σημεῖον εἰς ἀγαθόν, καὶ ἰδέτωσαν οἱ μισοῦντές με καὶ αἰσχυνθήτωσαν, ὅτι σύ, Κύριε, ἐβοήθησάς μοι καὶ παρεκάλεσάς με.
 
Υπόθεση.
 
Επειδή φωτίστηκε ο μακάριος Δαβίδ από το Άγιο Πνεύμα σχετικά με την παρουσία του Χριστού και την άφεση των αμαρτιών κάθε ανθρώπου ο οποίος θα προσφεύγει σε Αυτόν, εύλογα προσεύχεται παρακαλώντας να συγκαταλεχτεί και ο ίδιος ανάμεσα σε αυτούς που σώζονται δια μέσου της χάριτος.
 
«Κλίνον, Κύριε, το ους σου και επάκουσόν μου». Είναι πράγματι μεγάλο εφόδιο η ταπεινοφροσύνη για αυτόν που προσεύχεται, ο οποίος θέλει να εισακουστεί. «Ότι πτωχός και πένης είμί έγώ». [Το προοίμιο της προσευχής εκφράζει ταπεινό φρόνημα. Διότι, παρ’ ότι και οι δύο είχαν αποκτήσει τον πλούτο της δι-καιοσύνης, και ο Δαβίδ και ο Εζεκίας, δεν στηρίζονταν σε αυτόν, αλλά έβλεπαν την φτώχεια της ανθρώπινης φύσης και παρακάλεσαν θερμά τον Θεό να ελεήσει την φύση που είναι ενωμένη με φτώχεια. Το «Κλίνον, Κύριε, το ους σου» είναι εικόνα ενός ασθενή, ο οποίος λόγω της ασθένειας δεν μπορεί να μιλήσει δυνατά και αναγκάζει τον γιατρό να πλησιάσει το αυτί του στο στόμα του ασθενή].
 
«Φύλαξον την ψυχήν μου, ότι όσιος είμι». Παρακαλεί να εισακουστεί λόγω των αγαθών, τα οποία έπραξε. «Σώσον τον δούλον σου, ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σοί». Επειδή αποκάλεσε όσιο τον εαυτόν του, επανέρχεται στην ταπεινοφροσύνη και συγκαταλέγει τον εαυτό του στους δούλους του Θεού και διακηρύσσει ότι έχει την ελπίδα της σωτηρίας του μόνον σε αυτόν.
 
«Ελέησόν με, Κύριε, ότι προς σε κεκράξομαι». Τα λεγόμενα μας διδάσκουν ότι όποιος θέλει να λάβει κάτι αγαθό από τον Θεό, πρέπει να προσεύχεται συνεχώς.
 
«Ότι συ, Κύριε, χρηστός και επιεικής». Διδάσκει όσους προσεύχονται στον Θεό να μη καταλαμβάνονται από αδιαφορία, έστω και αν αναβάλει (ο Θεός) την παροχή του ζητούμενου για λίγο χρόνο. Διότι οπωσδήποτε θα τους ακούσει, επειδή είναι αγαθός και πολύ πλούσιος στο έλεος.
 
«Ουκ έστιν όμοιός σοι εν θεοίς, Κύριε». Θεούς ονομάζει τους αγίους προφήτες, προς τους οποίους απευθύνθηκε ο λόγος του Θεού. Και λέει ότι κανείς προφήτης δεν είχε την δύναμη να λυτρώσει τους ανθρώπους από την αμαρτία, αλλά μόνον ο ίδιος ο Κύριος, σύμφωνα με όσα λέγονται αλλού· «ούτε πρέσβυς ούτε άγγελος, αλλ' ο ίδιος ο Κύριος μας έσωσε» 1.
 
«Ευφρανθήτω η καρδία μου, του φοβείσθαι το όνομά σου». Όποιος έχει ευλάβεια προς τον Θεό, αποδέχεται την διαγωγή, την οποίαν καθορίζει ο νόμος του. Τέτοιου είδους ζωή προξενεί χαρά. Εύλογα λοιπόν ο προφήτης υπαινίσσεται ότι ο φόβος (του Θεού) θα δώσει χαρά στην καρδιά του. Παρόμοια άλλωστε αναφέρει και αλλού· «Ας χαρεί η καρδιά όσων ζητούν τον Κύριο» 2· και αλλού · «Θυμήθηκα τον Θεό και χάρηκα»  .
 
«Εξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ο Θεός μου, εν όλη καρδία μου». Μεταβάλλει αμέσως την προσευχή σε εξομολόγηση για την λύτρωσή του από τον άδη και αναφέρεται στην αιτία της αμαρτίας του· λέει σχετικά ότι πολλοί και δυνατοί ήθελαν το κακό του, υπαινισσόμενος τις αόρατες δυνάμεις οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη τον Θεό. Εσύ όμως, Κύριε, λέει, επέτρεψες να συμβεί ό,τι δεν περίμεναν εκείνοι, και με την φιλανθρω¬πία σου λύτρωσες την ψυχή μου από τα τρίσβαθα του άδη. Αυτά λέγονται για τον Χριστό, μπροστά στον οποίο στάθηκαν oι βασιλείς της γης και συγκεντρώθηκαν οι άρχοντές της.
 
«Ότι το ελεός σου μέγα επ’ εμέ». Επειδή η προσευχή τους έφτασε ήδη σε αίσιο τέλος, υπόσχεται ότι θα υμνεί αιωνίως το μεγάλο έλεος του Θεού, διότι απελευθέρωσε τις ψυχές τους από την εξουσία του άδη.
«Ο Θεός, παράνομοι επανέστησαν επ’ εμέ». Με αυτά δείχνει πώς περιέπεσε σε εκείνη την αμαρτία. Αυτό συνέβη, όταν μία ομάδα πονηρών πνευμάτων στράφηκε εναντίον του και του έβαλε τρικλοποδιά στην πορεία προς την αρετή.
«Και συ, Κύριε, ο Θεός μου, οικτίρμων και ελεήμων». Βεβαίως με την επίθεση των πονηρών πνευμάτων εναντίον μου, λέει, βυθίστηκα στην αμαρτία και  μέσω αυτής  στα τρίσβαθα του άδη. Εσύ όμως, Κύριε, ο ίδιος, αφού ως προστατευτική ασπίδα με κάλυψες με τους οικτιρμούς σου, λύτρωσες την ψυχή μου· για αυτό παρακαλώ να με ελεήσεις και πάλι. Και θα βρω το έλεός σου, όταν στρέψεις το βλέμμα σου προς εμένα.
«Ποίησον μετ’ εμού σημείον εις αγαθόν». Όπως παλαιότερα ο Θεός έδωσε στους υιούς Ισραήλ σημάδι για να μην τους βλάψει ο εξολοθρευτής άγγελος, παρόμοια ζητά να δοθεί και σε αυτόν σημάδι για να τον φυλάει και να καταντροπιάσει τους εχθρούς.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ
6
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ Β'
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΝ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ - ΣΧΟΛΙΑ
Υπό
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΟΓΙΑΝΝΟΥ
Διδάκτορος Θεολογίας Επιμελητού Θεολογικής Σχολής
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1975

Απόδοση στην Νεοελληνική
Τέζας Γεώργιος - Φιλόλογος

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Άγιος Λουκάς Κριμαίας: Κυριακή των Μυροφόρων


Άγιος Λουκάς Κριμαίας: Κυριακή των Μυροφόρων
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ 
Λόγος εις την Κυριακή των Μυροφόρων
Στα τριάμιση τελευταία χρόνια της επίγειας ζω­ής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν Αυτός κήρυττε το Ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και έκανε αμέ­τρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχώς οι άγι­οι απόστολοι και οι μυροφόρες γυναίκες. Οι από­στολοι τους οποίους ο ίδιος διάλεξε ήταν περισσό­τεροι από τις μυροφόρες. Και μόνο τους αποστόλους έστελνε ο Κύριος να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. Μό­νο στους αποστόλους έδωσε την εξουσία να διώ­χνουν τα δαιμόνια και να θεραπεύουν τους ασθενείς. Οι μυροφόρες, αν και δεν τις αγαπούσε ο Κύριος λι­γότερο από τους αποστόλους, δεν έλαβαν απ' Αυτόν τέτοια χαρίσματα.
Πρέπει να σκεφτούμε ποιοι είναι οι λόγοι που ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός άλλη στάση κρατούσε απέναντι στους άνδρες και άλλη απέναντι στις γυ­ναίκες, τα δύο αυτά φύλα του ανθρωπίνου γένους. Δεν μπορούμε βέβαια να δώσουμε μία εξαντλητική απά­ντηση σ' αυτό το ερώτημα.
Μπορούμε όμως με βάση όχι τη δική μας λογική αλλά την αγία Γραφή να βρούμε κάποια στοιχεία που θα βοηθήσουν τη σκέ­ψη μας να πάρει σωστή κατεύθυνση.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε, αν μπορούσαν ή όχι οι γυναίκες με τις ασθενείς δυνά­μεις τους να σηκώσουν το βάρος του αποστολικού έργου, των διωγμών και των βασάνων που υπέφεραν οι απόστολοι του Χριστού. Υπάρχουν γι' αυτό το θέμα πολλές μαρτυρίες και στην Αγία Γραφή και στους βίους των αποστόλων. Ας ακούσουμε τι λέει ο Πρωτοκορυφαίος και μεγάλος απόστολος Παύλος για τα βάσανα που υπέφερε για τον Χριστό και τους διω­γμούς που υπέστη για το όνομά Του κατά τη διάρκεια του αποστολικού του έργου:
«Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μί­αν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β' Κορ. 11, 24-27).
Αυτά υπέφερε ο απόστολος Παύλος.
Ας θυμηθούμε τώρα το βίο του Πρωτοκλήτου αποστόλου Ανδρέα. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή του. Στην αρχή κήρυττε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία. Με­τά πήγε στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, επι­σκέφτηκε όλες τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις και κήρυττε εκεί τον Χριστό. Στη Σινώπη οι ειδωλολάτρες τον χτύπησαν με αγριότητα και τον άφησαν μισοπεθαμένο έξω από την πύλη της πόλε­ως. Εδώ του φανερώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον θεράπευσε και του είπε να μην φοβάται κανέ­ναν. Έτσι ο απόστολος Ανδρέας συνέχισε το δρόμο και αφού πέρασε την Αμπχαζία και τον Καύκασο έ­φτασε στην Κριμαία.
Ναι, και εδώ κήρυττε ο απόστολος Ανδρέας το Ευαγγέλιο. Όμως δεν σταμάτησε εδώ αλλά συνέχι­σε την πορεία του. Ακολουθώντας τον ποταμό Δνεί­περο έφτασε στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται η μεγάλη και η αγία πόλη του Κιέβου. Εκεί στους λό­φους του Κιέβου ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό και είπε: «Πιστέψτε με, εδώ σ' αυτούς τους λόφους θα λάμψει η χάρη του Θεού. Μεγάλη πόλη θα είναι εδώ, θα κτί­σει ο Κύριος στον τόπο αυτό πολλές εκκλησίες και θα φωτίσει με το θείο Βάπτισμα όλη την Ρωσική γη».
Δεν τελείωσε όμως στο Κίεβο η περιοδεία του. Ο απόστολος του Χριστού προχώρησε στο βάθος της ρωσικής γης και έφτασε μέχρι την βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστείτε τώρα πόσο δύσκολος ήταν ο δρόμος του. Από δω γύρισε στην Ελλάδα, όπου τελείωσε τη ζωή του πάνω στο σταυρό. Δεν κάρφω­σαν με τα καρφιά τα χέρια και τα πόδια του αλλά τα έδεσαν με σχοινί για να υποφέρει πιο πολύ. Επάνω στο σταυρό ο απόστολος βρισκόταν τέσσερεις μέρες και τέσσερεις νύχτες, υποφέροντας πολλά βάσανα και δοξάζοντας τον Θεό.
Σκεφτείτε τώρα, αν θα μπορούσαν οι μυροφόρες γυναίκες να αντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους και διωγμούς που υπέφεραν οι απόστολοι. Σας έχω πει ότι εκτός από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο όλοι οι άλλοι απόστολοι είχαν μαρτυρικό θάνατο και πολ­λοί απ' αυτούς τελείωσαν την ζωή τους πάνω στο σταυρό. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να αντέξουν τέ­τοιους κόπους; Τέτοιους διωγμούς και καταδιώξεις που υφίσταντο οι απόστολοι; Μπορούν να συγκρι­θούν οι ασθενείς δυνάμεις μιας γυναίκας με την δύ­ναμη που είχε για παράδειγμα ο άγιος απόστολος Ανδρέας; Ασφαλώς όχι. Οι γυναίκες είναι πιο αδύναμες από τους άνδρες, γι' αυτό και ο Κύριος Ιη­σούς Χριστός αλλιώς φερόταν στους άνδρες και αλ­λιώς στις γυναίκες. Δεν θέλησε να επιφορτίσει τις μυροφόρες γυναίκες με το βάρος του αποστολικού έργου.
Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, η οποία και αυτή έχει μεγάλη σημασία. Ακούστε τι είπε ο μεγάλος προφήτης Μωϋσής στο πέμπτο βιβλίο της Πεντατεύχου, στο Δευτερονόμιο: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Μη νομίζετε ότι εδώ πρόκειται για καρναβάλια. Και να μην νομίζετε ότι είναι ασήμα­ντος αυτός ο σύντομος λόγος του προφήτη, που ανα­φέρεται στο γυναικείο ένδυμα.
Ο λόγος αυτός έχει μεγάλη σπουδαιότητα και θα ήθελα να το καταλάβετε διότι αυτό θα μας βοηθή­σει για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανέθεσε το αποστολικό έργο με τους κόπους και τους πόνους του στους άνδρες απο­στόλους και όχι στις μυροφόρες γυναίκες. Είναι πο­λύ σημαντική η διάκριση που έκανε ο Κύριος μετα­ξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με το ρόλο και την αποστολή που έχει κάθε φύλο.
Εκείνοι οι επιστήμονες, οι οποίοι ασχολούνται με τη βιολογία, ξέρουν καλά ότι κάθε φυτό και κάθε ζώο από τη φύση τους, ή καλύτερα να πούμε από τον Δημιουργό, είναι προορισμένα να ζουν σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες είναι διαφορετι­κές για το καθένα απ' αυτά. Αυτές οι συνθήκες προσδιορίζουν τη ζωή τους αλλά επίσης και τη δομή που έχει το σώμα τους.
Τώρα, ό,τι αφορά τον άνθρωπο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ανδρός και γυναικός. Και είναι δια­φορετική η δομή του σώματος τους. Πρώτ' απ' όλα η γυναίκα είναι πολύ πιο αδύνατη από τον άνδρα. Ο Θεός προόρισε τη γυναίκα για ένα συγκεκριμένο έργο. Τη γυναίκα, και όχι τον άνδρα. Το έργο αυτό διαφέρει πολύ από εκείνο, για το οποίο είναι προο­ρισμένος ο άνδρας.
Τι είναι το σημαντικότερο στη ζωή του άνθρω­που; Όλα τα έργα που κάνει ο άνθρωπος έχουν γι' αυτόν την ίδια σπουδαιότητα; Ασφαλώς όχι. Όταν έπλασε ο Θεός τους πρώτους ανθρώπους, τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε την πρώτη εντολή, πολύ σύντομη και πολύ απλή: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1, 28). Αν αυτή ήταν η πρώτη εντολή τό­τε πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι εξαιρετικά σημαντική και πολύ βαθιά. Αν δεν υπήρχε αυτή η ε­ντολή, τότε το ανθρώπινο γένος θα ήταν ολιγάριθμο και αδύναμο μπροστά στη φύση. Ξέρουμε ότι μόνο εκείνα τα κράτη θεωρούνται ισχυρά, αυτά που έχουν μεγάλο πληθυσμό.
Η εντολή, λοιπόν, του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δηλώνει την σπουδαιότητα που έχει για το ανθρώπινο γένος το έργο αυτό. Αδιαμφισβήτητα τον πρώτο λόγο εδώ έχει η γυναίκα και όχι ο άνδρας. Για τη γυναίκα το έργο αυτό είναι το πιο σημαντικό στη ζωή της. Αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η αγία Γραφή. Βέβαια δεν είναι σωστό να περιορίζουμε το ρόλο της γυναίκας στην τεκνογονία. Και πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος προσεκτικός και πνευματικά καλλιεργημέ­νος δεν σκέφτεται έτσι.
Οι Γερμανοί λένε ότι όλος ο ρόλος και η απο­στολή της γυναίκας προσδιορίζονται από τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ρούχα, κουζίνα, εκκλησία. Είναι ασέ­βεια να λέμε και να σκεφτόμαστε έτσι και να προσ­βάλλουμε ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Για μας τους ορθοδόξους αυτό είναι απαράδεκτο. Θέλω να πω ότι αν η γυναίκα έχει κάποια προσόντα δεν πρέ­πει να τα αφήσει. Αν της έδωσε ο Θεός βαθιά διά­νοια μπορεί να ασχοληθεί με την επιστήμη ή τη λο­γοτεχνία. Επαναλαμβάνω, είναι μεγάλο λάθος και είναι ανεπίτρεπτο να περιορίζουμε το ρόλο της γυ­ναίκας στην τεκνογονία και την ανατροφή των παι­διών.
Αυτό όμως δεν αφορά όλες τις γυναίκες. Διότι είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν κάποιες εξαιρετι­κές ικανότητες ή ταλέντα ή κλίση στην τέχνη, την επιστήμη ή την φιλοσοφία. Οι περισσότερες ως το σημαντικότερο έργο τους πρέπει να βλέπουν αυτό για το οποίο τις προόρισε ο Κύριος. Το να γεννάει η γυναίκα και να φροντίζει τα παιδιά της είναι έργο σπουδαιότατο. Και είναι απαράδεκτο να αφήνει η γυναίκα το παιδί της χωρίς φροντίδα. Καμμία άλλη γυναίκα δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί της όπως το φροντίζει η μητέρα του.
Εδώ πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η συγγένεια εξ αίματος, την οποία δεν πρέπει να την παραβλέπου­με. Επίσης και το μητρικό γάλα, τις ιδιότητες του οποίου ίσως δεν τις γνωρίζουμε καλά, έχει μεγάλη σημασία για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού. Και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πράγμα: Η αγάπη που προσφέρει η μητέρα στο παιδί της δεν μπορεί να του την προσφέρει καμμία άλλη γυναίκα. Αλλοίμονο στο παιδί που το μεγαλώνει μία ξένη γυ­ναίκα και όχι η μητέρα του ή που μεγαλώνει σε κά­ποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αλίμονο στη γυναίκα που αρνείται το παιδί της.
Αλλοίμονο και σ' αυτή τη γυναίκα που παραβλέ­πει και δεν δίνει σημασία στις προτεραιότητες του φύλου της. Αλλοίμονο σ' εκείνες τις γυναίκες που περιφρονώντας την αξιοπρέπεια τους προτιμούν να φοράνε ανδρικά ρούχα. Έχω ακούσει για μία ανόη­τη γυναίκα που κυκλοφορούσε στους δρόμους ντυμέ­νη με ανδρικό κοστούμι. Όταν την έβλεπαν οι άν­θρωποι με απέχθεια και αγανάκτηση έστρεφαν το βλέμμα τους. Δεν καταλάβαινε η καημένη ότι προσ­βάλλει μ' αυτό την αξιοπρέπειά της.
Αυτό επιβεβαιώνει και η Αγία Γραφή με το λό­γο που ήδη έχουμε αναφέρει: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Βεβαίως δε θεωρεί­ται βδέλυγμα κάθε άνθρωπος που είναι ντυμένος με ρούχα του άλλου φύλου. Δεν μπορεί να είναι οργή του Θεού πάνω στη γυναίκα η οποία για να θρέψει τα μικρά της παιδιά δουλεύει ως σοβατζής και είναι αναγκασμένη να φοράει ανδρικά ρούχα για να κάνει τη δουλειά της. Δεν πρόκειται εδώ για τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ μιλάμε για τις γυναίκες που περιφρο­νούν το δικό τους γυναικείο ένδυμα. Έχω δει στα πανεπιστήμια πολλές καθηγήτριες που φοράνε ανδρικά ρούχα. Αυτές είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θε­ού, αυτές παραβαίνουν την εντολή που τις δόθηκε από τον Θεό.
Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κύ­ριος δεν κάλεσε τις μυροφόρες γυναίκες να αναλά­βουν το έργο που προοριζόταν για τους άνδρες. Και γι' αυτό ζητά ο Κύριος από τις γυναίκες να εκτιμούν και να σέβονται το δικό τους γυναικείο φύλο, τις ιδι­ότητες της ψυχολογικής τους σύνθεσης που τις χά­ρισε ο Θεός. Αν έχετε από τον Θεό αυτές τις ιδιό­τητες, να τις φυλάγετε με μεγάλο σεβασμό και ευχα­ριστία προς τον Κύριο. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Άγιος Πορφύριος: Γιατί δεν εισακούνται οι προσευχές σου…



Όταν τακτοποιήσεις όλες τις εκκρεμότητες και ετοιμασθείς, τότε πάεις και προσφέρεις το δώρο σου.


Άξιοι γίνονται όσοι επιθυμούν και λαχταρούν να γίνουν του Χριστού, όσοι δίνονται στο θέλημα του Θεού. Να μην έχεις κανένα θέλημα, αυτό έχει μεγάλη αξία, είναι το παν. Ο σκλάβος δεν έχει θέλημα. Το να μην έχομε κανένα θέλημα μπορεί να γίνει μ’ έναν τρόπο απαλό· με την αγάπη στον Χριστό και την τήρηση των εντολών Του.

Μόνον ο Χριστός μπορεί να μας βγάλει απ’ τον κλοιό της ερημιάς. Προσευχή και μετάνοια και ελεημοσύνη. Δώστε έστω κι ένα ποτήρι νερό, αν δεν έχετε χρήματα. Και να ξέρετε ότι όσο αγιάζεσθε, τόσο εισακούονται οι προσευχές σας.

Να μην εκβιάζομε με τις προσευχές μας τον Θεό. Να μη ζητάμε απ’ τον Θεό να μας απαλλάξει από κάτι, ασθένεια κ.λπ. ή να μας λύσει τα προβλήματά μας, αλλά να ζητάμε δύναμη και ενίσχυση από Εκείνον, για να τα υπομένομε. Όπως Εκείνος κρούει με ευγένεια την πόρτα της ψυχής μας, έτσι κι εμείς να ζητάμε ευγενικά αυτό που επιθυμούμε κι αν ο Κύριος δεν απαντάει, να σταματάμε να το ζητάμε. Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του. Εφόσον πιστεύομε στην αγαθή Του πρόνοια, εφόσον πιστεύομε ότι Εκείνος γνωρίζει τα πάντα απ’ τη ζωή μας κι ότι πάντα θέλει το αγαθόν, γιατί να μη δείχνομε εμπιστοσύνη; Να προσευχόμαστε απλά και απαλά, χωρίς πάθος και εκβιασμό. Ξέρομε ότι παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι γνωστά, γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιον του Θεού. … Εμείς να μην επιμένομε· η προσπάθεια κάνει κακό αντί για καλό. Μην κυνηγάμε ν’ αποκτήσομε αυτό που θέλομε, αλλά να τ’ αφήνομε στο θέλημα του Θεού. Γιατί όσο το κυνηγάμε τόσο αυτό απομακρύνεται.
roula_manika

Άρα, λοιπόν υπομονή και πίστη και γαλήνη. Κι αν το ξεχάσομε εμείς ο Κύριος ποτέ δεν ξεχνάει κι αν είναι για το καλό μας, θα μας δώσει αυτό που πρέπει κι όταν πρέπει.

Εύκολα ευκολότατα ο Χριστός μπορεί να μας δώσει ό,τι επιθυμούμε. Και κοιτάξτε το μυστικό. Το μυστικό είναι να μην το έχετε στο νου σας καθόλου να ζητήσετε το συγκεκριμένο πράγμα. Το μυστικό είναι να ζητάτε την ένωσή σας με τον Χριστό ανιδιοτελώς, χωρίς να λέτε, «δώσ’ μου τούτο, εκείνο …». Είναι αρκετό να λέμε, «Κύριε Ιησού ελέησόν με». Δεν χρειάζεται ο Θεός ενημέρωση για τις διάφορες ανάγκες μας. Εκείνος τα γνωρίζει όλα ασυγκρίτως καλύτερα από μας και μας παρέχει την αγάπη Του. Το θέμα είναι ν’ ανταποκριθούμε σ’ αυτή την αγάπη με την προσευχή και την τήρηση των εντολών Του. Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού· αυτό είναι το πιο συμφέρον το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε.

Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός δεν γίνεται τίποτα.

Όταν έχομε με τον Χριστό σχέση απολύτου εμπιστοσύνης, είμαστε ευτυχισμένοι, έχομε χαρά. Έχομε τη χαρά του Παραδείσου. Αυτό είναι το μυστικό. … «ότι ευρίσκεται τοις μη πειράζουσιν Αυτόν, εμφανίζεται δε τοις μη απιστούσιν Αυτώ».

Διαβάστε εδώ: Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης:
Έτσι ν’ αγωνίζεσθε στην πνευματική ζωή, απλά, απαλά, χωρίς βία. Το απλό και απαλό είναι ένας αγιότατος τρόπος της πνευματικής ζωής, αλλά δεν είναι δυνατό να το μάθεις έτσι απ’ έξω. Πρέπει μυστικά να μπει μέσα σου, ώστε η ψυχή σου να ενστερνίζεται τον τρόπο αυτόν με την χάρι του Θεού. … Όταν το θέλεις όταν εκβιάζεις το θείον δεν έρχεται. Θα έλθει «εν ημέρα ή ου προσδοκάς και εν ώρα ή ου γινώσκεις». Εδώ υπάρχει το μυστήριο· δεν μπορώ να σας το εξηγήσω.

Όταν χάνετε τη θεία χάρι να μην κάνετε τίποτα. Να συνεχίζετε τη ζωή σας και τον αγώνα σας απλά, απαλά, ώσπου χωρίς αγωνία να έλθει πάλι η αγάπη και ο έρωτας και η λαχτάρα στον Χριστό. Και τότε όλα πάνε καλά. Και τότε η χάρις σας γεμίζει και χαιρόσαστε.

Ένα μυστικό είναι η ακολουθίες. Να επιδίδεσθε σε αυτές και η χάρις του Θεού μυστικά θα έλθει. Να προσεύχεσθε στον Θεό με ανοικτά τα χέρια. Αυτό είναι το μυστικό των αγίων.

Μόλις άνοιγαν τα χέρια τους, τους επεσκέπτετο η θεία χάρις. Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ως πιο αποτελεσματική τη μονολόγιστη ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή. Την ευχή δεν μπορεί κανείς να τη διδάξει, ούτε τα βιβλία, ούτε ο γέροντας, ούτε κανείς. Ο μόνος διδάσκαλος είναι η θεία χάρις. Αν σας πω ότι το μέλι είναι γλυκό είναι ρευστό είναι έτσι κι έτσι, δεν θα καταλάβετε, αν δεν το γευθείτε. Το ίδιο και στην προσευχή, αν σας πω, «είναι έτσι, νιώθεις έτσι» κ.λπ. δεν θα καταλάβετε, ούτε θα προευχηθείτε, «ει μη εν Αγίω Πνεύματι».

Μόνο το Πνεύμα το Άγιον μόνο η χάρις του Θεού μπορεί να εμπνεύσει την ευχή.

Μόλις ακούσετε προσβλητικό λόγο, λυπάσθε και μόλις σας πουν καλό λόγο, χαίρεσθε και λάμπετε; Μ’ αυτό δείχνετε ότι δεν είστε έτοιμοι, δεν έχετε τις προϋποθέσεις. Για να έλθει η θεία χάρις, πρέπει ν’ αποκτήσετε τις προϋποθέσεις, την αγάπη και την ταπείνωση, διαφορετικά δημιουργείται αντίδραση. Για να μπείτε σ’ αυτή τη «φόρμα», θα ξεκινήσετε απ’ την υπακοή. Πρέπει πρώτα να δοθείτε στην υπακοή, για να έλθει η ταπείνωση. Βλέποντας την ταπείνωση, ο Κύριος στέλνει τη θεία χάρι κι έπειτα έρχεται μόνη, αβίαστα η προσευχή. Αν δεν κάνετε υπακοή και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή δεν έρχεται και υπάρχει φόβος πλάνης.

Να ετοιμάζεσθε σιγά σιγά απαλά απαλά και να κάνετε την ευχή μέσα στο νου. Ό,τι είναι στο νου, είναι και στην καρδιά.

πηγη

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Η δίκη του Ιησού

titlos_2_diki
Οι στρατιώτες και ο όχλος οδήγησαν τον Ιησού στο σπίτι του Καϊάφα, του αρχιερέα εκείνης της χρονιάς. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού. Ο Πέτρος ακολούθησε τον Ιησού, στάθηκε μαζί με τους υπηρέτες του αρχιερέα και παρακολουθούσε από μακριά ό,τι συνέβαινε.
2_Diki
Όλο το συνέδριο, δηλαδή οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, ζητούσαν μια ψεύτικη μαρτυρία εναντίον του Ιησού για να τον θανατώσουν. Ήρθαν πολλοί ψευδομάρτυρες αλλά δεν βρέθηκε καμιά κατηγορία. Τέλος παρουσιάστηκαν δύο και είπαν: «Αυτός είπε ότι μπορεί να γκρεμίσει το Ναό και σε τρεις ημέρες να τον ξαναχτίσει». Πράγματι το είχε πει αυτό ο Ιησούς, αλλά εννοούσε το θάνατο και την τριήμερη ανάστασή του.
Τότε σηκώθηκε όρθιος ο αρχιερέας και ρώτησε τον Ιησού: «Σε ορκίζω στο όνομα του ζωντανού Θεού να μας πεις αν είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού». Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Εσύ το είπες ότι είμαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Αλλά σου λέω ότι από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα τ’ ουρανού».
Ο αρχιερέας ξέσχισε αγανακτισμένος τα ρούχα του και είπε: «Δεν χρειαζόμαστε άλλη μαρτυρία. Να, ακούσατε πώς βλαστήμησε! Ποια γνώμη έχετε λοιπόν γι’ αυτόν;» Κι όλοι οι σύνεδροι φώναξαν: «Είναι ένοχος, πρέπει να καταδικαστεί σε θάνατο!» Και τον έφτυσαν στο πρόσωπο κι άρχισαν να το χτυπούν και να τον χλευάζουν και του έλεγαν ειρωνικά: «Προφήτεψε λοιπόν, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε

Ο Μυστικός Δείπνος



Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ
Και λέει ο Ναζωραίος στους μαθητάδες:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες
Φως από φως, στα σκότη,
εσείς πιστοί οδηγοί και οι πρώτοι
καταλυτές των γήινων θρήνων,
που θείο μήνυμα θα φέρετε παντού,
κι ακόμα κι ως τη χώρα των Ελλήνων.
Του δείπνου μας χαρήτε απόψε τη χαρά.
Και την καρδιά στυλώσετε γερά
με το ψωμί και το κρασί,
που αίμα και σώμα είναι δικό μου,
μην αποστάσετε χλωμοί
μες την ανηφοριά του δρόμου».
Και λέει στον Ισκαριώτη: «Εσύ,
τούτο το ξέχωρο ολοκόκκινο κρασί
θα πάρης,


τα φλογισμένα χείλη να δροσίσης,
πριν στο Ραββί ένα φίλημα χαρίσης.
Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια!...»
Ο Ιούδας σκύβει,
πως τάχα το ψωμί θέλει να κόψη.
Τα φρύδια κατεβάζει, έτσι που κρύβει
με στενοχώρια
το φόβο, ως καθρεφτίζεται στην όψη.
Και λέγει του ξανά ο Χριστός: «Ας γίνη,
ό,τι γραμμένο υπάρχει να γενή.
Νύχτα είν' ακόμη σκοτεινή
και -μη φοβάσαι- είναι γεμάτοι καλωσύνη
της Ιουδαίας οι κρίκοι.
Κι ειν' όλο αγάπη το τριφύλλι,
κι ανθεί κατάσπρο στην πλαγιά του Γολγοθά
το χαμομήλι.
Σύρε και μην αργείς.
Χτυπάει επίμονα η καρδιά της γης.
Σύρε πιο γρήγορα, ακουμπώντας στο ραβδί,
πριν βγη και το φεγγάρι και σε ιδή.»
Κατάχλωμος ο Ιούδας σαν σουδάρι,
απλώνει το ποτήρι του να πάρη.
Μα το ποτήρι πέφτει από τη φούχτα του
και πλέρια
βάφει με τ' άλικο πιοτό,
το δυνατό,
του Ναζωραίου τα θεία χέρια.
Χαμογελά ο Χριστός. Μα του Ισκαριώτη
πόσο δονείται ακόμα το κορμί!
Της προδοσίας βαρύ το κρίμα... Και με ορμή
τον σπρώχνει να χαθή σκυφτός στα σκότη.
Ωραίος, καθώς του ήλιου ανατολή,
ανάμεσα ο Χριστός στους μαθητάδες,
ορθώνεται και πάλι αργομιλεί:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες...
Στα χείλη η προσευχή πριν ανεβή,
την πόρνη, ας συχωρέσουν, τον τελώνη.
Με ανόμους θα περάση και ο Ραββί.
Την πρώτη πέτρα ο αναμάρτητος σηκώνει.
Αγάπη κόσμου ο νικητής. Κι εγώ η πηγή
για όποιον διψά στοργή δικαιοσύνη.
Ειρήνη... Αν αψηλώσω από τη γη,
ένα με τ' άστρα κι η ψυχή σας θέλει γίνει»
Είπε κι ανάβλεψε τα μάτια του ο Χριστός.
«Πατέρα μου, κι η αγάπη Σου ας πληθαίνη.
Σε με έθνη και λαοί και η οικουμένη.
Το έργο μου ετελείωσε. Και να,
τώρα ο δικός μου ο διαλεχτός
στα σκοτεινά
του ξεροπόταμου των Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τα νέφη ως σκίζει το φεγγάρι,
απ' τον ψηλό καγκελλωτό φεγγίτη,
θεία χάρη,
μια δέσμη κατεβαίνει μες στο σπίτι.
Δέσμη από φως, σαν φίλημα ελαφρό,
στα θεία μαλλιά του Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μα κι ένας ήσκιος απ' τα κάγκελα, που κάνει
πίσω απ' τους ώμους Του, στον τοίχο, ένα σταυρό.
Με πόνο οι μαθητάδες του Κυρίου,
που τρέμει στων ματιών τους το ακροκλώνι,
το σύμβολο κοιτούν του μαρτυρίου,
Κι εκείνος με χαμόγελο γλυκό
στο δείπνο το στερνό, το μυστικό,
σκορπάει το θάρρος κι εμψυχώνει.
Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
την ώρα αυτή την ίδια,
τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος.
Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια,
ξεσκίζοντας τ' αυτιά του, γιατί ο λόγος,
ο λόγος του Άκακου
στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο
που το σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια...».
Στέλιος Σπεράντζας