Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Η δίκη του Ιησού

titlos_2_diki
Οι στρατιώτες και ο όχλος οδήγησαν τον Ιησού στο σπίτι του Καϊάφα, του αρχιερέα εκείνης της χρονιάς. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού. Ο Πέτρος ακολούθησε τον Ιησού, στάθηκε μαζί με τους υπηρέτες του αρχιερέα και παρακολουθούσε από μακριά ό,τι συνέβαινε.
2_Diki
Όλο το συνέδριο, δηλαδή οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, ζητούσαν μια ψεύτικη μαρτυρία εναντίον του Ιησού για να τον θανατώσουν. Ήρθαν πολλοί ψευδομάρτυρες αλλά δεν βρέθηκε καμιά κατηγορία. Τέλος παρουσιάστηκαν δύο και είπαν: «Αυτός είπε ότι μπορεί να γκρεμίσει το Ναό και σε τρεις ημέρες να τον ξαναχτίσει». Πράγματι το είχε πει αυτό ο Ιησούς, αλλά εννοούσε το θάνατο και την τριήμερη ανάστασή του.
Τότε σηκώθηκε όρθιος ο αρχιερέας και ρώτησε τον Ιησού: «Σε ορκίζω στο όνομα του ζωντανού Θεού να μας πεις αν είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού». Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Εσύ το είπες ότι είμαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού. Αλλά σου λέω ότι από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα τ’ ουρανού».
Ο αρχιερέας ξέσχισε αγανακτισμένος τα ρούχα του και είπε: «Δεν χρειαζόμαστε άλλη μαρτυρία. Να, ακούσατε πώς βλαστήμησε! Ποια γνώμη έχετε λοιπόν γι’ αυτόν;» Κι όλοι οι σύνεδροι φώναξαν: «Είναι ένοχος, πρέπει να καταδικαστεί σε θάνατο!» Και τον έφτυσαν στο πρόσωπο κι άρχισαν να το χτυπούν και να τον χλευάζουν και του έλεγαν ειρωνικά: «Προφήτεψε λοιπόν, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε

Ο Μυστικός Δείπνος



Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ
Και λέει ο Ναζωραίος στους μαθητάδες:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες
Φως από φως, στα σκότη,
εσείς πιστοί οδηγοί και οι πρώτοι
καταλυτές των γήινων θρήνων,
που θείο μήνυμα θα φέρετε παντού,
κι ακόμα κι ως τη χώρα των Ελλήνων.
Του δείπνου μας χαρήτε απόψε τη χαρά.
Και την καρδιά στυλώσετε γερά
με το ψωμί και το κρασί,
που αίμα και σώμα είναι δικό μου,
μην αποστάσετε χλωμοί
μες την ανηφοριά του δρόμου».
Και λέει στον Ισκαριώτη: «Εσύ,
τούτο το ξέχωρο ολοκόκκινο κρασί
θα πάρης,


τα φλογισμένα χείλη να δροσίσης,
πριν στο Ραββί ένα φίλημα χαρίσης.
Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια!...»
Ο Ιούδας σκύβει,
πως τάχα το ψωμί θέλει να κόψη.
Τα φρύδια κατεβάζει, έτσι που κρύβει
με στενοχώρια
το φόβο, ως καθρεφτίζεται στην όψη.
Και λέγει του ξανά ο Χριστός: «Ας γίνη,
ό,τι γραμμένο υπάρχει να γενή.
Νύχτα είν' ακόμη σκοτεινή
και -μη φοβάσαι- είναι γεμάτοι καλωσύνη
της Ιουδαίας οι κρίκοι.
Κι ειν' όλο αγάπη το τριφύλλι,
κι ανθεί κατάσπρο στην πλαγιά του Γολγοθά
το χαμομήλι.
Σύρε και μην αργείς.
Χτυπάει επίμονα η καρδιά της γης.
Σύρε πιο γρήγορα, ακουμπώντας στο ραβδί,
πριν βγη και το φεγγάρι και σε ιδή.»
Κατάχλωμος ο Ιούδας σαν σουδάρι,
απλώνει το ποτήρι του να πάρη.
Μα το ποτήρι πέφτει από τη φούχτα του
και πλέρια
βάφει με τ' άλικο πιοτό,
το δυνατό,
του Ναζωραίου τα θεία χέρια.
Χαμογελά ο Χριστός. Μα του Ισκαριώτη
πόσο δονείται ακόμα το κορμί!
Της προδοσίας βαρύ το κρίμα... Και με ορμή
τον σπρώχνει να χαθή σκυφτός στα σκότη.
Ωραίος, καθώς του ήλιου ανατολή,
ανάμεσα ο Χριστός στους μαθητάδες,
ορθώνεται και πάλι αργομιλεί:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες...
Στα χείλη η προσευχή πριν ανεβή,
την πόρνη, ας συχωρέσουν, τον τελώνη.
Με ανόμους θα περάση και ο Ραββί.
Την πρώτη πέτρα ο αναμάρτητος σηκώνει.
Αγάπη κόσμου ο νικητής. Κι εγώ η πηγή
για όποιον διψά στοργή δικαιοσύνη.
Ειρήνη... Αν αψηλώσω από τη γη,
ένα με τ' άστρα κι η ψυχή σας θέλει γίνει»
Είπε κι ανάβλεψε τα μάτια του ο Χριστός.
«Πατέρα μου, κι η αγάπη Σου ας πληθαίνη.
Σε με έθνη και λαοί και η οικουμένη.
Το έργο μου ετελείωσε. Και να,
τώρα ο δικός μου ο διαλεχτός
στα σκοτεινά
του ξεροπόταμου των Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τα νέφη ως σκίζει το φεγγάρι,
απ' τον ψηλό καγκελλωτό φεγγίτη,
θεία χάρη,
μια δέσμη κατεβαίνει μες στο σπίτι.
Δέσμη από φως, σαν φίλημα ελαφρό,
στα θεία μαλλιά του Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μα κι ένας ήσκιος απ' τα κάγκελα, που κάνει
πίσω απ' τους ώμους Του, στον τοίχο, ένα σταυρό.
Με πόνο οι μαθητάδες του Κυρίου,
που τρέμει στων ματιών τους το ακροκλώνι,
το σύμβολο κοιτούν του μαρτυρίου,
Κι εκείνος με χαμόγελο γλυκό
στο δείπνο το στερνό, το μυστικό,
σκορπάει το θάρρος κι εμψυχώνει.
Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
την ώρα αυτή την ίδια,
τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος.
Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια,
ξεσκίζοντας τ' αυτιά του, γιατί ο λόγος,
ο λόγος του Άκακου
στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο
που το σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια...».
Στέλιος Σπεράντζας

π. Λίβυος Πόσο απέχει το καρφί απ’ το φιλί;

Όσοι δεν έζησαν έστω και μια μεγάλη προσδοκία στην ζωή τους, δε μπορούν να καταλάβουν την σημαίνει να περιμένεις τον «βασιλιά» σου στην πόλη της καρδιάς σου. Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα κι ένα πλήθος που πανηγυρικά ζητωκραυγάζει τον υποδέχεται. Πετάει τα ρούχα του, στρώνει Βάια και κλάδους ελιάς φωνάζοντας «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος».
kuriakivaiwn
Αυτή είναι η μια εικόνα. Γιατί μέσα σε ελάχιστες ώρες το σκηνικό θα αλλάξει. Η ζητωκραυγές ελπίδας και χαράς θα γίνουν μίσος και κακία. Η πανηγυρική υποδοχή θα μετατραπεί σε αιμοσταγή αίτημα θανάτωσης του Ιησού. Τι συνέβη άραγε; Πως μέσα σε τόσες λίγες ώρες ένα πλήθος ανθρώπων που υποδέχεται τον Χριστό ως Μεσσία τον αποστρέφεται έως θανάτου;
Όταν η πίστη μας σε έναν άνθρωπο, σε μια ιδέα, σε έναν έρωτα ή στον Θεό, είναι ένας άκρατος φαντασιακός συναισθηματισμός τότε απέχει μια ελάχιστη στιγμή από το μηδέν του θανάτου. Εάν το συναίσθημα και μόνο κυριαρχεί τότε όλα είναι ευμετάβλητα. Τα πάντα κινούνται στην ρωγμή της διάθεσής μας. Γι αυτό μπορεί να σε αγαπώ όταν νιώθω καλά, μα στα δύσκολα να σε εγκαταλείπω, παίρνοντας μαζί μου όλους τους όρκους αφοσίωσης που σου έδωσα. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο προδότης είναι εκείνος που κάποτε μας έδινε όρκους αιώνιας αγάπης.
Τι περιμένει λοιπόν το πλήθος από τον Χριστό; Να τον στέψει βασιλέα. Ένα βασιλιά που θα λύτρωνε τον ιουδαϊκό λαό από το ρωμαϊκό ζυγό. Από την πείνα, την εξαθλίωση, την αδικία και τυραννία. Πίστευαν ότι ο Χριστός είναι αυτός που θα τους λυτρώσει. Πώς όμως;  Όπως εκείνοι είχαν φανταστεί. Με δύναμη, επιβολή, όπλα, λεγεώνες και άρματα, αίμα και βία.
Ο Χριστός όμως δεν ενσαρκώνει τις προσδοκίες τους. Δεν ήταν εκείνος που πίστεψαν και θέλησαν να είναι. Ο Χριστός ήταν αλλιώς. Ήρεμος, αγνός, ταπεινός και γεμάτος αγάπη. Δεν χρησιμοποιούσε βία, ούτε ήθελε την επιβολή της εξουσίας, δεν είχε έρθει να φέρει πόλεμο με όπλα, οχυρά και κάστρα, με αίμα και κραυγές πόνου, ότι δηλαδή συνιστά τον παραλογισμό ενός πολέμου.
Ο Χριστός ερχόταν να ξεκινήσει έναν πόλεμο καρδιάς. Να αρχίσει μια μάχη που δεν κρατά μέρες ή χρόνια, μα μια ολάκερη ζωή. Ολημερίς και ολονυχτίς στην πιο αιματοβαμμένη γη, στο πιο πολύνεκρο πεδίο των μαχών, την ανθρώπινη καρδιά. Εκεί θα γινόταν η επανάσταση του Χριστού. Εκεί και η  βασιλεία του. Και σαν εκεί κερδιζόταν η μάχη με το φως και το σκοτάδι, τότε μεμιάς η κοινωνία θα άλλαζε και οι άνθρωποι θα έπαυαν το κακό, το μίσος την διχόνοια. Την εξουσία την έχει ανάγκη ο φοβισμένος και όχι ο ελεύθερος.Ο Χριστός έρχεται να νικήσει το κακό όχι εξαφανίζοντάς το, μια κι αυτό θα αποτελούσε απώλεια της ανθρώπινης ελευθερίας, άλλωστε τι νόημα έχει μια καλοσύνη που δεν μπορεί να μετατραπεί σε κακία, και μια αμαρτία σε μετάνοια.
Ο Χριστός έρχεται να σηκώσει όλο το κακό, το μίσος, τον πόνο και την αδικία του κόσμου αυτού, έως θανάτου με σκοπό να του δώσει διέξοδο και δικαίωση. Ο θάνατος από απειλή και μηδενισμό, θα γίνει Πάσχα, πέρασμα σε μια άλλη μορφή και δομή ζωής. Στη βασιλεία του Θεού. Σε μια κοινωνία φωτός, αγάπης, δικαιοσύνης και απουσίας κάθε μορφής πόνου, οδύνης και κακού. Τα βάσανα και οι καημοί των ανθρώπων, στο πρόσωπο του Χριστού δικαιώνονται. Αποκτούν μια άλλη διάσταση δίχως να παύουν να υφίσταται. Πλέον ο θάνατος έχεις ανάσταση, κι η απόγνωση ελπίδα.
Όλα αυτά είναι ξένα για τους ανθρώπους που υποδέχονται τον Χριστό στην είσοδο της πόλης Ιερουσαλήμ. Δεν είναι αυτό που περιμένουν. Αλλιώς είχαν φανταστεί και πλάσει τον δικό τους βασιλιά. Κι όταν διαπιστώνεις ότι ο άλλος δεν είναι αυτός που εσύ νόμιζες και περίμενες αλλά αυτό που είναι, έξω από τις δικές σου φαντασιώσεις, τότε απογοητεύεσαι, κι ευκόλως την υποτιθέμενη αγάπη μεταμορφώνεις σε αβυσσαλέο μίσος.
Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν, που οι ίδιοι άνθρωποι που ζητούσαν να στέψουν τον Χριστό βασιλέα τώρα επιμόνως και με φανατισμό ζητούν την θανάτωση του. Είναι μια γνωστή ιστορία που αιώνες τώρα επαναλαμβάνεται σε αυτόν τον κόσμο και σαφέστατα θα συνεχίσει τον δρόμο της επανάληψης της. Μισούμε για τον ίδιο λόγο που αγαπήσαμε, και θανατώνουμε πάντα εκείνον που κάποτε χειροκροτήσαμε. Άλλωστε το καρφί από το φιλί, απέχει μια ανάσα θανάτου….

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

π. Δανιήλ Pupaza, Δρ Θεολογίας «Η αρεοπαγιτική εκκλησιολογία εκφράζει τη θεολογία της Εκκλησίας»


6 Απριλίου 2017
Ακολουθεί συνέντευξη με τον π. Δανιήλ Pupuza με θέμα τη διδασκαλία του αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτη για την θέωση του ανθρώπου και την μετοχή του στις άκτιστες θείες ενέργειες και προόδους. Πρόκειται για συνέντευξη που δόθηκε με αφορμή το εκδοθέν βιβλίο του π. Δανιήλ με τίτλο: «Η Θεολογία του καλού και του αγαθού στον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη».
p.danihl1
Πεμπτουσία: Γιατί είναι δυνατό να αποδίδουμε ονόματα στον Θεό και γιατί μπορεί να ονομάσει κανείς τον Θεό προπαντός Καλό και Αγαθό?
π. Δανιήλ Pupaza: Εξ αρχής ο άγιος Διονύσιος δηλώνει ότι με βάση τις Γραφές μπορεί να διακρίνει κανείς μεταξύ του Θεού ad intra και του Θεού ad extra, δηλαδή μεταξύ της μονιμότητας και της προόδου του Θεού. Αυτή η μοναδική πρόοδος αποτελεί μια μετάδοση θείας δωρεάς και είναι μια θεία δύναμη, η οποία διακρίνεται σε πολλαπλές δυνάμεις. Οι θεωνυμίες προέρχονται από τις μετοχές σ’ αυτές τις θείες δυνάμεις, άρα αποτελούν τα ονόματα με τα οποία υμνείται ο Θεός ως η μοναδική Αιτία ξεκινώντας από τα αιτιατά.
Ο άγιος Διονύσιος θεώρει ότι η πρωταρχική και υπέρτατη θεωνυμία είναι το Αγαθό. Ο Αρεοπαγίτης δηλώνει ότι το Αγαθό αποτελεί το όνομα της υπέρθεης Θεότητας, ενώ η Αγαθότητα το όνομα της θεαρχικής υπάρξεως. Άρα, το Αγαθό είναι το όνομα της μοναδικής Αιτίας, ενώ η Αγαθότητα είναι το όνομα της προόδου Της, δηλαδή της καθολικής Της πρόνοιας. Μια ουσιώδης όψη του Αγαθού είναι το Καλό, θεωνυμία με την οποία ονομάζεται το θέλγητρο του Θεού. Παρομοίως, ο Αρεοπαγίτης με τον όρο υπερούσιο Καλό ονομάζει γενικά τη μοναδική Αιτία, ενώ με τον όρο θείο Κάλλος την πρόοδό Της, ως δύναμη καλλωπισμού όλων των όντων. Επομένως, το Καλό και το Αγαθό είναι τα πρωταρχικά ονόματα της μοναδικής Αιτίας, ενώ το Κάλλος και η Αγαθότητα συνιστούν ονόματα που χαρακτηρίζουν την πρωταρχική πρόοδό Της.
Π.: Ποια είναι η συγκεκριμένη ενέργεια του Θεού ως Καλό και Αγαθό?
π.Δ.P.: Ως πρωταρχικά ονόματα του Θεού, το Καλό και Αγαθό εκφράζει την καθολική αιτιότητά Του ως μοναδική Αιτία. Το Καλό και Αγαθό είναι προπαντός το ποιητικό Αίτιο, το οποίο δημιουργεί όλα τα όντα χαρίζοντας στον κόσμο την καθολική του αρμονία. Ο Θεός δημιουργεί τα όντα σύμφωνα με τα αγαθά θελήματά Του, τα οποία αποτελούν τους θείους λόγους των όντων και ταυτόχρονα τα θεία παραδείγματα και πρότυπά τους. Γι’ αυτό Το Καλό και Αγαθό είναι και το παραδειγματικό Αίτιο, το οποίο προορίζει τη μετοχή των όντων στις θείες δωρεές. Το Καλό και Αγαθό είναι επίσης και το ειδικό Αίτιο, το οποίο χαρίζει σε κάθε δημιούργημα το είδος του. Για τους αγγέλους και τους ανθρώπους το είδος αποτελεί μια άυλη ουσία, για την οποία ο Αρεοπαγίτης λέγει ότι βρίσκεται στο νου τους και συνιστά το κόσμημά τους. Αλλά, το Καλό και Αγαθό είναι και τελικό Αίτιο, διότι είναι ο σκοπός και το τέλος όλων των όντων. Ο Θεός καλεί όλα τα όντα στον εαυτό Του διεγείροντας μέσα τους τον έρωτα προς το κάλλος Του.
Π.: Τι σημαίνει Ιεραρχία κατά τον Αρεοπαγίτη και ποια είναι η δομή της?
π.Δ.P.Ο άγιος Διονύσιος διδάσκει ότι όλα τα κτίσματα μετέχουν αναλόγως στο Καλό και Αγαθό. Απ’ όλα αυτά τα όντα ο Αρεοπαγίτης ασχολείται μόνο με τον κόσμο των αγγέλων, των ανθρώπων και των ιερών πραγμάτων, που ταξινομούνται ιεραρχικά γύρω από την Αρχή τους, τον Χριστό. Ο Άγιος ονομάζει αυτόν τον αγιασμένο κόσμο Ιεραρχία και τον δομεί σύμφωνα με μια τριαδική τάξη, την οποία εκφράζει με τον όρο διακόσμηση. Η Ιεραρχία έχει τρεις ιερές όψεις: την τάξη, την επιστήμη και την ενέργεια. Ο Θεός θέλει να υπάρχει μια ιερή τάξη σ’ όλη την Ιεραρχία, καθώς και σε κάθε διακόσμηση, κάθε βαθμίδα, ακόμα και σε κάθε μέλος της Ιεραρχίας. Η Ιεραρχία, είναι και ιερή επιστήμη, διότι αποτελεί μια αληθινή γνώση περί του Θεού και των θείων. Η ιερή επιστήμη ιεραρχείται σύμφωνα με την τελείωση των ιεραρχικών διακοσμήσεων. Τέλος, η Ιεραρχία είναι ιερή ενέργεια, διότι αυτή προέρχεται από τη μετοχή της Ιεραρχίας στη θεία ενέργεια, η οποία έχει τρεις διακεκριμένες λειτουργίες: την κάθαρση, το φωτισμό και την τελείωση.
Επομένως και η ιεραρχική ενέργεια έχει αυτές τις τρεις λειτουργίες, ούτως ώστε οι ιερουργίες της Ιεραρχίας αποτελούν εικόνες των θεουργιών. Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ιεραρχική ενέργεια ανήκει στον καλό και αγαθό Θεό και έχει ως σκοπό τη θέωση των μελών της Ιεραρχίας. Η Ιεραρχία συνίσταται από δύο μέρη: την Ουράνια Ιεραρχία και την Εκκλησιαστική Ιεραρχία. Η Ουράνια Ιεραρχία αποτελείται από τρεις αγγελικές ιεραρχίες και καθεμία από τρεις αγγελικές διακοσμήσεις. Η πρώτη διακόσμηση (η των Σεραφείμ, των Χερουβείμ και των Θρόνων) παραλαμβάνει ολόκληρη τη θεία έλλαμψη και τη μεταδίδει στις κατώτερες διακοσμήσεις. Για τους ανθρώπους, οι άγγελοί είναι αγγελιοφόροι των θείων μυστηρίων και οι μυσταγωγοί τος προς τον καλό και αγαθό Θεό. Ο Αρεοπαγίτης αναπτύσσει και το πρόβλημα του κακού, διδάσκοντας ότι το κακό εμφανίζεται στα ατελή όντα, στα οποία ασθενεί η παρουσία του Αγαθού. Από την άλλη, το κακό ταυτίζεται με το άσχημο και, συνεπώς, το κακό και άσχημο αποτελεί ένα είδωλο του Καλού και Αγαθού.
Π.: Ποιες τάξεις αποτελούν την Εκκλησιαστική Ιεραρχία κατά την αρεοπαγιτική διδασκαλία?
π.Δ.P.: Ο άγιος Διονύσιος διδάσκει ότι ο Χριστός θεμελίωσε την Εκκλησιαστική Ιεραρχία για να συλλειτουργεί με την Ουράνια Ιεραρχία, γι’ αυτό η Εκκλησία τείνει να γίνει εικόνα του θεοειδούς κάλλους των αγγέλων. Η Εκκλησιαστική Ιεραρχία έχει επίσης μια τριαδική δομή αποτελούμενη από τα μυστήρια, τις ιερατικές τάξεις και τις τάξεις των τελουμένων. Η ενέργειά της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας έγκειται στην κάθαρση, το φωτισμό και την τελειοποίηση, ενώ η επιστήμη της είναι μια γνώση διά των συμβόλων. Κατά τον Αρεοπαγίτη, τα σύμβολα είναι ιερά παραπετάσματα πλασμένα από τους φωτισμένους θεολόγους των Γραφών, διαμέσου των οποίων ο νους του ανθρώπου ανάγεται από τα αισθητά προς τα νοητά.
Έτσι, τα αισθητά κάλλη της Εκκλησίας είναι σύμβολα του θείου Κάλλους, της αγγελικής ωραιότητας και της ομορφιάς της ψυχής του αγιασμένου ανθρώπου. Άρα, ο εκκλησιαστικός συμβολισμός είναι αναγωγικός προς την ένωση με το Καλό και Αγαθό. Επίσης, κατά τον Αρεοπαγίτη οι ιερατικές τάξεις συνιστούν τους θεματοφύλακες του θείου Κάλλους. Παρόλο που τονίζει το ρόλο του κλήρου στην Εκκλησία ο άγιος Διονύσιος δεν αδιαφορεί για τις υπόλοιπες διακοσμήσεις. Οι διακοσμήσεις των τελουμένων μετέχουν στα μυστήρια της Εκκλησίας και ανάγονται αναλόγως προς την τελειότητα. Σημειωτέον ότι ο άγιος Πατήρ θεωρεί ότι μέλη της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας δεν είναι μόνο οι κληρικοί, αλλά επίσης οι μοναχοί, ο ιερός λαός, ακόμα και οι καθαιρόμενοι.
Η αρεοπαγιτική εκκλησιολογία εκφράζει τη θεολογία της Εκκλησίας, διότι κινείται μεταξύ δύο ακρότατων κινημάτων, που εμφανίζονται στη δυτική θεολογία. Δηλαδή, μεταξύ της ισοπέδωσης όλων των εκκλησιαστικών βαθμίδων, προτεσταντικού τύπου, και του κληρικαλισμού, ρωμαιοκαθολικού τύπου.
Π.: Ποια είναι η διδασκαλία περί θεώσεως του αγίου Διονυσίου?
π.Δ.P.: Κατ’ αρχάς να επισημαίνουμε ότι ο Αρεοπαγίτης εκλαμβάνεται την οικονομία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού ως μια αποκατάσταση της ωραιότητας και αγαθότητας της ανθρώπινης φύσεως. Το έργο αναπλάσεως του ανθρώπου από τον Χριστό είναι συνεχώς παρόν μέσα στην Εκκλησία Του διά των θείων μυστηρίων. Κατά τον Αρεοπαγίτη τα κύρια μυστήρια, διαμέσου των οποίων ο πιστός ανυψώνεται προς τη θέωση, είναι το βάπτισμα, η ευχαριστία και η τελετή του μεγάλου μύρου. Το βάπτισμα είναι μια θεογενεσία και ο αρχικός φωτισμός, με την οποία ο Χριστός καθαρίζει την εικόνα του ανθρώπου από το σκότος της αμαρτίας και αναμορφώνει το κόσμημά της. Με το μυστήριο της ευχαριστίας ο Χριστός ενεργεί τη σύναξη και κοινωνία όλων των εκκλησιαστικών τάξεων μαζί Του, τον καλό και αγαθό Θεό και η ένωση κορυφώνεται με τη θεία μετάληψη. Κατά τον Αρεοπαγίτη, όμως, ο Χριστός ενεργεί την πλήρη τελείωση της ωραιότητας της ανθρώπινης φύσης μέσα στην τελετή καθαγιασμού του μεγάλου μύρου.
Ο άγιος Διονύσιος μιλάει όμως και για κορυφαία θέωση, την οποία σχετίζει με την κορυφαία θεοείδεια. Πρόκειται για το αποτέλεσμα αρπαγής του νου μέσα στο θείο γνόφο σε μια έκσταση, μέσα στην οποία σταματά η νοητική του ενέργεια. Η μυστική ένωση με τον Θεό ενεργείται σε αγνωσία και ο πλήρως θεώμενος άνθρωπος παθαίνει τη θέωση. Ο θείος γνόφος αποτελεί όμως μια αρεοπαγιτική μεταφορά σχετικά με το απρόσιτο φως. Προκύπτει ότι η μυστική ένωση συνιστά την ανύψωση του νου στο υπέρθεο φως, δηλαδή στο υπερούσιο φως της θεότητας του Ιησού. Η μυστική ένωση πραγματώνεται όμως μέσα στην Εκκλησία. Ο Αρεοπαγίτης εκλαμβάνει τη λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας γύρω από τον ευχαριστιακό Χριστό ως μια εικόνα των εσχάτων. Μετά την κοινή ανάσταση οι δίκαιοι θα ενώνονται αιωνίως με τον Χριστό μέσα στο φως της θεότητάς Του σ’ ένα παμμακάριστο συμπόσιο χορήγησης όλων των θείων καλλών.
Η μελέτη μας δεν κατορθώνει τίποτα άλλο παρά να προβάλει την πρωτοτυπία του θείου Διονυσίου, ο οποίος διδάσκει πως ο Θεός δεν είναι μόνο υπερουσίως το Φως ή ο Έρως, αλλά προπαντός το Καλό και Αγαθό. Κατά τον Αρεοπαγίτη με τη μετοχή του στα μυστήρια της Εκκλησίας ο χριστιανός έχει τη δυνατότητα να βιώσει τη θεία Ωραιότητα και Αγαθότητα, ακόμα και να ενωθεί μυστικώς με το καλό και αγαθό Θεό, ο Οποίος του χαρίζει το δώρο της θεώσεως ως μια υπερκόσμια καλλοποιΐα και αγαθοποιΐα.
Π.:Πως μπορεί να εκφράσει κανείς τη συνολική ενέργεια του Καλού και Αγαθού στη δημιουργία?
π.Δ.P.: Ο άγιος Διονύσιος εκφράζει την καθολική αιτιότητα του Καλού και Αγαθού με την κίνηση του Θεού έξω από τον Εαυτό Του σε πρόοδο και επιστροφή. Αυτή η καθολική αιτιότητα δηλώνει την καθοδική και ανοδική κίνηση του Θεού στην πρόνοιά Του προς τη δημιουργία, που είναι συνεχής, αιώνια και ατελεύτητη. Μ’ αυτήν την κίνηση δημιουργείται και τελειώνει ο αρεοπαγιτικός κόσμος, που έχει το Καλό και Αγαθό ως αρχή, μέση και τέλος του. Γι’ αυτό τον λόγο ο άγιος Διονύσιος την συμβολίζει με έναν αιώνιο κύκλο: το ανοδικό ημικύκλιο συμβολίζει την θεία πρόοδο, δηλαδή την κάθοδο του Θεού στον κόσμο, ενώ το καθοδικό ημικύκλιο την θεία επιστροφή, δηλαδή την άνοδο όλων των όντων προς το Θεό. Το κέντρο του κύκλου παραμένει ακίνητο στην αΐδια παραμονή του Θεού στον Εαυτό Του.
Από την άλλη, αυτή η καθολική κίνηση ξεκινά διά του θείου Έρωτος. Ο Έρως εξαπολύει την πρόοδο του Καλού και Αγαθού, από τη παραμονή Του στη υπερούσια ένωση, προς την καθολική πρόνοια· ταυτοχρόνως, με τον ερωτικό πυρ που αναφλέγει όλα τα κτιστά, και προπαντός την Ιεραρχία των λογικών όντων, ο Έρως συνάζει όλα τα όντα και τα ενώνει με το Καλό και Αγαθό. Επομένως, κατά τον άγιο Διονύσιο, ο θείος Έρως είναι ο εσωτερικός κινητήρας του Καλού και Αγαθού, που κινεί τα πάντα, τόσο στο Θεό όσο και στον κόσμο. Προφανώς, πρόκειται για μια κοσμοθεωρία η οποία είναι ουσιωδώς χριστιανική.

Καρδιά Πάσχα, νους λάμπα, μάτια δάκρυα


Καρδιά Πάσχα, νους λάμπα, μάτια δάκρυα
Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος
«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα»
(Ὁμιλία κατά τόν πρῶτο Κατανυκτικό Ἑσπερινό, ἀπομαγνητοφωνημένη)
Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀξιωνόμαστε σήμερα νά εἰσέλθουμε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέ τόν Ἑσπερινό τόν ὁποῖο τελέσαμε προηγουμένως, ὁ ὁποῖος λέγεται κατανυκτικός Ἑσπερινός. Εἶναι ὁ πρῶτος κατανυκτικός Ἑσπερινός καί θά συνεχίσουμε κάθε Κυριακή ἀπόγευμα, μέχρι τήν Ε’ Κυριακή των Νηστειῶν, ἐδῶ στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὥστε καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά ἑτοιμαστοῦμε κατάλληλα γιά νά ἑορτάσουμε καί νά μεθέξουμε τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: «Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα»Λέγεται κατανυκτικός Ἑσπερινός, διότι ἔχει τό στοιχεῖο τῆς κατανύξεως. Δηλαδή, βοηθοῦνται οἱ Χριστιανοί νά αἰσθανθοῦν τήν ἐσωτερική κατάνυξη, ὁπότε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νά ἀναπτυχθῆ μέσα τους ἡ μετάνοια καί διά τῆς μετανοίας ἔρχεται ὁ ἁγιασμός. Γιατί συμβαίνει αὐτό πού εἶπε ὁ Χριστός: «μετανοεῖτε ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μέσα ἀπό τήν μετάνοια μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Καί ἐπειδή λέγεται κατανυκτικός Ἑσπερινός, γι’ αὐτό καί τά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται κατά τήν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας, ἰδίως τά πρῶτα τέσσερα τροπάρια, λέγονται κατανυκτικά. Ὑπάρχουν κατανυκτικά τροπάρια σέ ὅλους τούς ἤχους. Σήμερα ἔχουμε τόν τρίτο (γ΄ ) ἦχο καί ἑπομένως ψάλαμε τά κατανυκτικά τροπάρια τοῦ τρίτου ἤχου.

1. Ἑρμηνεία ἑνός κατανυκτικοῦ τροπαρίου

Ἕνα τροπάριο ἀπό αὐτά θά σᾶς ἀναλύσω στά λίγα λεπτά πού ἔχω στή διάθεσή μου σέ αὐτόν τόν πρῶτο κατανυκτικό Ἑσπερινό. Λέγει ὁ ἱερός ὑμνογράφος:
«Τόν διεσπαρμένον μου νοῦν συνάγαγε, Κύριε, καί τήν χερσωθεῖσάν μου καρδίαν καθάρισον, ὡς τῷ Πέτρῳ διδούς μοι μετάνοιαν, ὡς τῷ Τελώνῃ στεναγμόν, καί ὡς τῇ Πόρνῃ δάκρυα, ἵνα μεγάλῃ τῇ φωνῇ κραυγάζω σοι∙ ὁ Θεός σῶσόν με, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος».

Ἡ μετάφραση αὐτοῦ τοῦ ὕμνου εἶναι ἡ ἑξῆς:
«Κύριε, συγκέντρωσε τόν διεσπαρμένο μου νοῦ καί καθάρισε τήν ἄγονη καί σκληρή καρδιά μου, ὅπως ἔδωσες στόν Πέτρο τήν μετάνοια, στόν τελώνη στεναγμό, καί στήν πόρνη γυναίκα δάκρυα, ὥστε μέ μεγάλη φωνή νά κραυγάζω σέ σένα: Θεέ μου, σῶσε με, ὡς μόνος εὔσπλαχνος καί φιλάνθρωπος».

Κατ’ ἀρχάς, βλέποντας αὐτό τό τροπάριο, ὅπως καί πολλά ἄλλα τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας, μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν μεγάλη ἀξία πού ἔχει ἡ ἱερά ὑμνογραφία. Τά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας εἶναι γεμάτα θεολογία. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πέρασε μέσα στά ἱερά τροπάρια. Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων μας, ἡ θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅλα τά δόγματα, ἀλλά κυρίως ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο βιώνουμε τά δόγματα καί ζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ζωή, πέρασε μέσα στήν ὑμνογραφία καί στήν προσευχή.  Ἄρα συνδέεται πολύ στενά τό δόγμα μέ τήν προσευχή, ἡ θεολογία μέ τήν προσευχή, καί αὐτή εἶναι ἡ πραγματική θεολογία.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἱεροί ὑμνογράφοι ὅταν συντάσσουν τά ἱερά τροπάρια, ἐκτός ἀπό τά δικά τους βιώματα, πού ἔχουν καί τά διατυπώνουν μέ τό λεξιλόγιό τους, συγχρόνως χρησιμοποιοῦν καί διάφορες λέξεις καί διάφορες φράσεις ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο κ.ἄ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀφομοίωσε πνευματικά ὅλη τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, συνέταξε τήν περίφημη Δογματική –«Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»– μέσα στήν ὁποία συμπεριέλαβε ὅλα τά δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, σέ ἕνα μόνο βιβλίο, γύρω ἀπό τόν Θεό, τόν Χριστό, τόν ἄνθρωπο καί τήν Ἐκκλησία, καί ὁ ἴδιος συνέταξε ἱερά τροπάρια. Καί ἔτσι βλέπουμε κατά καταπληκτικό τρόπο τήν ἕνωση τῆς θεολογίας μέ τήν ὑμνογραφία.

Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων μας, ἡ θεολογία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅλα τά δόγματα, ἀλλά κυρίως ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο βιώνουμε τά δόγματα καί ζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ζωή, πέρασε μέσα στήν ὑμνογραφία καί στήν προσευχή.

Καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅταν θέλουμε νά δοῦμε ποιά εἶναι ἡ πραγματική θεολογία γιά κάποιο γεγονός, διαβάζουμε τά τροπάρια, ἀλλά καί τίς εὐχές, πού ἔχουν συντάξει ἅγιοι ἄνθρωποι καί τίς διαβάζουμε κατά τήν διάρκεια τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Γιατί; Ὅταν ὑπάρχη μία θεολογία ἡ ὁποία δέν συνδέεται μέ τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας καί εἶναι κάπως διαφορετική καί ἀνεξάρτητη ἀπό αὐτήν, ὅταν ὑπάρχουν σύγχρονοι θεολόγοι, γιά παράδειγμα, πού μιλᾶνε γιά διάφορα θέματα, ἀλλά ἡ θεολογία τους δέν συνδέεται μέ τήν ὑμνογραφία, τότε αὐτή ἡ θεολογία δέν εἶναι ὀρθόδοξη.

Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τί ἀκριβῶς γράφει τό τροπάριο αὐτό τό ὁποῖο σᾶς διάβασα προηγουμένως καί σέ κείμενο καί σέ μετάφραση.

Πρῶτον, συνδέει πολύ στενά τόν νοῦ μέ τήν καρδιά. Γράφει: «Τόν διεσπαρμένον μου νοῦν συνάγαγε, Κύριε, καί τήν χερσωθεῖσάν μου καρδίαν καθάρισον». Βλέπετε ἐδῶ ὁ ἱερός ὑμνογράφος δέν μιλάει τόσο γιά ψυχή καί σῶμα, διότι ἐμεῖς ἔχουμε μάθει, καί μάλιστα ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἐκεῖνο πού βλέπει κανείς στήν προφητική παράδοση, στήν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καί στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, περισσότερο γίνεται λόγος γιά νοῦ καί καρδιά. Μάλιστα λένε ὅτι ὁ Ἀδάμ ὅταν ἔφυγε ἀπό τόν Παράδεισο, ἐπειδή ἔχασε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ νοῦς του σκοτίστηκε. Καί ὁ νοῦς διασκορπίσθηκε ἀπό τήν καρδιά.

Ἔτσι ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπό τό σπίτι. Ὁ νοῦς εἶναι ἐκεῖνος πού ἔφυγε ἀπό τήν καρδιά καί παρέσυρε τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς. Ἄρα ὁ νοῦς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διασκορπίζεται ἀπό τήν καρδιά καί πρέπει νά ἐπιστρέψη σέ αὐτήν.

Καί ἡ καρδιά εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία χερσώθηκε. Ἡ λέξη χέρσος –«χέρσον ἀβυσσοτόκον πέδον ἥλιος», πού ψάλλουμε στίς καταβασίες– εἶναι ἀντίθετη μέ τό νερό, πού σημαίνει χέρσα γῆ, ξηρή γῆ, γῆ πού εἶναι σκληρή, πού εἶναι ἄγονη καί ἀκαλλιέργητη. Καί ἑπομένως ἐδῶ παρακαλεῖ ὁ ἱερός ὑμνογράφος: «καί τήν χερσωθεῖσάν μου καρδίαν καθάρισον».

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἱερός ὑμνογράφος ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά τοῦ δώση δύναμη γιά νά συγκεντρώση τόν νοῦ ἐσωτερικά στήν καρδιά καί ἡ καρδιά ἀπό ἄγονη πού εἶναι νά καθαρισθῆ καί νά γίνη γόνιμη.

Τό δεύτερο σημεῖο πού βλέπουμε στόν ὕμνο αὐτό εἶναι ὅτι –καί ἐδῶ καί ἀλλοῦ– τονίζεται πολύ τό θέμα τῆς μετανοίας. Δηλαδή αὐτό, τό νά ἐπιστρέψη ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος εἶναι διασκορπισμένος, στήν καρδιά καί νά γίνη ἡ καρδιά ἀπό ἄγονη γόνιμη, αὐτό σημαίνει μετάνοια. Ἡ λέξη μετάνοια παράγεται ἀπό τίς λέξεις μετά καί νοῶ. Δέν ἐννοεῖται νά καθαρισθῆ ἡ λογική, ἀλλά νά ἐπιστρέψη ὁ διασπασμένος καί διασπαρμένος νοῦς. Νά ἐπιστρέψη ποῦ; Στήν καρδιά καί διά τῆς καρδιᾶς νά ἀνέλθη στόν Θεό. Αὐτό σημαίνει μετάνοια.

Ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ εὔκολα νά μετανοήση. Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ζῆ μέ τά πάθη τῆς σαρκός καί εἶναι φίλαυτος, εἶναι ἐγωκεντρικός, τότε δέν μπορεῖ εὔκολα νά μετανοήση. Καί ἄν τοῦ πῆ κανείς νά μετανοήση, ἀμέσως λέει, «δέν ἔκανα καί τίποτα κακό», δικαιολογεῖ αὐτό πού ἔπραξε καί τό συγκρίνει καί μέ τούς ἄλλους, λέγοντας «τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἄλλοι». Δέν εἶναι εὔκολο, ἑπομένως, κανείς νά μετανοήση, γιατί πάντοτε δικαιολογεῖ τόν ἑαυτό του καί ἡ δικαιολογία εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση στόν ἄνθρωπο, εἶναι ἐκείνη πού δείχνει τήν μεγάλη ἀρρώστια τήν ὁποία ἔχει. Ὁπότε, ἡ μετάνοια εἶναι ὥρα τῆς Χάριτος. Ὁ Θεός στέλνει τήν Χάρη Του καί ὁ ἄνθρωπος βλέπει τήν ἀσθένειά του καί μετανοεῖ, ἐάν καί ὁ ἴδιος θελήση, γιατί σέ ὅλα τά θέματα ὁ Θεός ἐνεργεῖ καί ὁ ἄνθρωπος συνεργεῖ.

Ἔτσι, ὅπως λέει τό τροπάριο: Δός μου, Κύριε, μετάνοια, ὅπως τήν μετάνοια τοῦ Πέτρου, πού ὅταν κατάλαβε ὅτι ἀρνήθηκε τόν Χριστό, τότε «ἐξελθών ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς». Δός μου τήν μετάνοια τοῦ Τελώνη, ὁ ὁποῖος χτυποῦσε τό στῆθος του καί ἔλεγε «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Δός μου καί τήν μετάνοια τῆς πόρνης γυναίκας, πού ἔπεσε στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ζητοῦσε τήν σωτηρία της. Ἄρα ὁ ὑμνογράφος ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά τοῦ δώση αὐτή τήν μετάνοια καί φυσικά καί ὁ ἴδιος εἶναι ἕτοιμος νά ἀνταποκριθῆ.

Μέ αὐτές, λοιπόν, τίς προϋποθέσεις, ὅτι δηλαδή ὁ ὑμνογράφος καί ὁ Χριστιανός ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά ἐπιστρέψη ὁ νοῦς στήν καρδιά –ἡ καρδιά ἀπό ἄγονη γίνεται γόνιμη, ἀπό ξηρά γίνεται εὐαίσθητη στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ– καί νά τοῦ δώση δάκρυα, καταλήγει: «ἵνα μεγάλῃ τῇ φωνῇ κραυγάζειν σοι∙ ὁ Θεός, σῶσόν με ὡς μόνος εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος».

Ὁ Θεός εἶναι ὁ μόνος εὔσπλαγχνος καί φιλάνθρωπος. Δέν μπορεῖ νά μᾶς δώση κανείς ἄλλος τέτοια ἀγάπη, δέν μπορεῖ νά μᾶς δώση τόση εὐσπλαχνία, ὅπως ὁ Θεός. Γιατί; Διότι εἴμαστε δημιουργήματά Του καί μᾶς ἀγαπᾶ.

2. Ὁ γερο-Αὐγουστῖνος ὁ Φιλοθεΐτης

Ὡς ἐφαρμογή τῆς ἑρμηνείας τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ, θά ἤθελα νά σᾶς πῶ μία διήγηση ἀπό ἕναν σύγχρονο ἁγιορείτη μοναχό, ὁ ὁποῖος ἔζησε σέ ἕνα Φιλοθεϊτικό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στήν Ρωσία, στήν Πολτάβα, τό 1882, καί κοιμήθηκε τό 1965 στό Ἅγιον Ὄρος, στήν ἰδιόρρυθμη τότε Μονή Φιλοθέου. Λεγόταν Αὐγουστῖνος μοναχός, γιά  τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἅγιος Παΐσιος στό βιβλίο πού συνέγραψε γιά τούς Γέροντες πού συνάντησε στά Μοναστήρια καί στίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος, ζοῦσε μέσα στό πνεῦμα αὐτό πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, γι’ αὐτό καί τό ἀναφέρω. Τό διακόνημά του ἦταν νά συγκεντρώνη ὅλα τά γέρικα ζῶα τῆς περιοχῆς, τά ὁποῖα οἱ ἄλλοι μοναχοί –δέν εἶχαν αὐτοκίνητα τότε στό Ἅγιον Ὄρος, τουλάχιστον τότε, καί ὅλες οἱ ἐργασίες γίνονταν μέ τά μουλάρια– ὅταν αὐτά γερνοῦσαν καί δέν μποροῦσαν νά προσφέρουν καμμία ἐργασία, τά ἄφηναν στό δάσος νά τελειώσουν μόνα τους καί πολλές φορές κατασπαράσσονταν ἀπό τά θηρία καί ἀπό τούς λύκους κλπ. Ἐκεῖνος, λοιπόν, λυπόταν αὐτά τά ζῶα, τά συγκέντρωνε καί τά γηροκομοῦσε. Ἦταν γηροκόμος καί νοσοκόμος τους. Τό ἔκανε ἀπό ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη, γιατί τόσα χρόνια ἐξυπηρετοῦσαν τούς μοναχούς στά ἔργα τους. Καί ὅταν ἀργότερα οἱ δυνάμεις του δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο αὐτό καί χρειάστηκε ὁ γερο-Αὐγουστῖνος νά πάη στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς, ζήτησε νά ἀναλάβη κάποιος ἀπό τούς μοναχούς τό διακόνημα αὐτό.

Ἐπίσης, αὐτός ἔδειχνε πολύ μεγάλη ἀγάπη σέ κάθε προσκυνητή. Εἶχε πολύ μεγάλη εὐαισθησία ἐσωτερική καί κάθε ἕναν πού συναντοῦσε τοῦ ἔκανε ἐδαφιαία, στρωτή μετάνοια. Καί ὅταν τοῦ ἔλεγαν: «Γιατί, Γέροντα, βάζεις ἐδαφιαία μετάνοια στούς λαϊκούς;» ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Γιατί ἔχουν τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος». Δηλαδή, ἔβλεπε σέ κάθε ὀρθόδοξο Χριστιανό τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί γι’ αὐτό τόν τιμοῦσε. Φυσικά, δέν ἀρκεῖ νά ἔχη κανείς τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά πρέπει αὐτή ἡ Χάρη νά εἶναι ἐνεργής, ζωντανή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἔβλεπε αὐτή τήν δυνατότητα τήν ὁποία ἔχει ὁ κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανός νά γίνη ἅγιος, καί ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι, μπορεῖ νά σωθῆ.

...Τό τροπάριο βιώθηκε μέ μία φράση, πού ἦταν ἀπόσταγμα ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου αὐτοῦ Γέροντος. Καί θεώρησα καλό νά σᾶς τό πῶ σάν μία κατεύθυνση γιά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Σαρακοστῆς, γιά νά κάνη ὅ,τι μπορεῖ ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις του καί τόν ζῆλο του.

Κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μέ πολλή ἀγάπη καί ζῆλο. Μάλιστα μία φορά αἰσθάνθηκε τήν θεία Κοινωνία ὡς σάρκα καί αἷμα, τόσο πολύ, πού τήν μασοῦσε γιά πολλή ὥρα. Καί ἐνῶ τήν μασοῦσε, συγχρόνως αἰσθανόταν μεγάλη ἀγαλλίαση στήν καρδιά του καί ἔκλαιγε ἀπό μεγάλη χαρά.

Ἀκόμη, τό βράδυ διάβαζε τόν κανόνα του καί τά βιβλία χωρίς νά χρησιμοποιῆ φῶς, γιατί φώτιζε τό κελλί του τό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό τό κελλί του τά μεσάνυχτα μετατρεπόταν σέ μέρα.

Ἐπίσης, εἶχε ἐπισκέψεις ἁγίων. Πολλές φορές εἶδε ἁγίους, ἀγγέλους καί τήν ἴδια τήν Παναγία. Καί ὅταν μάλιστα ἦταν στό Γηροκομεῖο, ἔβλεπε τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους καί σκουντοῦσε τούς ἄλλους Γέροντες μοναχούς νά σηκωθοῦν. Ἔλεγε: «Ἡ Παναγία», «ὁ Ἄγγελος». Ὁ γηροκόμος τόν θεωροῦσε πλανεμένο.
«Σηκωθεῖτε, ἦλθε ὁ τάδε ἅγιος», καί οἱ ἄλλοι δέν ἔβλεπαν τίποτα καί τόν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι σαλός.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος πού ἦταν ἕνα διάστημα στήν Μονή τοῦ ἁγίου Φιλοθέου γράφει γιά τόν γερο-Αὐγουστῖνο:
«Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα ἦταν φωτεινή, γιατί τόν εἶχε ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί μόνο νά τόν ἔβλεπες, ξεχνοῦσες κάθε στενοχώρια γιατί σκορποῦσε χαρά μέ τήν ἐσωτερική του καλοσύνη. Ἡ ἐξωτερική του φορεσιά, τό ζωστικό του τό καταμπαλωμένο, ἦταν χειρότερο ἀπό τό ροῦχο πού κρεμάει ὁ κηπουρός ὡς σκιάχτρο γιά τίς κουροῦνες. Ἐάν τύχαινε νά τοῦ δώση κανείς κανένα καλό πράγμα, τό ἔδινε καί αὐτός σέ ἄλλον... Ἔτσι χαρούμενος μέ τήν πολλή καλοσύνη του, δοξολογώντας τόν Θεό καί προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, πέρασε ἤ μᾶλλον ἔζησε παραδεισένια ζωή στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Μέσα του εἶχε τόν Χριστό, ἡ καρδιά του ἦταν Παράδεισος, καί ἀξιώθηκε νά δῆ καί ἀπό δῶ Ἀγγέλους καί Ἁγίους, ἀκόμα καί τήν Παναγία, καί στήν συνέχεια νά ἀγάλλεται αἰώνια. Τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ἡ ψυχή τοῦ Γερο-Αὐγουστίνου τό πρόσωπο του ἄστραψε τρεῖς φορές! Οἰκονόμησε δέ ὁ Θεός νά βρίσκεται ἐκεῖ δίπλα του καί ὁ Γηροκόμος, ὁ ὁποῖος θαύμασε καί βεβαιώθηκε γιά τίς θεῖες ἐπισκέψεις πού εἶχε ὁ Γέροντας».

Αὐτά εἶναι λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου καί φυσικά τά ἀποδεχόμαστε πλήρως, ὄχι γιατί τά πληροφορήθηκε ἀπό κάποιον ἄλλον, ἀλλά τά  εἶδε ὁ ἴδιος καί τά περιγράφει, εἶναι αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τῆς ζωῆς τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ μοναχοῦ.

Θά μοῦ πεῖτε γιατί ἀναφέρθηκα σέ αὐτόν τόν Γέροντα καί τί σχέση ἔχει αὐτός ὁ Γέροντας μέ τό τροπάριο τό ὁποῖο ἀνέλυσα προηγουμένως. Ἔχει μεγάλη σχέση.
Ζῆ κανείς πολλά χρόνια καί ἀπό τήν πείρα του καταλήγει σέ μερικά συμπεράσματα. Εἶναι αὐτό πού συναντοῦμε στό Γεροντικό ὅπου λέει: «Εἶπε γέρων» καί μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι εἶπε 2-3 λόγια σέ ὅλη του τήν ζωή. Δηλαδή, πολλά εἶπε, ἀλλά αὐτά παρέμειναν στήν μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἀπόσταγμα τῆς πείρας του.

Ἑπομένως, τό ἀπόσταγμα ὅλων αὐτῶν πού ἔζησε ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος ὁ Φιλοθεΐτης, ἦταν μία φράση τήν ὁποία ἔλεγε. Ξέρετε, ὅταν πάη κανείς στό Ἅγιον Ὄρος καί βλέπη μοναχούς, ρωτᾶ: «Γέροντα, πές μου κάτι». Καί οἱ Γέροντες λένε ἀνάλογα μέ αὐτά πού ζοῦν, καί ὄχι αὐτά πού ἔχουν διαβάσει. Ἐκεῖνος ζοῦσε πολλά, ἀλλά ὅλα αὐτά, ὅλη ἡ ζωή του ἦταν κλεισμένη σέ μία φράση:  Τί ἔλεγε; Ἦταν Ρῶσος στήν καταγωγή, μιλοῦσε σπαστά ἑλληνικά καί ἔλεγε:
«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα,  μάτια δάκρυα».

Εἶναι καταπληκτικό! Ὅταν τό διάβασα γιά πρώτη φορά,  –δέν  ἔτυχε  νά  τόν γνωρίσω, γιατί τό 1966 πῆγα γιά πρώτη φορά στό Ἅγιον Ὄρος, δέν ἔτυχε νά τόν γνωρίσω– ἐνθουσιάσθηκα, γιατί αὐτό εἶναι τό ἀπόσταγμα μιᾶς ζωῆς. Τί δίδασκε καί τί ἔλεγε: Στήν καρδιά σας νά ζῆτε τό Πάσχα, στόν νοῦ σας νά ἔχετε τό φῶς -λάμπα, στά μάτια σας δάκρυα.

Ἄν αὐτό τό ἀναστρέψουμε καί ποῦμε «στά μάτια δάκρυα-μετάνοια, στόν νοῦ φῶς-λάμπα, καί στήν καρδιά Πάσχα», τότε καταλαβαίνουμε πῶς προχωρεῖ κανείς στήν πνευματική του ζωή. Εἶναι αὐτό πού οὐσιαστικά λένε οἱ Πατέρες: κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις. Τό νά ζῆ κανείς μέσα στήν καρδιά του τό Πάσχα, δηλαδή τήν ἀγαλλίαση, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν χαρά –ὄχι τήν συναισθηματική χαρά, ἀλλά αὐτή τήν χαρά πού εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος– τόν Χριστό, αὐτό δέν ἔρχεται εὔκολα. Προηγεῖται τό Φῶς μέσα στόν νοῦ,  δηλαδή ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπαλλάσσεται ἀπό τόν σκοτασμό, τήν σύγχυση, τούς πολλούς λογισμούς, καί προσεύχεται καθαρά στόν Θεό, καί φυσικά ὑπάρχουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας.

Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας.

Ἑπομένως, σκεπτόμενος τί θά μποροῦσα νά σᾶς πῶ σήμερα καί βλέποντας αὐτό τό τροπάριο πού ψάλαμε τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχει μεγάλη θεολογία, πού μιλάει γιά τόν νοῦ καί τήν καρδιά καί τήν μετάνοια, ἀμέσως τό συνδύασα μέ τόν Γέροντα αὐτό μοναχό, καί εἶπα: Νά, τί εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, νά, πῶς τά τροπάρια γίνονται τρόπος ζωῆς∙ νά πῶς οἱ βιταμίνες τίς ὁποῖες παίρνουμε μπαίνουν μέσα στόν ὀργανισμό μας καί μᾶς ἀναγεννοῦν καί μᾶς δημιουργοῦν εὐεξία∙ νά, λοιπόν πῶς τό δόγμα γίνεται ζωή∙ νά πῶς ἡ λατρεία γίνεται ἐσωτερική λατρεία!

Γιατί πέρα ἀπό τήν θεία Λειτουργία πού ἔχουμε στούς Ναούς καί τίς ἀκολουθίες, ὑπάρχει καί ἡ ἐσωτερική ἀκολουθία, ἡ ἐσωτερική λειτουργία μέσα στήν καρδιά, αὐτή ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ καρδιακή, ἡ ἀγρυπνία ἡ ἐσωτερική μέσα στήν καρδία, στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς.

Νά, λοιπόν, πῶς τό τροπάριο βιώθηκε μέ μία φράση, πού ἦταν ἀπόσταγμα ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου αὐτοῦ Γέροντος. Καί θεώρησα καλό νά σᾶς τό πῶ σάν μία κατεύθυνση γιά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Σαρακοστῆς, γιά νά κάνη ὅ,τι μπορεῖ ὁ καθένας, ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις του καί τόν ζῆλο του.

Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας.

Ἑπομένως, αὐτό εἶναι τό σύνθημα τό ὁποῖο θά μποροῦσα νά σᾶς δώσω σήμερα:  «Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα». Εἶναι ἡ προοπτική τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Τελειώνοντας θέλω νά ὑπενθυμίσω ὅτι κάθε Κυριακή τό ἀπόγευμα στόν Ἱερό αὐτό Ναό μαζί μέ τόν κατανυκτικό Ἑσπερινό, θά ὁμιλῆ καί ἕνας ἐκ τῶν πατέρων-Ἱεροκηρύκων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας καί Ἐφημερίων, μέχρι τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα τό ὁποῖο ἔχει ἀναρτηθῆ.

Φέτος καθορίσαμε νά εἶναι κεντρικό θέμα ὅλων τῶν ὁμιλιῶν ἡ θεία Λειτουργία, πού εἶναι τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μέσα στίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Γι’ αὐτό νά μήν χάνετε αὐτήν τήν εὐκαιρία.

Οἱ ὁμιλητές θά κουραστοῦν νά ἑτοιμάσουν τά κηρύγματά τους, πού θά εἶναι περίπου 20 λεπτά, γιά νά μᾶς δώσουν μία τροφοδότηση πνευματική, γιά νά διανύσουμε μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, μέ μετάνοια καί μέ καρδιακή ζωή τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή,  ὥστε νά φθάσουμε ἔχοντας δάκρυα στά μάτια καί ἔχοντας φῶς στόν νοῦ στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα καί κυρίως στό Πάσχα, νά ζήσουμε τό Πάσχα μέσα στήν καρδιά μας. Ἀμήν.
http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-247/4796-2017-247-10

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα»



ΜΟΝΗ ΚΗΠΙΝΑΣ


Θά ἤθελα νά σᾶς πῶ μία διήγηση ἀπό ἕναν σύγχρονο ἁγιορείτη μοναχό, ὁ ὁποῖος ἔζησε σέ ἕνα Φιλοθεϊτικό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στήν Ρωσία, στήν Πολτάβα, τό 1882, καί κοιμήθηκε τό 1965 στό Ἅγιον Ὄρος, στήν ἰδιόρρυθμη τότε Μονή Φιλοθέου. Λεγόταν Αὐγουστῖνος μοναχός, γιά  τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἅγιος Παΐσιος στό βιβλίο πού συνέγραψε γιά τούς Γέροντες πού συνάντησε στά Μοναστήρια καί στίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος, ζοῦσε μέσα στό πνεῦμα αὐτό πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, γι’ αὐτό καί τό ἀναφέρω. Τό διακόνημά του ἦταν νά συγκεντρώνη ὅλα τά γέρικα ζῶα τῆς περιοχῆς, τά ὁποῖα οἱ ἄλλοι μοναχοί –δέν εἶχαν αὐτοκίνητα τότε στό Ἅγιον Ὄρος, τουλάχιστον τότε, καί ὅλες οἱ ἐργασίες γίνονταν μέ τά μουλάρια– ὅταν αὐτά γερνοῦσαν καί δέν μποροῦσαν νά προσφέρουν καμμία ἐργασία, τά ἄφηναν στό δάσος νά τελειώσουν μόνα τους καί πολλές φορές κατασπαράσσονταν ἀπό τά θηρία καί ἀπό τούς λύκους κλπ. Ἐκεῖνος, λοιπόν, λυπόταν αὐτά τά ζῶα, τά συγκέντρωνε καί τά γηροκομοῦσε. Ἦταν γηροκόμος καί νοσοκόμος τους. Τό ἔκανε ἀπό ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη, γιατί τόσα χρόνια ἐξυπηρετοῦσαν τούς μοναχούς στά ἔργα τους. Καί ὅταν ἀργότερα οἱ δυνάμεις του δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο αὐτό καί χρειάστηκε ὁ γερο-Αὐγουστῖνος νά πάη στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς, ζήτησε νά ἀναλάβη κάποιος ἀπό τούς μοναχούς τό διακόνημα αὐτό.
Ἐπίσης, αὐτός ἔδειχνε πολύ μεγάλη ἀγάπη σέ κάθε προσκυνητή. Εἶχε πολύ μεγάλη εὐαισθησία ἐσωτερική καί κάθε ἕναν πού συναντοῦσε τοῦ ἔκανε ἐδαφιαία, στρωτή μετάνοια. Καί ὅταν τοῦ ἔλεγαν: «Γιατί, Γέροντα, βάζεις ἐδαφιαία μετάνοια στούς λαϊκούς;» ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Γιατί ἔχουν τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος». Δηλαδή, ἔβλεπε σέ κάθε ὀρθόδοξο Χριστιανό τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί γι’ αὐτό τόν τιμοῦσε. Φυσικά, δέν ἀρκεῖ νά ἔχη κανείς τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά πρέπει αὐτή ἡ Χάρη νά εἶναι ἐνεργής, ζωντανή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἔβλεπε αὐτή τήν δυνατότητα τήν ὁποία ἔχει ὁ κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανός νά γίνη ἅγιος, καί ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι, μπορεῖ νά σωθῆ.
Κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μέ πολλή ἀγάπη καί ζῆλο. Μάλιστα μία φορά αἰσθάνθηκε τήν θεία Κοινωνία ὡς σάρκα καί αἷμα, τόσο πολύ, πού τήν μασοῦσε γιά πολλή ὥρα. Καί ἐνῶ τήν μασοῦσε, συγχρόνως αἰσθανόταν μεγάλη ἀγαλλίαση στήν καρδιά του καί ἔκλαιγε ἀπό μεγάλη χαρά.
Ἀκόμη, τό βράδυ διάβαζε τόν κανόνα του καί τά βιβλία χωρίς νά χρησιμοποιῆ φῶς, γιατί φώτιζε τό κελλί του τό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό τό κελλί του τά μεσάνυχτα μετατρεπόταν σέ μέρα.
Ἐπίσης, εἶχε ἐπισκέψεις ἁγίων. Πολλές φορές εἶδε ἁγίους, ἀγγέλους καί τήν ἴδια τήν Παναγία. Καί ὅταν μάλιστα ἦταν στό Γηροκομεῖο, ἔβλεπε τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους καί σκουντοῦσε τούς ἄλλους Γέροντες μοναχούς νά σηκωθοῦν. Ἔλεγε: «Ἡ Παναγία», «ὁ Ἄγγελος». Ὁ γηροκόμος τόν θεωροῦσε πλανεμένο.
«Σηκωθεῖτε, ἦλθε ὁ τάδε ἅγιος», καί οἱ ἄλλοι δέν ἔβλεπαν τίποτα καί τόν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι σαλός.
Ὁ ἅγιος Παΐσιος πού ἦταν ἕνα διάστημα στήν Μονή τοῦ ἁγίου Φιλοθέου γράφει γιά τόν γερο-Αὐγουστῖνο:
«Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα ἦταν φωτεινή, γιατί τόν εἶχε ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί μόνο νά τόν ἔβλεπες, ξεχνοῦσες κάθε στενοχώρια γιατί σκορποῦσε χαρά μέ τήν ἐσωτερική του καλοσύνη. Ἡ ἐξωτερική του φορεσιά, τό ζωστικό του τό καταμπαλωμένο, ἦταν χειρότερο ἀπό τό ροῦχο πού κρεμάει ὁ κηπουρός ὡς σκιάχτρο γιά τίς κουροῦνες. Ἐάν τύχαινε νά τοῦ δώση κανείς κανένα καλό πράγμα, τό ἔδινε καί αὐτός σέ ἄλλον... Ἔτσι χαρούμενος μέ τήν πολλή καλοσύνη του, δοξολογώντας τόν Θεό καί προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, πέρασε ἤ μᾶλλον ἔζησε παραδεισένια ζωή στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Μέσα του εἶχε τόν Χριστό, ἡ καρδιά του ἦταν Παράδεισος, καί ἀξιώθηκε νά δῆ καί ἀπό δῶ Ἀγγέλους καί Ἁγίους, ἀκόμα καί τήν Παναγία, καί στήν συνέχεια νά ἀγάλλεται αἰώνια. Τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ἡ ψυχή τοῦ Γερο-Αὐγουστίνου τό πρόσωπο του ἄστραψε τρεῖς φορές! Οἰκονόμησε δέ ὁ Θεός νά βρίσκεται ἐκεῖ δίπλα του καί ὁ Γηροκόμος, ὁ ὁποῖος θαύμασε καί βεβαιώθηκε γιά τίς θεῖες ἐπισκέψεις πού εἶχε ὁ Γέροντας».
Αὐτά εἶναι λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου καί φυσικά τά ἀποδεχόμαστε πλήρως, ὄχι γιατί τά πληροφορήθηκε ἀπό κάποιον ἄλλον, ἀλλά τά  εἶδε ὁ ἴδιος καί τά περιγράφει, εἶναι αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τῆς ζωῆς τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ μοναχοῦ.
τό ἀπόσταγμα ὅλων αὐτῶν πού ἔζησε ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος ὁ Φιλοθεΐτης, ἦταν μία φράση τήν ὁποία ἔλεγε. Ξέρετε, ὅταν πάη κανείς στό Ἅγιον Ὄρος καί βλέπη μοναχούς, ρωτᾶ: «Γέροντα, πές μου κάτι». Καί οἱ Γέροντες λένε ἀνάλογα μέ αὐτά πού ζοῦν, καί ὄχι αὐτά πού ἔχουν διαβάσει. Ἐκεῖνος ζοῦσε πολλά, ἀλλά ὅλα αὐτά, ὅλη ἡ ζωή του ἦταν κλεισμένη σέ μία φράση:  Τί ἔλεγε; Ἦταν Ρῶσος στήν καταγωγή, μιλοῦσε σπαστά ἑλληνικά καί ἔλεγε:
«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα,  μάτια δάκρυα».
Εἶναι καταπληκτικό! Ὅταν τό διάβασα γιά πρώτη φορά,  –δέν  ἔτυχε  νά  τόν γνωρίσω, γιατί τό 1966 πῆγα γιά πρώτη φορά στό Ἅγιον Ὄρος, δέν ἔτυχε νά τόν γνωρίσω– ἐνθουσιάσθηκα, γιατί αὐτό εἶναι τό ἀπόσταγμα μιᾶς ζωῆς. Τί δίδασκε καί τί ἔλεγε: Στήν καρδιά σας νά ζῆτε τό Πάσχα, στόν νοῦ σας νά ἔχετε τό φῶς -λάμπα, στά μάτια σας δάκρυα.
Ἄν αὐτό τό ἀναστρέψουμε καί ποῦμε «στά μάτια δάκρυα-μετάνοια, στόν νοῦ φῶς-λάμπα, καί στήν καρδιά Πάσχα», τότε καταλαβαίνουμε πῶς προχωρεῖ κανείς στήν πνευματική του ζωή. Εἶναι αὐτό πού οὐσιαστικά λένε οἱ Πατέρες: κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις. Τό νά ζῆ κανείς μέσα στήν καρδιά του τό Πάσχα, δηλαδή τήν ἀγαλλίαση, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν χαρά –ὄχι τήν συναισθηματική χαρά, ἀλλά αὐτή τήν χαρά πού εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος– τόν Χριστό, αὐτό δέν ἔρχεται εὔκολα. Προηγεῖται τό Φῶς μέσα στόν νοῦ,  δηλαδή ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπαλλάσσεται ἀπό τόν σκοτασμό, τήν σύγχυση, τούς πολλούς λογισμούς, καί προσεύχεται καθαρά στόν Θεό, καί φυσικά ὑπάρχουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας.

Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας. Γιατί πέρα ἀπό τήν θεία Λειτουργία πού ἔχουμε στούς Ναούς καί τίς ἀκολουθίες, ὑπάρχει καί ἡ ἐσωτερική ἀκολουθία, ἡ ἐσωτερική λειτουργία μέσα στήν καρδιά, αὐτή ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ καρδιακή, ἡ ἀγρυπνία ἡ ἐσωτερική μέσα στήν καρδία, στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς.


από το περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Οι αληθινοί Χριστιανοί δεν φοβούνται. Φοβάται αυτός που βρίσκεται μακριά από Τον Ιησού Χριστό. «Περί Δειλίας» ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου


Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιας ψυχής πού εγήρασε στην κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις της πίστεως, με την ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά. 

Ο φόβος είναι κίνδυνος που προμελετάται. Ή διαφορετικά, ο φόβος είναι μία έντρομη καρδιακή αίσθησις, πού συγκλονίζεται και αγωνιά από αναμονή απροβλέπτων συμφορών. Ο φόβος είναι μία στέρησις της εσωτερικής πληροφορίας. 
Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη της δειλίας∙ έχοντας πεποίθησι στον εαυτόν της και όχι στον Θεόν, φοβείται τους κρότους των κτισμάτων και τις σκιές.
Όσοι πενθούν και όσοι καταπονούνται χωρίς να υπολογίζουν κόπους και πόνους, δεν αποκτούν δειλία. Πολλές φορές όσοι υποκύπτουν στην δειλία χάνουν το μυαλό τους. Και είναι φυσικό αυτό, διότι είναι δίκαιος Εκείνος πού εγκαταλείπει τους υπερηφάνους, ώστε και οι υπόλοιποι να μάθωμε να μη υψηλοφρονούμε. 
Όλοι όσοι φοβούνται είναι κενόδοξοι, αλλ΄ όμως όλοι όσοι δεν φοβούνται δεν σημαίνει ότι είναι ταπεινόφρονες, αφού και οι λησταί και οι τυμβωρύχοι δεν υποκύπτουν εύκολα στην δειλία. 
Σε όποιους τόπους συνηθίζεις να φοβήσαι, μη διστάζης να πηγαίνης, όταν ακόμη δεν έχη ξημερώσει. Εάν δείξεις κάποια χαλαρότητα στο σημείο αυτό, τότε θα γηράση μαζί σου το νηπιακό και αξιογέλαστο τούτο πάθος. Ενώ βαδίζεις προς τα εκεί οπλίζου με την προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ εκείνους τους τόπους, ανύψωσε τα χέρια σου. 
Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους εχθρούς, διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στην γη ισχυρότερο όπλο. Αφού απαλλαγής από την αρρώστεια αυτή, ας ανυμνήσης τον Λυτρωτή σου∙ διότι εάν τον ευγνωμονής, θα σε σκεπάζη παντοτινά.
Ποτέ δεν μπορείς διά μιας να γεμίσης την κοιλία. Παρόμοια βέβαια δεν μπορείς διά μιας να νικήσης την δειλία. Όταν έχωμε πολύ πένθος, θα υποχωρήση πιο γρήγορα∙ όταν όμως αυτό μας λείπη, θα παραμένουμε συνεχώς δειλοί. «Έφριξάν μου τρίχες και σάρκες» είπε ο Ελιφάζ (Ιώβ δ΄ 15), περιγράφοντας την πανουργία τούτου του δαίμονος. 
Άλλωτε εδειλίασε πρώτα η ψυχή και άλλοτε το σώμα, και εν συνεχεία μεταβίβασε το ένα στο άλλο το πάθος. Αν συμβή να φοβηθή το σώμα, χωρίς όμως να εισδύση ο άκαιρος φόβος στην ψυχή, ευρισκόμεθα πλησίον στην θεραπεία. Όταν δε όλα τα δυσάρεστα και απροσδόκητα τα δεχώμεθα πρόθυμα, με συντριμμένη καρδιά, τότε ελευθερωθήκαμε πραγματικά από την δειλία.
Δεν ενισχύει τους δαίμονας εναντίον μας το σκότος και η ερημία των τόπων, αλλά η ακαρπία της ψυχής μας. Μερικές φορές όμως πρόκειται για οικονομική παίδευσι εκ μέρους του Θεού. 
Εκείνος που έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθή μόνο τον ιδικό του Δεσπότη. Και εκείνος πού δεν φοβείται ακόμη Αυτόν, φοβείται πολλές φορές την σκιά του. 
Όταν πλησιάση αοράτως ένα πονηρό πνεύμα, φοβείται το σώμα. Όταν όμως πλησιάση κάποιος Άγγελος, αγάλλεται η ψυχή των ταπεινών. Γι΄αυτό, μόλις από την ενέργεια αυτή αντιληφθούμε την παρουσία του, ας τρέξουμε γρήγορα στην προσευχή, διότι ήλθε να προσευχηθή μαζί μας ο αγαθός μας φύλαξ.

''Όποιος ενίκησε την δειλία, είναι φανερό ότι ανέθεσε στον Θεόν και την ζωή και την ψυχή του...'