Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Πρωτοφανές: Ψυχικά ασθενείς όσοι ασχολούνται με τον αντιαιρετικό αγώνα της Εκκλησίας! (Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς)


σ.σ. Άκουσον, άκουσον. Ο «ειδικός» στην «ψυχολογία και ψυχοπαθολογία του θρησκευτικού βιώματος και της θρησκευτικής συμπεριφοράς» π. Θερμός ΜΟΙΡΑΖΕΙ ΤΡΕΛΛΟΧΑΡΤΑ σε όσους διαμαρτύρονται ενάντια στην παναίρεση του οικουμενισμού και προτείνει ως ‘λύση’ την εκπαίδευση του ποιμνίου για να γίνει η Εκκλησία πιο «ανοιχτή» και «ευέλικτη» στις αλλαγές!! 
***
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 23η Νοεμβρίου 2017
Είναι πλέον γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή, την οποία χαρακτηρίζει κατ’ εξοχήν η πνευματική σύγχυση και η διαστροφή των εννοιών. Η λεγόμενη «Νέα Υδροχοϊκή Εποχή» και το γνήσιο πνευματικό τέκνο του η παναίρεση του Οικουμενισμού,» εισάγει και επαγγέλλεται στην ανθρωπότητα, ένα νέο τρόπο σκέψεως του ανθρώπου, ο οποίος καλείται να βγει από τα στεγανά της «παλιάς εποχής». Καλείται να αποβάλλει τα δόγματα και τις δοξασίες της, τα οποία «κρατούσαν την ανθρωπότητα δέσμια» σε «κλειστά συστήματα» και «δημιουργούσαν στεγανά ανάμεσα σε πρόσωπα και ομάδες». Να αποδεχτεί τον «άλλον», μαζί με τις δοξασίες του, τις οποίες η παλιά εποχή χαρακτήριζε ως πλάνες και αιρέσεις. Τώρα πια δεν υπάρχουν αιρέσεις, αλλά διαφορετικές «οπτικές της αλήθειας»! Οι διάφορες χριστιανικές ομολογίες, ακόμη και οι άλλες θρησκείες εκφράζουν, σύμφωνα με την νέα κυρίαρχη ιδεολογία της «Νέας Εποχής», διαφορετικές πλευρές και οπτικές της απόλυτης αλήθειας. Η απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει σε καμιά θρησκεία, αλλά προκύπτει μόνο με τον συγκερασμό όλων των θρησκειών σε ένα νέο θρησκευτικό μόρφωμα, την πανθρησκεία.
Όμως η εμφάνιση και ανάπτυξη του οικουμενιστικού τέρατος καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνος και μέχρι σήμερα, προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί δυναμικές αντιδράσεις στο υγιές εκκλησιαστικό σώμα, αφού η νέα αυτή αίρεση ακυρώνει την εν Χριστώ σωτηρία, η οποία επιτυγχάνεται μόνον δια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτές οι αντιδράσεις, που βαθμηδόν έχουν πάρει την μορφή αντιαιρετικού αγώνος, ενοχλούν τους θιασώτες του Οικουμενισμού, οι οποίοι μετά την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, επιτίθενται με σφοδρότητα εναντίων όσων αγωνίζονται με την Χάρη του Θεού στον άνισο, (κατ’ άνθρωπον), αυτόν αγώνα με το θηρίο της αιρέσεως. Επειδή δεν μπορούν να τους αντιμετωπίσουν με θεολογικά επιχειρήματα, επιτίθενται συχνά με βαρείς και υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Τους κατηγορούν ότι κυριαρχούνται από πνεύμα αναχρονισμού, ελλείψεως αγάπης, μίσους και φονταμενταλισμού.

Με έκπληξη αλλά και οδύνη ψυχής διαπιστώσαμε στο γνωστό περιοδικό «ΣΥΝΑΞΗ» (τ. 143), που δημιούργησε ο μακαριστός Παναγιώτης Νέλλας, ένα νέο είδος ύβρεως εναντίον εκείνων, που αγωνίζονται στον καλόν αγώνα της ομολογίας της πίστεως, ένα νέο βαρύ χαρακτηρισμό, αυτόν του ψυχασθενούς, που έρχεται να προστεθεί στους προηγουμένους. Πρωταγωνιστής στο νέο αυτόν υβριστικό χαρακτηρισμό ο γνωστός κληρικός και ψυχίατρος της Ι. Μητροπόλεως Θηβών π. Βασίλειος Θερμός. Ο εν λόγω κληρικός σε άρθρο του στο εν λόγω περιοδικό, με τίτλο: «Ψυχαναγκαστική αιρεσιομαχία: Αγχολυτικό ευρέως φάσματος και παντός καιρού», κάνει λόγο γι’ αυτούς που μάχονται εναντίον των αιρέσεων, τους οποίους θεωρεί ως ψυχοπαθείς, ως πάσχοντες από ένα είδος ψυχαναγκαστικής νεύρωσης, την οποία μάλιστα ονομάζει «ψυχαναγκαστική αιρεσιομαχία», όπως φαίνεται και από τον τίτλο του άρθρου. Προσπαθεί δε να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτόν, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως ψυχιάτρου και χρησιμοποιώντας ψυχιατρική ορολογία. Προκειμένου να προσδώσει επιστημονικό κύρος στα γραφόμενά του, γράφει: «Σε προ εικοσαετίας κείμενό μου ασχολήθηκα με τα ψυχολογικά αίτια της παθολογικής συμπεριφοράς εκείνων των πιστών, οι οποίοι αναζητούν παντού κακοδοξίες και αιρέσεις και, όταν νομίζουν ότι τις ανακαλύπτουν, γίνονται επιθετικοί με τους φορείς τους». Οι αιρέσεις για τον συγγραφέα είναι κάτι το δυσεύρετο, αφού για να τις ανακαλύψει κανείς, χρειάζεται να ψάξει. Είναι τραγικό για έναν ερευνητή επιστήμονα, να αγνοεί αυτή την φρικτή όντως πραγματικότητα, που βιώνει ο πιστός λαός του Θεού, το γεγονός δηλαδή, ότι σήμερα η Εκκλησία μας πολεμείται από ένα πλήθος αιρέσεων, σεκτών και παραθρησκευτικών ομάδων, των οποίων ο αριθμός είναι μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Μάλιστα η Συνοδική Επιτροπή επί των Αιρέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν από αρκετά χρόνια είχε ασχοληθεί με την ταξινόμηση και δημιουργία καταλόγου όλων των γνωστών αιρέσεων και παραθρησκευτικών ομάδων, οι οποίες δρουν στον ελληνικό χώρο και διαπιστώθηκε ότι είναι πολλές εκατοντάδες. Ενώ λοιπόν η κοινωνία μας έχει πλημυρίσει κυριολεκτικά από αιρέσεις και ο κίνδυνος να παρασυρθεί κανείς και να πέσει στα δίχτυα αυτών είναι ορατός και διά γυμνού οφθαλμού και ενώ η Εκκλησία κάθε χρόνο διοργανώνει Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις για την αντιμετώπιση των αιρέσεων, ο αγαπητός π. Βασίλειος δεν βλέπει πουθενά αιρέσεις. Βέβαια δεν μας εκπλήσσει η αδυναμία του να διακρίνει τις αιρέσεις, αφού και η ψευδοσύνοδος της Κρήτης δεν «είδε» πουθενά αιρέσεις, γι’ αυτό και δεν θεώρησε χρέος της να καταδικάσει καμία αίρεση.

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω Τού Πρωτοπρεσβύτερου Βασιλείου Λ. Βασιλείου Ενορία Αγίου Νικολάου Σιάτιστας


Αγαπητοί μου ενορίτες,
Συμπληρώνονται οκτώ μήνες από τη μυστηριώδη εκείνη νύκτα που εξαφανίσθηκε ο νεαρός Κωστής από την πόλη μας. Το γεγονός έγινε θέμα συζητήσεως από όλους μας. Έφθασε μέχρι τα ΜΜΕ, ραδιόφωνα και τηλεόραση. Κατάντησε το δράμα σε σήριαλ. Δημοσιογράφοι, μη ειδήμονες, απλοί άνθρωποι, ο καθένας έχει τη άποψή του, βγάζει τα συμπεράσματά του, τις αποφάσεις του. Χωρίς ακόμη να έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη, όλοι μιλούν μέχρι σήμερα καταδικαστικά για εκείνον ή για εκείνους που εγκλημάτησαν. Μιλούν με αποτροπιασμό και με απέχθεια για τον φόνο. Και ζητούν την παραδειγματική καταδίκη του απαίσιου φονιά.
Ο Θεός από πάνω, μας βλέπει και σιωπά. Θα έλθει η στιγμή που θα μιλήσει και θα φανερώσει την αλήθεια. Αν όμως τον αναγκάζαμε να μιλήσει σήμερα, θα έλεγε τα ίδια που είπε κάποτε σε κείνους, που του έφεραν μπροστά του μία γυναίκα, η οποία είχε συλληφθεί να μοιχεύει και ζητούσαν το λιθοβολισμό της: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτή». (Ιωάν. Η΄ 8 ) Όποιος είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος πέτρα επάνω σ’ αυτήν. Και τότε, έχοντας λίγη αυτογνωσία ο καθένας τους, σηκώθηκαν και έφυγαν και δεν την λιθοβόλησαν. Κι εμείς σήμερα, αν είχαμε λίγη αυτογνωσία δεν θα μιλούσαμε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Θα στεκόμασταν πολύ διαφορετικά απέναντι στον εγκληματία. Γιατί και αυτός είναι ένα μέλος της σάπιας κοινωνίας μας. Θα λυπόμασταν και θα κλαίγαμε για το κατάντημά του. Θα κάναμε περισσότερη προσευχή. Να αναπαύσει ο Θεός πρώτα τον Κωστή και έπειτα να συγχωρήσει αυτόν, που προέβη σ’ αυτή τη βδελυρή πράξη. Θα ψάχναμε πιο πολύ τον εαυτό μας, επειδή κι εμείς είμαστε αμαρτωλοί, για να δούμε μήπως κι εμείς έχουμε διαπράξει κάποια παρόμοια πράξη.
Ίσως μας διαφεύγει ότι, ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και από ψυχή, και ότι είναι δυνατόν να σκοτώσουμε ή το σώμα του ή την ψυχή του. Ότι ο θάνατος μπορεί να είναι ακαριαίος ή σταδιακός. Ότι υπάρχει άμεσος φόνος ή έμμεσος. Ότι μπορεί κάποιος να θανατώνει σταδιακά ακόμη και τον εαυτό του. Αν δούμε έτσι τα πράγματα, τότε πιθανότατα μπορεί να ανακαλύψουμε ότι, κι εμείς ίσως να έχουμε διαπράξει κάποιο φόνο ή φόνους ή να συνεργήσαμε να γίνει κάτι τέτοιο. Δυστυχώς είμαστε μέτοχοι σε πολλές περιπτώσεις θανάτου συνανθρώπων μας. Η νοθεία στα τρόφιμα, οι μολυσμένες τροφές, οι υπερβολικές δόσεις λιπασμάτων, οι ορμόνες στα φυτά και στα ζώα που τρώμε, δεν σκοτώνουν; Το κάπνισμα, το πιοτό, τα ναρκωτικά, το υπερβολικό φαγητό και η υπερβολική κρεοφαγία δεν σκοτώνουν; Το στρες, το άγχος, η αγωνία, οι ποικίλες πιέσεις δεν σμικρύνουν τη ζωή μας; Οι εκτρώσεις ανυπεράσπιστων εμβρύων δεν είναι φόνοι; Μήπως τα ψέματα και οι συκοφαντίες και οι αδικίες δεν έχουν προκαλέσει θανάτους κοινωνικούς και σωματικούς;
Η αναλγησία στον πόνο, στη φτώχεια και στα προβλήματα του πλησίον μας δεν έχουν προξενήσει πολλούς θανάτους; Αλλά και την ψυχή δεν την σκοτώνουν οι διάφορες αμαρτίες και τα συνεχιζόμενα πάθη; Η απιστία είναι θάνατος της ψυχής. Η οργή, η μνησικακία, η θλίψη, ο φθόνος, το μίσος, η ζήλια, το άγχος, η αγωνία, η απελπισία, οι σαρκικές αμαρτίες, όλα αυτά προξενούν τον πνευματικό θάνατο στον εαυτό μας. Όταν σκανδαλίσω ποικιλοτρόπως τον συνάνθρωπό μου, σε θέματα πίστεως, ηθικής συμπεριφοράς, πλουτισμού, σαρκικότητας, αδικίας, παρανομίας δεν σκοτώνω την ψυχή τη δική μου αλλά και του άλλου, ακόμη και το σώμα του; Τέλος, ο εγωισμός, η υποκρισία και η υπερηφάνεια δεν προκαλούν τον τελεσίδικο θάνατο της ψυχής;
Όταν ο Χριστός μιλούσε για τους νεκρούς που κυκλοφορούν γύρω μας, αυτούς εννοούσε. Τους πνευματικά πεθαμένους, που σκοτώθηκαν από τα πάθη και τις αμαρτίες τους.
Μετά από αυτήν την μικρή αυτοεξέταση, ποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν είναι ένοχος σε τίποτα; Ποιος είναι αθώος;
Η φωνή του Χριστού είναι διαχρονική: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθον βαλέτω». Όποιος αισθάνεται αναμάρτητος, μπορεί να «λιθοβολεί» τους ενόχους.
Αγαπητοί μου, αφήσαμε τον εαυτό μας και ασχολούμαστε με τους άλλους. Είναι καιρός για αυτοεξέταση, για αυτοκριτική, για αυτομεμψία. Το ποιος σκότωσε τον Κωστή, ας το αφήσουμε στην ανθρώπινη δικαιοσύνη, προπαντός, όμως, στη θεία δικαιοσύνη. Εμείς ας ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, τον οποίο έχουμε παραμελήσει.
Αν ο καθένας μας πρόσεχε τον εαυτό του και ασχολούνταν με αυτόν, η κοινωνία μας θα ήταν καλύτερη. Ας το προσπαθήσουμε!
Με πολλές ευχές και κάθε ευλογία
ο Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΑΓΙΑ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ



Mερικοὶ χριστιανοὶ λέγουν, ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ ἀγανακτῇ. Ὁμοίως λέγουν, ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ θυμώνῃ καὶ νὰ ὀργίζεται. Ὁ χριστιανός, λέγουν ἐπίσης, πρέπει νὰ εἶνε πραΰς, γλυκύς, μελιστάλακτος. Eἶνε ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Ὁ χριστιανὸς βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀγανακτῇ, νὰ θυμώνῃ καὶ νὰ ὀργίζεται ἀδίκως, χωρὶς σοβαρὸ λόγο, καὶ ἰδίως ὅταν θίγεται ὁ ἐγωισμός του. Ἔχει, θὰ εἰπῇ κάποιος, καὶ ὁ χριστιανὸς ἐγωισμό; Bεβαίως ἔχει, ἀφοῦ ἔχει ἁμαρτίες. Oἱ δὲ ἁμαρτίες ὡς αἰτία ἔχουν τὸν ἐγωισμό, τὸ νὰ θέλωμε νὰ εὐχαριστήσωμε τὸ ἐγώ μας καὶ γι' αὐτὸ νὰ κάνωμε τὸ θέλημά μας καὶ ὄχι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιὰ ἀσέβειες, γιὰ καταπάτησι τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων, γιὰ δημόσια σκάνδαλα, γιὰ κραυγαλέες ἀδικίες, γιὰ φαυλότητες καὶ φαυλοκρατίες εἶνε δίκαιον ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ν' ἀγανακτῇ, νὰ θυμώνῃ, νὰ ὀργίζεται.
Στὶς 20 Ἰουλίου ἡ Ἐκκλησία ἑώρτασε τὸν προφήτη Ἠλία. Πολὺ μεγάλος ὁ προφήτης Ἠλίας. Ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν» (Mατθ. ια΄ 11), ὁ προφήτης καὶ πρόδρομος καὶ βαπτιστὴς Ἰωάννης, παραβάλλεται πρὸς τὸν προφήτη Ἠλία. Ὁ Ἰωάννης ἦλθε καὶ ἔδρασε στὸν κόσμο «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού» (Λουκ. α΄ 17). Ποῖο τὸ κατ' ἐξοχὴν γνώρισμα τοῦ Ἠλία; Tὸ ὅτι ἦταν ζηλωτής, εἶχε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Kύριο σὲ θερμότατο καὶ ἐντονώτατο βαθμό, καὶ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ ζήλου δὲν ὑπέφερε τὴν ἀποστασία ἀρχόντων καὶ λαοῦ ἀπὸ τὸν Kύριο, ἀναστατωνόταν, ἀγανακτοῦσε, ὠργιζόταν καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Kύριο τιμωρία τῶν ἀποστατῶν. Πολὺ συγκινητικὴ ἡ προσευχή του: Kύριε, νὰ κλείσῃς τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ μὴ πέσῃ σταγόνα βροχὴ στὴ γῆ. Kαὶ ν' ἀνοίξῃς πάλι τὸν οὐρανό, ὅταν θὰ σοῦ εἰπῶ ἐγώ! Ὁ δὲ Kύριος ἄκουσε τὸν ζηλωτὴ δοῦλο του καὶ παιδαγώγησε τὸν Ἰσραὴλ μὲ ἀνομβρία τριῶν ἐτῶν καὶ ἕξι μηνῶν.

Ὅσοι δὲν θέλουν ποτὲ ὀργὴ καὶ ἀγανάκτησι τῶν χριστιανῶν, ἀπορρίπτουν τὸ ἐπιχείρημα ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ζηλωτοῦ Ἠλία. Λέγουν: Ἐμεῖς δὲν ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς, ἀλλὰ τῆς Kαινῆς Διαθήκης. Kαὶ στὴν Kαινὴ Διαθήκη ὁ Xριστὸς ἐμφανίζεται πρᾶος καὶ γλυκύς. Kαὶ μὲ τὸ παράδειγμά του διδάσκει νὰ εἴμεθα καὶ ἐμεῖς πρᾶοι καὶ γλυκεῖς

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Κάρτα Πολίτη. Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης.




Κάρτα Πολίτη. Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης. «Πρόταση γιά ἕνα μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα»
Σᾶς παρουσιάζουμε μιά σημαντική πρόταση, τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ κ. Δημ. Τσελεγγίδη, πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον ἀφορᾶ τό νομικό μέρος γιά τό θέμα τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
 ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
 ..................
54124 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τηλ. Γραφ. 2310 996957
Οἰκ. 2310 342938        
Θεσσαλονίκη 1-9-2010 

Πρός
Τήν Ἱερά Σύνοδο
Τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰ. Γενναδίου 14
11521 ΑΘΗΝΑ

Θέμα: «Πρόταση γιά ἕνα μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα»


Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Θά ἤθελα νά ἀπευθυνθῶ πρός Σᾶς, ὡς τήν Ἀνωτάτη Διοίκηση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μας, γιά ἕνα πολύ σοβαρό θέμα πού μᾶς ἀφορᾶ καίρια ὡς εὐρωπολίτες Χριστιανούς.
Στό παρελθόν, μέ ἀφορμή τήν εἰσαγωγή στή ζωή τῶν πολιτῶν ἠλεκτρονικῶν συστημάτων πού λειτουργοῦν μέ βάση τόν γραμμωτό κώδικα (barcode), ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, τό Ἅγιον Ὅρος καί τά Ἅγια Μετέωρα ἐξέδωσαν Ἐγκυκλίους καί κείμενα μέ τά ὁποῖα ἐξέφραζαν τόν ἔντονο προβληματισμό τους καί δικαιολογοῦσαν τίς ἀνησυχίες τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Τόσο ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση ὅσο καί ἀπό τήν Πολιτεία μας ἀνακινεῖται κατά καιρούς τό θέμα πού ἀφορᾶ τή λειτουργική ἀναγκαιότητα, ὅπως ὑποστηρίζεται, νά δοθεῖ σέ κάθε πολίτη ἕνας ἑνιαῖος κωδικός ἀριθμός ἠλεκτρονικῆς μορφῆς, εἴτε σέ ταυτότητες εἴτε σέ κάρτες μέ μικροτσίπ.  Ἄν καί ὑφίσταται ἤδη τό νομοθετικό πλαίσιο γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὁ ἑνιαῖος κωδικός ἀριθμός δέν δόθηκε, ἐξαιτίας ἀρνητικῶν ἀντιδράσεων τῶν πολιτῶν.

Πρόσφατα, ἡ σημερινή πολιτική ἡγεσία τῆς χώρας μας ἀνακοίνωσε ἐπισήμως ὅτι ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 2011 θά καθιερωθεῖ ἡ «Κάρτα τοῦ Πολίτη», μία μορφή ἠλεκτρονικῆς ταυτότητας.  Ἤδη καί ἐγώ προσωπικῶς, ὅπως καί πάρα πολλοί ἄλλοι, γίνομαι ἀποδέκτης ἀνησυχιῶν ἀπό πλῆθος πιστῶν.  Καί φυσικά κατανοῶ ποιά εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία αὐτῆς τῆς ἀνησυχίας.  Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, ὀφείλω νά διαβιβάσω καταρχάς σέ Σᾶς τίς ἀνησυχίες αὐτές, ἀλλά καί νά θέσω ὑπόψη Σας τά ἑξῆς:  Εἶναι αὐτονόητο ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις καί τά δικαιώματα τοῦ πολίτη ἔναντι τῆς Πολιτείας, ὅπως καί οἱ οἰκονομικές συναλλαγές του, ὁρίζονται μέ νόμους, ἡ τήρηση τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωτική γι’ αὐτόν.
Ἀλλά καί ἡ συντεταγμένη Πολιτεία μας, ὡς μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως (Ε.Ε.) εἶναι ὑποχρεωμένη νά τηρεῖ ἀπαρέγκλιτα τό Εὐρωπαϊκό Δίκαιο καί τίς Κοινοτικές Συνθῆκες, ὅπως εἶναι:
Ἡ Ἱδρυτική τῆς Ρώμης (1997), τοῦ Μάαστριχ (1992), τοῦ Σένγκεν (1997), τοῦ Ἄμστερνταμ (1997), τῆς Λισσαβώνας (2007).  Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔχει ἑτοιμαστεῖ ἤδη τό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα τό ὁποῖο δέν ψηφίστηκε τελικῶς ἀπό τά κράτη-μέλη τῆς Ε.Ε., γιατί ἀντέδρασαν κάποιοι λαοί τῆς Κοινότητας γιά ὁρισμένες διατάξεις του πού ἀντίκεινται στά δικαιώματα τῶν πολιτῶν.

Τό Εὐρωπαϊκό Δίκαιο, ὡς πρωτογενές Δίκαιο, ὑπέρκειται τοῦ ἐθνικοῦ μας Συνταγματικοῦ δικαίου.  Κατά συνέπεια, ἄν θέλουμε νά κατοχυρώσουμε τήν μή ὑπονόμευση κάποιου δικαιώματός μας, θά πρέπει νά φροντίσουμε αὐτό τό δικαίωμά μας νά κατοχυρωθεῖ στό πρωτογενές Δίκαιο.  Σήμερα βλέπουμε, στό πλαίσιο δῆθεν τῶν δικαιωμάτων τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου, νά ἀμφισβητεῖται νομικῶς ἡ ὕπαρξη εἰκόνων στά σχολεῖα καί στά δημόσια κτίρια, οἱ μαντῆλες τῶν μουσουλμάνων κ.τ.λ.  Καί ὅλα αὐτά γίνονται μέ τήν ἐπίκληση τῶν νέων δεδομένων τῆς πολυ-πολιτισμικῆς κοινωνίας τῆς Ε.Ε., ὅπου ἡ παρουσία ἑνός συμβόλου μίας θρησκείας δέν θά πρέπει νά προσβάλλει μέ τήν παρουσία του τήν θρησκευτική συνείδηση ἐκείνου πού δέν ἀνήκει στήν ἴδια θρησκεία.

Μέσα στό πνεῦμα τῶν νέων εὐρωπαϊκῶν δεδομένων, φρονῶ ὅτι θά πρέπει νά κινηθεῖ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία μας προκειμένου νά ἀπαιτήσει, ὥστε νά ὁριστεῖ στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα (νά σημειωθεῖ ὅτι στό Εὐρωπαϊκό Σύνταγμα φρόντισαν νά μήν ὑπάρχει καμία ἀναφορά στή χριστιανική κληρονομιά, «σεβόμενοι» πάντοτε τήν ἰδιαιτερότητα τῆς πολυ-πολιτισμικῆς κοινότητας), - καί μάλιστα σέ μή ἀναθεωρήσιμο ἄρθρο του – τό ἐξῆς:
«Δέν ἐπιτρέπεται ἡ Ε.Ε. ἤ κράτος-μέλος της νά νομοθετήσει, νά προωθήσει καί νά ἐπιβάλλει σέ ὁποιοδήποτε ἔγγραφο, κάρτα, μικροτσίπ, ταυτότητα ἡ ἠλεκτρονικό σύστημα συναλλαγῶν, κάποιο ἀριθμό - ὅπως τόν δυσώνυμο 666 - ὄνομα ἤ σύμβολο ἤ χάραγμα, πού προσβάλλει τή θρησκευτική συνείδηση τῶν Χριστιανῶν ἤ τῶν ὁπαδῶν ἀλλης θρησκείας».
Ἄν δέν φροντίσουμε ἐγκαίρως καί δέν ἀπαιτήσουμε στό πλαίσιο τῆς εὐνομούμενης καί συντεταγμένης Ε.Ε. νά κατοχυρωθεῖ νομοθετικά τό παραπάνω δικαίωμά μας, τότε θά δώσουμε τήν βεβαία αἴσθηση ὅτι ἀποδεχόμαστε ὅσα νομοθετοῦν γιά μᾶς, ὅτι δηλαδή συνειδητῶς ἐκχωροῦμε τά δικαιώματά μας.  Γι’ αὐτό, στήν περίπτωση πού δέν τηρήσουμε ὅσα θεσπιστοῦν, θά ὑποστοῦμε δικαίως τίς συνέπειες τοῦ νόμου.
Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές ὅτι ἡ μόνη σωστή καί νόμιμη λύση τοῦ προβλήματος εἶναι νά ζητήσουμε τήν νομική κατοχύρωση τοῦ δικαιώματός μας καί ὄχι νά ἐκδηλώνουμε κάθε τόσο τήν ἀνησυχία εἴτε τήν ἀντίδρασή μας, ἄλλοτε γιά τήν κάρτα ὑγείας ἄλλοτε γιά τό διαβατήριο, τίς ταυτότητες, τήν κάρτα τοῦ πολίτη κ.τ.λ.
Ἔχουμε τήν πεποίθηση ὅτι ἡ δημοκρατική Εὐρωπαϊκή Κοινότητα δέν θά ἔχει κάποιο πρόβλημα στό αἴτημά μας, ὥστε νά κατοχυρώσει ἕνα τέτοιο δικαίωμα πού ἀφορᾶ ὅλους τούς λαούς.  Ἀπεναντίας θά ἔχει καί τήν στήριξή τους.  Ἐκτός καί ἄν ὄντως εἶναι πρόθεση τῆς Ε.Ε. νά ἐπιβάλλει τόν ὅποιο δυσώνυμο ἀριθμό καί νά προσβάλλει τή θρησκευτική συνείδηση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, ὁπότε μέ τήν ἄρνησή της νά κατοχυρώσει τό παραπάνω δικαίωμά μας, θά γίνει γνωστή ἡ πρόθεσή της
Μέ βαθύτατο σεβασμό
ἀσπάζομαι τήν δεξιά Σας

Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ


Κοινοποίηση: 1.  Σέ ὅλους τούς Ἰεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
                              2.  Σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης
                              3.  Σέ ὅλες τίς Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὅρους
                              4.  Σέ ὅλες τίς Ἱερές Μονές τῶν Ἁγίων Μετεώρων.
πηγή: © Αναβάσεις

Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής! Δημήτριος Τσελεγγίδης



Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού στις 16 Δεκεμβρίου 2011 με τον κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Πανοσιολογιότατοι πατέρες, αιδεσιμολογιότατοι, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
η ομιλία μου βέβαια δεν θα κινηθεί στην κατεύθυνση ούτε της υπερασπίσεως της Πίστεως ούτε κατά του αντιαιρετικού αγώνα, αλλά στην υποδομή της χριστιανικής μας ταυτότητας, που είναι υπόθεση ζωής. Τα γεγονότα, που εκκλησιαστικώς θα εορτάσουμε σε λίγες ημέρες, η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, αποτελεί το κορυφαίο εκείνο γεγονός διά του οποίου εγκαινιάστηκε η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από την ίδια την θεότητα· ο άνθρωπος διά του Θεανθρώπου έχει πλέον τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της Εκκλησίας, να ζει την ζωή του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ και αυτήν να την φανερώνει στο κοινωνικό του περιβάλλον και στο γενικότερο κοινωνικό γίγνεσθαι στο μέτρο αυτής της σχέσης, στο μέτρο αυτής της δεκτικότητας. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο, το οποίο πολλές φορές παραβλέπουμε και το οποίο είναι η αιτία της δυσλειτουργίας μας στο πλαίσιο της Εκκλησίας, είναι το γεγονός ότι δεν έχουμε διερευνήσει τα αίτια, τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες δυσκολεύουν την φανέρωση αυτής της εν Χριστώ ζωής, αυτής της ζωής, την οποία ζούσε ο Χριστός και η οποία δεν ήταν προσωπική Του απλώς υπόθεση αλλά ήταν και είναι υπόθεση του πληρώματος της Εκκλησίας. Έτσι θεώρησα σκόπιμο να αναφερθούμε σ’ αυτές τις προϋποθέσεις αυτής της ζωής, την οποία χαρακτηρίζω «αγιοπνευματική» σε σχέση με την τρέχουσα σημασία της λέξεως «πνευματική», γιατί πολλές φορές σήμερα το πνευματικό συγχέεται με αυτό που λέγεται, που νοείται πολλές φορές ως ακαδημαϊκό, ως κοινωνικό και γενικότερα ως διανοητικό. Άλλο πράγμα είναι η αγιοπνευματική ζωή και σ’ αυτήν θα αναφερθούμε με την μικρή εισήγησή μας, ζητώντας στο μέτρο του δυνατού, να γίνει και ένας διάλογος, ώστε να απαντηθούν ενδεχόμενα ερωτήματα πάνω σε μια προβληματική, που ίσως ακολουθήσει μετά από την εισήγησή μου.  
Πριν αναφερθούμε γενικότερα στις προϋποθέσεις της αγιοπνευματικής ζωής είναι σκόπιμο να διευκρινίσουμε εννοιολογικά, τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε αγιοπνευματική ζωή. Για να αποφύγουμε κάθε ενδεχόμενη ορολογική σύγχυση θα πρέπει ευθύς εξαρχής να πούμε ότι, άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας και άλλο είναι το Άγιο Πνεύμα ως άκτιστη, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Έτσι, όταν κάνουμε λόγο για αγιοπνευματική ζωή εννοούμε τη ζωή του Αγίου Πνεύματος ως κοινής άκτιστης φυσικής ενέργειας του Τριαδικού Θεού.
Αυτή ακριβώς η άκτιστη ζωή του ίδιου του Θεού, όταν γίνεται και δική μας ζωή τότε μπορούμε να μιλάμε κυριολεκτικά για αγιοπνευματική ζωή μέσα μας. Συγκεκριμένα μιλάμε για τη μέθεξη της ίδιας της Θεότητας από τον άνθρωπο χαρισματικώς. Αυτός ο άνθρωπος είναι και λέγεται πνευματικός άνθρωπος γιατί έχει εμπλουτισθεί σωματικώς και ψυχικώς με το ίδιο το Πνεύμα του Θεού, με την άκτιστη, δηλαδή, φυσική ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Είναι ο άνθρωπος, που έχει οικειωθεί το Πνεύμα του Θεού, το οποίο ενώθηκε χαρισματικώς μ’ αυτόν και ενεργεί φυσικώς σ’ αυτόν υπό σαφείς όμως και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Σ’ αυτές θα αναφερθούμε στη συνέχεια, ενώ παράλληλα θα μιλήσουμε αναλυτικότερα για τον χαρακτήρα και την ταυτότητα της αγιοπνευματικής ζωής.  
Το πνεύμα του Θεού στον άνθρωπο τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους, τόσο στις σκέψεις και στους λόγους όσο και στις ενέργειες και στα έργα του ενώ παραμένει, κατά τα άλλα, όμοιος με τους συνανθρώπους του, σε κάθε εποχή. Η αγιοπνευματική ζωή ως Αγιοτριαδική είναι άκτιστη ζωή και παρέχεται χαρισματικώς μόνο μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν μπορεί κανείς δηλαδή να την εντοπίσει σε καμιά άλλη θρησκεία ή στους ετερόδοξους, αιρετικούς δηλαδή χριστιανούς. Αυτοί άλλωστε δεν μιλούν καθόλου για μετοχή της άκτιστης ζωής ενώ χαρακτηρίζουν σαφώς την θεία Χάρη, που παρέχει αυτήν την αγιοπνευματική ζωή, ως κτιστή, ως δημιούργημα, ως κτίσμα δηλαδή. Έτσι μας βεβαιώνουν οι ίδιοι ότι δεν έχουν προσωπική βιωματική εμπειρία της άκτιστης αυτής θεοποιού ενέργειας του ενός Τριαδικού Θεού.
Η αγιοπνευματική ζωή έχει ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι κατ’ αρχήν μυστηριακές, παρέχονται δηλαδή μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Δεν εξαρτώνται καθόλου από το δικό μας ποιόν και αποκτώνται αμέσως με την ένταξή μας στην Εκκλησία. Συγκεκριμένα, αμέσως μόλις γινόμαστε μέλη του μυστηριακού σώματος του Χριστού, με το βάπτισμα, μόλις ερχόμαστε στην εν Χριστώ ύπαρξη, δεχόμαστε το Άγιο Μύρο ή Χρίσμα. Το Χρίσμα μας παρέχει χαρισματικώς το Πνεύμα του Κυρίου μας, την άκτιστη δηλαδή και θεοποιό ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που έρχεται και εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στην ύπαρξή μας. Από τότε ο άνθρωπος, ως πιστός και οργανικό μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλαδή, έχει εμπλουτισθεί με την άκτιστη αυτή ενέργεια και έχει καταστεί χαρισματικός και πραγματικός άνθρωπος· επειδή έχει ένα και το αυτό πνεύμα με το Χριστό. Στο εξής έχει μέσα του εκτός από την κτιστή ανθρώπινη ενέργειά του και την θεία και άκτιστη θεοποιό ενέργεια, όχι βέβαια φυσικώς αλλά χαρισματικώς.

Συνέντευξη του καθηγητού Δημητριου Τσελεγγίδη για τον Όσιο Γέροντα Παΐσιο



- Κύριε Τσελεγγίδη τι σημαίνει για την Εκκλησία η αγιοκατάταξη του γέροντα Παϊσίου;

«Η αγιοκατάταξη ερμηνεύεται ως μία κίνηση ότι ο άνθρωπος γίνεται άγιος από το Θεό. Δεν μπορεί κανείς να γίνεται άγιος αν δεν του δοθεί η ενέργεια του Θεού, δηλαδή η αγιότητα. Πρόκειται για τη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας που βλέπει δια των ακολουθούντων σημείων, αυτά τα οποία σχετίζονται με το πρόσωπο αυτό. Η Εκκλησία έρχεται θεσμικώς και κατακυρώνει την αγιότητα με μία επίσημη εκκλησιαστική πράξη».

- Ήρθε κάπως καθυστερημένα η συγκεκριμένη κίνηση από πλευράς της επίσημης Εκκλησίας δεδομένου ότι πέρασαν 21 χρόνια από τη στιγμή που εκοιμήθη ο Παΐσιος;

«Η αγιότητα του πατρός Παϊσίου, τον οποίο γνώρισα από τα φοιτητικά μου χρόνια ήταν πιστοποιημένη στη συνείδησή μας επειδή μας το βεβαίωνε ο Θεός. Όχι απλώς νοητικώς, αλλά δια των ακολουθούντων σημείων του Αγίου Πνεύματος. Μας βεβαίωνε ο Θεός το λόγο του και ήταν συνείδηση ευρύτερα ότι ο Παΐσιος είναι άγιος.

Η αγιοκατάταξη είναι θέμα διαχείρισης της διοίκησης της Εκκλησίας, δηλαδή της Επισκοπής. Η Επισκοπή έχει τον θεσμικό ρόλο να προχωρήσει στην αγιοκατάταξη όταν εκείνη κρίνει. Όταν δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο λειτουργήσει και στις συνειδήσεις ότι πρέπει να το κάνει. Δεν εξαναγκάζεται. Φυσικά και το γνώριζε ή το είχε πληροφορηθεί η Εκκλησία, καθότι ήταν γνωστές ανά τον κόσμο οι ευεργεσίες του Αγίου Παϊσίου.

Εγώ ως πιστός γνώριζα ότι ισχύει η αγιότητά του. Το ότι έγινε και τυπικά, δεν θα πω ότι δεν ήταν τίποτα. Ήταν ουσιαστικά η επισημοποίηση ότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη άγιος, την οποία χρησιμοποιούσαμε ήδη».

- Εφόσον και εσείς ή και πολύς ακόμα κόσμος γνώριζε τον Παΐσιο, πόση σημασία έχει η τυπική αναγνώριση της αγιότητάς του;

«Μικρή σημασία έχει. Επειδή όμως μπορεί να αμφισβητηθεί από τον οποιονδήποτε, λέγοντας ότι πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση και ενέχει τον κίνδυνο του σφάλματος, η θεσμική αναγνώριση αποτελεί την έκφραση της συλλογικής συνειδήσεως του πληρώματος της Εκκλησίας.

Πάντως, παρά γεγονός ότι ο Άγιος Παΐσιος έχει κοιμηθεί η ουσία του δεν αλλάζει για εμένα. Τις ίδιες απαντήσεις που είχα από εκείνον όταν βρισκόταν εν ζωή, έχω και τώρα».

- Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στην πνευματικότητα του Παϊσίου; Κάποιοι μιλούν για τα θαύματα ή τις προφητείες του.

«Τα θαύματα είναι το αποτέλεσμα. Εκείνο που προηγείται και πρέπει να υπάρχει είναι η αγιοπνευματική παρουσία. Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, όταν μιλάμε για πνευματικότητα, δεν εννοούμε αυτό που νομίζει ο κόσμος ευρύτερα.

Ο κόσμος εκλαμβάνει ως πνευματικότητα και τη διανόηση. Ότι δηλαδή δεν είναι έργο χειρών, αλλά έργο της διανοίας του ανθρώπου, θεωρείται από τον κόσμο ως πνευματικό.

Στην Εκκλησία όταν μιλάμε για έναν πνευματικό άνθρωπο, εννοούμε αυτόν που έχει ενεργό μέσα του το Πνεύμα το Άγιο. Κάθε πιστός το έχει λάβει στη βάπτισή του και ειδικότερα κατά το Άγιο Χρίσμα. Η διαφορά είναι ότι στη συνέχεια -όπως έλεγε ο Άγιος Παΐσιος- την έχει «μπαζώσει με τα απόβλητα της αμαρτίας του». Οπότε έχει καταστεί ανενεργή η χάρη του Θεού.

Στην Εκκλησία μέσω τις πνευματικής άσκησης, η οποία συνίσταται στις εντολές του Θεού και καταγράφεται στα Ευαγγέλια, μετέχοντας στα μυστήριά της που ενεργοποιούν την υπάρχουσα θεότητα μέσα μας, ο πατήρ Παΐσιος ενεργοποίησε την αγιότητά του. Αυτό του έδινε τη δυνατότητα σε σχέση προς τη διάθεση του άλλου που τον άκουγε, με την αγάπη που είχε για τον ακροατή του, να θεραπεύει».

- Ίσως όμως το γεγονός ότι κάποιος ασθενής θεραπευόταν να οφείλεται στο ενδιαφέρον που έδειχνε ο Παΐσιος. Έτσι, κάποιος να αντλούσε τη δύναμη και την πίστη ότι μπορεί να γιατρευτεί. Γεγονός είναι ότι πολλοί αμφισβητούν το θαύμα, όπως παρουσιάζεται από την Εκκλησία. Μήπως το θαύμα προέρχεται από την εσωτερική δύναμη του καθενός;

«Όχι. Δεν είναι έτσι. Η εσωτερική δύναμη είναι η προαίρεση του ακροατή. Η διάθεση να δεχτεί με ένα ταπεινό φρόνημα. Η θεραπεία ερχόταν επειδή είναι ζωντανός φορέας του Αγίου Πνεύματος ο Άγιος Παΐσιος και αγαπούσε από καρδιάς τους ανθρώπους και τους πάσχοντες. Χαρακτηριστική είναι η φράση που χρησιμοποιούσε ο ίδιος: «Να μπορούσα να κομματιάσω την καρδιά μου και να τη μοιράσω σε όλους», θέλοντας έτσι να μοιράσει την αγάπη του σε όλους.

Ο Άγιος Παΐσιος ζητούσε από το Θεό για λογαριασμό του πάσχοντος, να τον γιατρέψει. Ο Θεός επιβράβευε τον Άγιο, δίνοντας αυτό που του ζητούσε, γιατρεύοντας τον πάσχοντα.  Σε κάποιες περιπτώσεις ο πάσχων δεν ζητάει πάντοτε να τον γιατρέψει ο Άγιος, αλλά πολλές φορές όπως συνέβη με τον παραλυτικό, τον οποίο γιάτρεψε ο Χριστός, ο Άγιος ζητάει από μόνος του τη βοήθεια του Θεού για τη θεραπεία του ασθενούς. Βοηθάει όμως και η πίστη των άλλων. Εδώ παρεμβαίνει το εκκλησιολογικό φρόνημα, όπως το ονομάζουμε εμείς οι θεολόγοι. Αυτό σημαίνει ότι όπως σε μία οικογένεια όταν πάσχει κάποιος και δεν μπορεί να κάνει κάτι, και οι συγγενείς του τον πηγαίνουν στο γιατρό, έτσι και ο Παΐσιος ο πνευματικός γιατρός, θεραπεύει όχι μόνο εκείνους που έρχονται σε αυτόν. Θεραπεύει κι όσους αισθάνεται ότι έχουν την ανάγκη του με την «πνευματική τηλεόραση», την οποία διέθετε.

Ως προς τα θαύματα είναι πραγματικά γιατί έχουμε θεραπείες. Υπάρχουν περιστατικά θεραπείας, όπου οι ασθενείς τα έχουν καταθέσει. Παράδειγμα ένας καρκινοπαθής, τον οποίο θεράπευσε ο Παΐσιος. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, χωρίς να έχει προηγηθεί ιατρική παρέμβαση.

Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η παρότρυνση για χρήση γιατρού ή φαρμάκου. Σας αναφέρω ένα περιστατικό, το οποίο μου εμπιστεύθηκε γιατρός, καθηγητής, ο οποίος συνδεόταν με τον Πατέρα Παΐσιο. Σε μία συνάντηση που είχαν, είπε ο γιατρός στον Παΐσιο ότι τον πονούσε το στομάχι του. Ο Παΐσιος τον προέτρεψε να πάρει ένα ευτελές χάπι, χωρίς αποδεδειγμένη επιστημονικά δράση, τονίζοντάς του ότι θα γίνει καλά. Ο γιατρός γνώριζε το χάπι, και δεν γνώριζε ότι θεραπεύει το έλκος. Επειδή όμως ήταν ευλαβικός προς τον Γέροντα Παΐσιο, λίγο αργότερα γιατρεύτηκε. Μετά από δύο χρόνια, αποδείχτηκε ιατρικά ότι το χάπι αυτό θεράπευε το έλκος στομάχου».

- Περιγράψτε μας πώς γνωρίσατε τον Παΐσιο; Πότε συναντηθήκατε για πρώτη φορά;

«Γνωριστήκαμε το 1969, όταν βρισκόμουν ως φοιτητής στη Μονή Σταυρονικήτα, Τότε ο πατήρ Βασίλειος ο Γοντικάκης έστειλε εμένα και κάποιους συμφοιτητές μου στο Άγιο Όρος για να συναντήσουμε όπως μας είχε πει έναν Γέροντα.

Μας είχε πει μάλιστα να επιστρέψουμε στο μοναστήρι που διαμέναμε πριν πέσει ο ήλιος. «Διαφορετικά θα σας αφήσω έξω από το μοναστήρι και θα σας ρίξω κουβέρτες να κοιμηθείτε έξω. Αυτή είναι η τάξη του μοναστηριού», πρόσθεσε.

Εμείς γελάσαμε, και αναρωτηθήκαμε γιατί θα χρειαζόταν να επιστρέψουμε τόσο αργά στο μοναστήρι. Τι ήταν αυτό που θα μας κρατούσε τόσες ώρες;

Αφού τον είδαμε όλοι μαζί, στη συνέχεια τον συναντήσαμε και κατ’ ιδίαν για να του πούμε τα προσωπικά μας. Εκείνος τότε είχε κάνει μία σοβαρή επέμβαση υγείας και βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση. Αδύναμος και καταβεβλημένος μετά την επέμβαση στους πνεύμονες. Καθόταν σε μία πέτρινη πλάκα κάτω από μία ελιά κι εμείς απέναντί του. Εμείς παρά το γεγονός ότι μας είπε πως ήταν κουρασμένος, τον κρατήσαμε όλη την ημέρα νηστικό κάτω από τη ελιά, χωρίς να καταλάβουμε πώς πέρασε η ώρα έως τη δύση του ηλίου. Εκείνος μας έλεγε πράγματα που γλύκαναν την ψυχή μας, δίνοντας απαντήσεις ακόμα και σ’ εκείνα, τα οποία δεν ρωτήσαμε. Όλα όσα ήταν προσανατολιστικά για όλη μας τη ζωή. Έβαζαν σε τάξη τη σύγχυση ως προς την αξιολογική διαβάθμιση των πραγμάτων και ως προς την πραγματική ζωή. Νιώθαμε μία πνευματική θέρμη και μία γαλήνη λογισμών».

- Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδιόρισαν την πορεία σας, μέσω της επαφής μαζί του;

«Ήταν ένα πρόσωπο με ιδιαίτερο χιούμορ, γλυκύς άνθρωπος και ευφυολόγος. Έλεγε πράγματα, τα οποία μου δημιουργούσαν αισιοδοξία και φιλικότητα. Όταν πήγα εγώ μου είπε: "Δημήτρη να φτιάξουμε μία επιχείρηση οι δυο μας".

Τον κοίταξα παραξενεμένος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένας ασκητής μιλάει για επιχειρήσεις. Συνέχισε λέγοντας: "Να φτιάξουμε ένα εργοστάσιο. Ένα εργοστάσιο καλών λογισμών'. Και έφερε το εξής παράδειγμα: «Έχουμε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει αγιοπότηρα, ό,τι υλικό και αν του βάλεις. Χρυσό, άργυρο, χρυσό. (ο καλός λογισμός). Απλώς θα διαφέρει η ποιότητα ανάλογα με το υλικό που χρησιμοποιούμε. Αν αυτό το εργοστάσιο είναι πολεμικό για να φτιάχνει βολίδες, τότε και λάσπη να του ρίξεις, χρυσό, άργυρο, πάλι πολεμικά βλήματα θα παράγει(ο κακός λογισμός)».

Η αφετηρία όλων αυτών είναι οι λογισμοί με επίκεντρο τον άνθρωπο. Μας κινητοποίησε με ένα απτό παράδειγμα, διαχωρίζοντας το καλό από το κακό, πώς να μην κάνουμε «κακές» σκέψεις. Το παράδειγμα με τους λογισμούς του Παϊσίου μας έδειχνε πως ακριβώς είναι να κάθεται κάποιος με έναν φαρμακόγλωσσο στην παρέα, ο οποίος έχει να πει για όλα κάτι κακό. Απεναντίας είναι ευχάριστο να βλέπεις κάποιον ακόμα και σε μία κακή ενέργεια κάποιου, να βρίσκει ελαφρυντικά.

Ο Παϊσιος έφερνε το παράδειγμα ενός παιδιού, το οποίο πετούσε μία πέτρα και έσπαγε μία βιτρίνα. Και συνέχιζε, τονίζοντας ότι δεν είναι καλό πράγμα να κατακρίνουμε τους άλλους για μία συγκεκριμένη πράξη. "Μπορείς να σχηματίσεις έναν πόνο και μία συμπάθεια γι’ αυτόν και να θεωρήσεις τον εαυτό σου ότι είσαι χειρότερος από αυτόν που το κάνει", μου είπε την πρώτη μέρα που τον γνώρισα.

Και το εξηγούσε λέγοντας ότι αυτός προήλθε από ένα δυσμενές περιβάλλον. "Επομένως θα μπορούσε να είχε σπάσει δέκα κεφάλια την ημέρα, πετώντας την πέτρα, αλλά δεν το έκανε. Έσπασε μόνο μία βιτρίνα. Εσύ μεγάλωσες σε ένα ιδανικό περιβάλλον και θα έπρεπε με τα εφόδια που έλαβες να κάνεις δέκα θαύματα την ημέρα, αλλά δεν το κάνεις. Επομένως, τι σε κάνει καλύτερο από εκείνον; Πόσο αξιοποίησες τα αγαθά που έλαβες από το σπίτι σου;".

Έτσι μπορείς να βάλεις τον εαυτό σου κάτω από αυτόν, αντιμετωπίζοντάς τον με συμπόνια, από τη στιγμή που αυτά τα χαρακτηριστικά και η οργή που εκφράζει προέρχονται από το περιβάλλον του. Είχε μία αγαπητική διάθεση προς όλα τα πράγματα, ενώ στον εαυτό του χρέωνε ότι δεν έχει αξιοποιήσει την προσφορά του Θεού σε αυτόν.

Η αγάπη του Παϊσίου ήταν θεϊκή. Εκείνη η άκτιστη αγάπη του Θεού που ζούσε και όχι η απλή ανθρώπινη αγάπη. Η αγάπη του μας αλλοίωνε πνευματικά όταν περνούσε μέσα μας. Γι’ αυτό μας ενέπνεε και μας καλλιεργούσε το συναίσθημα αυτό τόσο προς το Θεό, τον πλησίον και την πατρίδα.

Ήταν ταπεινός ο ίδιος και ήθελε την αρετή που διέθετε να την κρύβει. Αυτή την ταπεινότητα τη μετέδιδε στη διάρκεια της συζήτησης και σε όποια κατάσταση και αν βρισκόταν ο συνομιλητής του θα έφευγε παρηγορημένος και κατευνασμένος. Ακόμα και όταν έφευγε από κοντά του, γιατί προσευχόταν για εσένα, ακόμα και όταν απομακρυνόσουν. Ό,τι καταγραφόταν μέσα του το έφερε ακόμα και πολύ καιρό μετά μαζί. Όταν τον επισκεπτόταν κάποιος ξανά, ρωτούσε για το πρόβλημά του και θυμόταν κάθε λεπτομέρεια».

- Πώς αντιμετώπιζε πρόσωπα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό; Βλέπουμε πολλές, πηγές ή φορείς της Εκκλησίας να αφορίζουν την ομοφυλοφιλία. Σας αναφέρω ως πρόσφατο παράδειγμα τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ο οποίος σε συνέντευξή του ανέφερε ότι δεν αποδέχεται τους ομοφυλόφιλους στους κόλπους της Εκκλησίας.

«Όταν ήμουν φοιτητής ήταν στη μόδα το κίνημα τον χίπηδων με τα μακριά μαλλιά, τις φαβορίτες, τα παντελόνια καμπάνες. Έβλεπα τότε στο καλύβι που τον επισκεπτόμουν να πηγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι. Εγώ είχα μία αυστηρή θεώρηση απέναντί τους και τον ρώτησα τι έλεγε σε αυτούς τους ανθρώπους.
Μου απάντησε ότι δεν τους έλεγε κάτι για την εμφάνισή τους. Αντιθέτως μου είπε ότι «εγώ δεν μένω σε αυτά, αλλά στην εσωτερική τους κατάσταση». Τους μιλούσε με πολύ αγάπη γι’ αυτά που είχαν μέσα τους, αλλά επειδή τα έλεγε με αγάπη και πόνο, εκείνοι γνώριζαν τον εαυτό τους από αυτά, τα οποία άκουγαν.

«Εγώ κοιτάζω να τακτοποιήσω την εσωτερική τους κατάσταση. Τα άλλα τα τακτοποιούν αυτοί από μόνοι τους. Μάλιστα, όταν ξαναέρχονται σ’ εμένα, έρχονται αλλαγμένοι και εξωτερικά», σημείωνε τότε ο Γέροντας. Όπως καταλαβαίνετε δεν ενδιαφερόταν για το περιτύλιγμα. Ήξερε να προσφέρει ένα πνευματικό σοκ σε όσους είχε απέναντί του. Είχε την ικανότητα να περνάει την αγάπη το Θεού στον άλλο. Δεν μιλούσε για το πάθος ή την αμαρτία του συνομιλητή του. Αντιθέτως, συζητούσε μαζί του άλλα πράγματα, τα οποία ο εκείνος μέσα από τα πάθη του αναζητούσε. Στη συνέχεια αντιλαμβανόταν ότι αυτό που ζητούσε, το έκανε από λάθος δρόμο – αναζητώντας την ευτυχία ή οτιδήποτε άλλο.

Ο Παϊσιος εξομολογούταν ότι «εγώ θα προσεύχομαι για ‘σένα» και ζητούσε από αυτόν που είχε απέναντί του να κάνει κι εκείνος με τη σειρά του κάτι μικρό, ανάλογα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο συνομιλητής του Παϊσίου έφτανε στο σημείο να αρνηθεί το πάθος του ως καρκίνωμα. Κι αυτό το πετύχαινε χωρίς να ασκεί στείρα κριτική σ’ εκείνον.

Αν θέλετε να σας απαντήσω θεολογικά, γι’ αυτό που σήμερα η κοινωνία ονομάζει σήμερα «διαφορετικό», θα σας πω ότι στην Εκκλησία δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε την έννοια του διαφορετικού επί ίσοις όροις, πέρα από τον άνδρα και τη γυναίκα. «Ο Θεός εποίησε άρρεν και θήλυ», δεν εποίησε άλλο φίλο. Αυτό είναι μία αρρώστια που έχει τις αιτίες και τις εξαρτήσεις της».

- Ο Παΐσιος όμως αποδεχόταν τους ομοφυλόφιλους, ενώ η Εκκλησία ως θεσμός δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία…

«Η Εκκλησία αποδέχεται τους πάντες, καθότι ο Θεός ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι γίνεται αποδεκτός κανείς μέσα στην Εκκλησία, εάν αυτός είναι κλειστός στις προδιαγραφές που θέτει η Εκκλησία.

Είμαστε στην Εκκλησία γιατί βαπτιστήκαμε. Από εκεί και πέρα δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία μηχανιστική μαγική λειτουργία, από την οποία παίρνουμε εμείς τη ζωή του Χριστού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Όταν λοιπόν ο νους μας είναι ακάθαρτος - και είναι ακάθαρτος όταν φεύγει από τον Θεό και συνεργάζεται με τον διάβολο -, τότε μπορεί να είναι οργανικά στην Εκκλησία, αλλά δεν είναι ζωντανός. Παράδειγμα σε ένα δέντρο υπάρχουν και αρρωστιάρικα κλαδιά, ξερά. Το δέντρο όμως είναι εντάξει.

Αυτοί οι άνθρωποι, όποιοι κι αν είναι, με όποιες αμαρτίες και αν φέρουν, ακόμα και αν έχουν βαπτιστεί στην Εκκλησία, δεν σημαίνει ότι αφορίζονται. Εκείνοι έχουν αφορίσει την Εκκλησία. Αν όμως μετανοήσουν, έχουν τη δυνατότητα να έχουν αυτή την παροχή ζωής και να συμμετέχουν σε αυτήν.

Η Εκκλησία πάντως, έχει μιλήσει για την ομοφυλοφιλία τόσο στην Παλαιά Διαθήκη με τα Σόδομα και τα Γόμορρα, όπου αναγράφεται εκεί ποιο ήταν το είδος αυτών των ανθρώπων και γιατί τους κατέστρεψε ο Θεός. Επίσης, ο Απόστολος Παύλος στην Καινή Διαθήκη λέει ότι ενόσω εμμένουν σε αυτές τις αμαρτίες, το να νομίζουν ότι θα έρθουν στη ζωή, παίρνοντας τη ζωή της Εκκλησίας, είναι σφάλμα. «Βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο.

Δεν μπορεί να παραμένει κάποιος, μοιχός, φονιάς, ομοφυλόφιλος, όσα δεν επιτρέπει ο Θεός στις ανθρώπινες προδιαγραφές και να πιστεύει ότι μπορεί να σωθεί».

- Σε κάθε περίπτωση όμως δεν συγχέουμε έναν φονιά με έναν ομοφυλόφιλο.

«Για την Εκκλησία είναι το ίδιο. Έχει μία τάξη αμαρτημάτων. Αυτή η τάξη έχει ανάλογα επιτίμια. Ο πόρνος, ο μοιχός, ο φονιάς και ο ομοφυλόφιλος βρίσκονται στην ίδια κατηγορία. Η ομοφυλοφιλία εντάσσεται στα θανάσιμα αμαρτήματα της Εκκλησίας. Αν όμως μετανοήσει η Εκκλησία μπορεί να τον δεχτεί».

- Θα δεχόταν ο Γέροντας Παΐσιος να πάει τότε κοντά του κάποιος με σκισμένα ρούχα, σκουλαρίκια; Δεδομένου ότι όλα τα μοναστήρια επιβάλλουν έναν ενδυματολογικό κώδικα για όσους θέλουν να τα επισκεφθούν.

«Μιλάμε για ένα θεσμό και ένα πρόσωπο. Δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Ως πρόσωπο, επειδή ήταν ασκητής και δεν έχει «βιτρίνα» θεσμού, δεχόταν τους πάντες και το ξέρω. Εκτός από κάποιον ο οποίος πήγαινε με πονηρία. Όπως κάποτε ένας ρωμαιοκαθολικός ιερωμένος, ο οποίος ντύθηκε ορθόδοξος. Ο Παΐσιος τον κατάλαβε και τον έδιωξε λέγοντας: "Αφού δεν είσαι παπάς γιατί κάνεις τον παπά και έρχεσαι εδώ; Φύγε δεν σε θέλω!". Το μοναστήρι από την άλλη πλευρά μπορεί να θέτει μία τάξη ευπρέπειας. Δεν μπορεί να πηγαίνει μία γυναίκα με το σορτς.

Είναι εσφαλμένο αυτό που είχε πει ο μακαριστός Χριστόδουλος "ελάτε στην Εκκλησία όπως είστε". Όχι κατά την άποψή μου, αλλά κατά τα λόγια του Χριστού. Ο Χριστός δεν μας κάλεσε να πάμε στην Εκκλησία όπως είμαστε, αλλά όπως Εκείνος θέλει. Γι’ αυτό είπε ότι "όποιος θέλει να έρθει σ’ εμένα να αρνηθεί τον -κακό- εαυτό του". Ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται για οπαδούς. Ενδιαφέρεται για ανθρώπους που έχουν τις προδιαγραφές της ζωής, της κοινωνίας. Και βέβαια δεν ενδιαφέρεται για τα εξωτερικά γνωρίσματα. Θέλει όμως να αρνηθούμε τα στοιχεία εκείνα, τα οποία εκείνος δεν δέχεται.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που μου ανέφερε μία γνωστή μου Ηγουμένη. Μία ημέρα μετά τα όσα είχε πει τότε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πήγε ένα ζευγάρι στο μοναστήρι. Ο άνδρας με το σορτς και η γυναίκα με το μπικίνι. Άνοιξαν την πύλη του μοναστηριού, ρωτώντας το ζευγάρι τι ήθελε. "Περνούσαμε από εδώ, δεν ξέραμε ότι έχει μοναστήρι, πηγαίναμε για τη θάλασσα και είπαμε να προσκυνήσουμε", είπε το ζευγάρι. Όταν τους απάντησαν ότι δεν μπορούν να προσκυνήσουν, από τη στιγμή που δεν ήταν ευπρεπώς ενδεδυμένοι, εκείνοι επικαλέστηκαν τα λόγια του Χριστόδουλου, ο οποίος είχε καλέσει τον κόσμο να πάει "όπως είναι". Στη θάλασσα κανείς δεν θα τους παρεξηγούσε. Η αδιακρισία τους όμως επέβαλλε ότι επειδή «έτσι» ήταν εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσαν να επισκεφθούν το μοναστήρι. Κάποιος άλλος θα θελήσει να πάει εντελώς γυμνός. Κι αν εκείνος δεν έχει πρόβλημα, έχουν όμως οι υπόλοιποι.

"Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω", έλεγε ο Απόστολος Παύλος. Δεν μπορούμε να ανατρέψουμε τα πάντα επειδή ο Θεός μας δέχεται. Παρά το γεγονός ότι ερχόμαστε γυμνοί στον κόσμο δεν σημαίνει ότι όσα ενοχλούν τον άλλον στην εν Χριστώ Ζωή θα τα αποδεχόμαστε».

κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης. Πρώτες παρατηρήσεις επί του κειμένου "Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον"



Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης απέστειλε προς τους ορθοδόξους αρχιερείς τις πρώτες θεολογικές παρατηρήσεις του επί του κειμένου: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ». 

ΠΡΩΤΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»
 
Θεσσαλονίκη 3/2/2016

Το κείμενο αυτό εμφανίζει κατά συρροή την θεολογική ασυνέπεια ή και αντίφαση. Έτσι, στο άρθρο 1 διακηρύσσει την εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεωρώντας αυτή –πολύ σωστά– ως την «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». Όμως, στο άρθρο 6 παρουσιάζει μια αντιφατική προς το παραπάνω άρθρο (1) διατύπωση. Σημειώνεται χαρακτηριστικά, ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής». 
Εδώ γεννάται το εύλογο θεολογικό ερώτημα: Αν η Εκκλησία είναι «ΜΙΑ», κατά το Σύμβολο της Πίστεως και την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Άρθρ. 1), τότε, πώς γίνεται λόγος για άλλες Χριστιανικές Εκκλησίες; Είναι προφανές, ότι αυτές οι άλλες Εκκλησίες είναι ετερόδοξες.  
Οι ετερόδοξες όμως «Εκκλησίες» δεν μπορούν να κατονομάζονται καθόλου ως «Εκκλησίες» από τους Ορθοδόξους, επειδή δογματικώς θεωρούμενα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πολλότητα «Εκκλησιών», με διαφορετικά δόγματα και μάλιστα σε πολλά θεολογικά θέματα. Κατά συνέπεια, ενόσω οι «Εκκλησίες» αυτές παραμένουν αμετακίνητες στις κακοδοξίες της πίστεώς τους, δεν είναι θεολογικά ορθό να τους αναγνωρίζουμε –και μάλιστα θεσμικά– εκκλησιαστικότητα, εκτός της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας». 
Στο ίδιο άρθρο (6) υπάρχει και δεύτερη σοβαρή θεολογική αντίφαση. Στην αρχή του άρθρου αυτού σημειώνεται το εξής: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή». Στο τέλος, όμως, του ίδιου άρθρου γράφεται, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία με την συμμετοχή της στην Οικουμενική Κίνηση έχει ως «αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». 
Εδώ τίθεται το ερώτημα: Εφόσον η ενότητα της Εκκλησίας είναι δεδομένη, τότε τι είδους ενότητα Εκκλησιών αναζητείται στο πλαίσιο της Οικουμενικής Κινήσεως; Μήπως υπονοείται η επιστροφή των Δυτικών χριστιανών στη ΜΙΑ και μόνη Εκκλησία; Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται από το γράμμα και το πνεύμα σύνολου του Κειμένου. Αντίθετα, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση, ότι υπάρχει δεδομένη διαίρεση στην Εκκλησία και οι προοπτικές των διαλεγομένων αποβλέπουν στην διασπασθείσα ενότητα της Εκκλησίας.