Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

"ΟΥΚ ΕΣΜΕΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ"




ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ
«Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι»
Ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου στὴ Μεγίστη Λαύρα

Τὸ παρὸν κείμενο περιλαμβάνει (α) εἰσαγωγή, (β) διάγραμμα τῆς ἐπιχει­ρηματολογίας τῆς ὁμιλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στὴν Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας, τὴν 7η Ὀκτωβρίου τρ.ἔ., (γ) ἀναίρεση τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Βαρθο­λομαίου (σὲ 8 παραγράφους), (δ) ἐνδει­κτικὴ ἐπισήμανση αἱρέσεων στὰ κείμενα τῶν οἰκουμενικῶν διαλόγων καὶ τῶν οἰκουμενι­στῶν, δηλ. (1) τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ (2) θέσεως τοῦ Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφό­ρου, (ε) ἐπίλογο καὶ (στ΄) σύνοψη τοῦ παρόντος κειμένου.


A. Εἰσαγωγὴ

Καθὼς ἤδη εἴχαμε προαναγγείλει στὴ σύντομη ἀνακοίνωση ποὺ ἐκδόθη­κε ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στὴν Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους, τὸ Σάβ­βατο 7 Ὀκτωβρίου, προβαί­νουμε σὲ ἐκτενῆ ἀνάλυση καὶ κριτικὴ τῆς ὁ­μιλίας του, τῆς ἀντιφωνήσεως, δηλαδή, πρὸς τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἡγούμενο τῆς Μονῆς π. Πρόδρομο.
Ὅπως ἔχει ἤδη ἐπισημανθῆ σὲ παλαιότερα κείμενα, ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καλύπτεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἑτερο­δόξους, ὡς «ἀγαπισμός»· οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀναφερόμενοι στὴν ἀρχαία μορφὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδὴ στὴν αἵ­ρεση τῆς «Γνωσιμαχίας», ἐπεσήμαναν ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ πε­ριφρόνηση τῶν δογμάτων, χάριν δῆθεν τῶν καλῶν πράξεων. Χα­ρακτηριστικῶς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκη­νός, στὸν ὁποῖον ἀργότε­ρα παραπέμπει καὶ ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης[1], γράφει στὸ σύγ­γραμμά του Περὶ αἱρέσεων: «Γνωσιμάχοι· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνθί­στανται σὲ κάθε γνώση τοῦ χριστιανισμοῦ, καθὼς λέγουν ὅτι “ἐκεῖνοι ποὺ ἀνα­ζητοῦν κάποιες γνώσεις στὶς θεῖες Γραφές κάνουν κάτι περιττό· διότι δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ Χριστιανὸ παρὰ καλὲς πράξεις. Εἶ­ναι λοιπὸν καλύτε­ρο νὰ πορεύεται κανεὶς μὲ περισσότερη ἁπλότητα καὶ νὰ μὴ πολυπραγμονεῖ γιὰ κανένα δόγμα διαπραγματεύσεως γνώσε­ων”»[2]. Δυστυχῶς, ἡ ὁμιλία τοῦ Οἰκουμε­νικοῦ Πατριάρχου ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἀγαπισμὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τονί­ζουσα ἐμφαντικῶς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπακοή καὶ παρασιωπῶσα τεχνηέντως τὴν ἀξία τῶν δογμάτων τῆς Πίστε­ως καὶ τὴν ἐμμονὴ σὲ αὐτά, ἀρετὴ ἐπαινού­μενη ἀπὸ τοὺς Πατέρες[3]· πολὺ χειρό­τερα, ὅμως, ἀποκρύπτει ὅσα φοβερὰ ἔχουν διαπραχθῆ εἰς βάρος τῆς Ὀρθο­δόξου Πίστεως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως τῶν τελευταίων δεκαε­τιῶν. Ἀληθῶς, θὰ δείξει ἐν συντομίᾳ τὸ παρα­κάτω κείμενο, παρουσιάζον­τας «ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα», ὅτι ἡ πατριαρχικὴ ὁμι­λία, παρὰ τὶς διαβεβαιώσεις γιὰ τὸ ἀ­παρασάλευτον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, μαρτυρεῖ εἴτε ἄγνοια τῆς ἐκ­κλη­σιολογίας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, εἴτε ἀνεξήγητη λη­σμοσύνη τῶν φοβερῶν πτώσεων τῶν ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν σὲ ἔγγραφη ἀρνησιπι­στία ἢ ἑτεροδοξία. Ἡ μόνη τρίτη ἐκδοχή, τὴν ὁποί­αν δὲν θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ παραδε­χθῆ, εἶναι ὅτι ὁ συντάκτης τῆς ὁμι­λίας ἐμπαίζει τοὺς ἀκροατές, ἰ­σχυριζόμενος ὅτι ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους – κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τώρα διενεργεῖται – προβάλλει καὶ ὁμολογεῖ τὴν Ὀρθοδοξία, καθὼς πρέπει, πρὸς σωτηρίαν.

Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ




Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου


Ἄν συμφωνεῖτε μέ τό κείμενο ἐναντίον τῆς «Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», παρακαλοῦμε πατῆστε ἐδῶ, καί συμπληρῶστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας (τά πεδία μέ ἀστερίσκο εἶναι ἀπαραίτητα).

Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία· ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.

1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»
«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία».
«Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2].
Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
«Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3].  
«Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4].
Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5] 
Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [...] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
«Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο [...] Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7].
Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
«Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]»[8].
Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].

2. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ΄ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].

3.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»
Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός - ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].

4. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη
Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13] τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14], καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων:  γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]. Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19].
Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή «ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί «οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή [...] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία - ἑνωμένη καί ἁγία - ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].

5. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ - «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]. Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32]
Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ - «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34] καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].

6. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία
Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν [...] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη [...] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]. Καί ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].

7. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων ;
Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].
Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.

8. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44]. Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45] (ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46]. Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48].
Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]. Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].

«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]

Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές 8100 περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.
Τελευταία ανανέωση (22/8/2015)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail: synaxisorthkm@gmail.com. Ἐπισημαίνεται ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη στό e-mail ἡ ἀναγραφή ὀνοματεπωνύμου, ἐπαγγέλματος (ἤ ἰδιότητος) καί τόπου διαμονῆς, μέ πεζούς καί τονισμένους χαρακτῆρες, πρός ἀποφυγήν λαθῶν (π.χ. παρατονισμῶν) στήν καταγραφή τοῦ ὀνόματος καί τοῦ ἐπωνύμου· ὄχι μόνον ὄνομα ἤ e-mail.


[1]. ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ. 5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014) http://www.amen.gr/article18151 (παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network, http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace ... Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]. Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]. Ματθ. 16, 18.
[14]. Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ὁμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἱερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]. Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, Μελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]. Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]. Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]. Ἐφ. 1, 22.23
[24]. Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]. Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]. Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]. Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «... ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]. Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, http://www.impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30]Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]. ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, αὐτόθι, σ. 27.
[33]. Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]. Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]. Ἰω. 15, 4-6
[37]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]. Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 794ἑξῆς.
[39]. Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]. Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]. Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας  5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «... ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]. Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]. «Theology and Eucharist» (§6), http://www.schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]. Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]. Γαλ. 5, 10

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ «ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης»τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου


 ντικοινωνικ ζω  

Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 123-126

 «ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι,
χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης». 

(Ματθ. η´ 28)

.          Ἡ συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς δύο δαιμονιζομένους ἦταν μία ἀποκάλυψι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ πραγματικοῦ προσώπου καὶ ἔργου τοῦ διαβόλου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη τὰ ὅσα ἔγιναν στὴν Χώρα τῶν Γεργεσηνῶν ἀποδεικνύουν τὸ ἀντικοινωνικὸ ἔργο τοῦ διαβόλου καὶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.
.          Στὴν συνέχεια θὰ λεχθοῦν μερικὲς παρατηρήσεις γύρω ἀπὸ τὴν ἀντικοινωνικότητα τοῦ διαβόλου, γιατί δυστυχῶς σήμερα οἱ ἄνθρωποι παρουσιάζουν τὴν ἁμαρτία σὰν τὸ πιὸ φυσικὸ γεγονός, ἐνῶ εἶναι παρὰ φύσι καὶ ἀντικοινωνικὴ κατάστασι.

Τὸ πρόσωπο τοῦ διαβόλου

.          Στὸ σημερινὸ θαῦμα φαίνεται καθαρὰ ὅτι ὁ διάβολος εἶναι πρόσωπο, ὀντότης, καὶ ὅτι τὸ ἔργο του εἶναι καταστρεπτικὸ γιὰ ὅλη τὴν δημιουργία. Τὰ δαιμόνια κατέλαβαν τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὁμιλοῦσαν προσωπικὰ μὲ τὸν Χριστό, Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψη νὰ εἰσέλθουν εἰς τοὺς χοίρους καὶ ὅταν ἐπετράπη, τότε ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων «ὥρμησε κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασι».
.          Αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὅπως καὶ ὅλα τὰ περιστατικὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἶναι ἕνας καθρέπτης καθαρώτατος ποὺ μᾶς φανερώνει τί εἶναι ὁ διάβολος. Μερικοὶ σύγχρονοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ διάφορα ἰδεολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ρεύματα, ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ διάβολος εἶναι μία ἁπλῆ προσωποποίηση τοῦ κακοῦ, εἰκόνες φαντασιόπληκτων Χριστιανῶν ποὺ ἐπιμένουν νὰ βλέπουν παντοῦ δαιμόνια. Μάλιστα εἰρωνεύονται κάθε διδασκαλία περὶ τοῦ διαβόλου. Ὅμως κατὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ Κύριος ἔγινε σὰρξ «ἴνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτ’ ἔστιν τὸν διάβολον» (Ἑβρ. β´14). «Εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύςῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α´ Ἰω. γ´ 8).
.          Κατὰ τὴν Βιβλικοπατερικὴ παράδοσι ὁ διάβολος δὲν εἶναι προσωποποίησι τῶν παθῶν, ἀλλὰ πρόσωπο ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἄγγελος καὶ ὅταν ἔχασε τὴν κοινωνία μαζί Του, ἔγινε σκοτεινὸ πνεῦμα, διάβολος. Ὁ διάβολος, ὡς πρόσωπο, ἔχει αὐτεξούσιο δηλ. ἐλευθερία, τὴν ὁποία δὲν παραβιάζει, οὔτε καταργεῖ ὁ Θεός. Ἡ Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν βούλησί Του, δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τῶν λογικῶν ὄντων. Ἔτσι ἀφήνει τὸν διάβολο νὰ ἐργάζεται τὸ κακό, ἐπειδὴ εἶναι πρόσωπο, ὅμως περιορίζει τὸ καταστρεπτικό του ἔργο μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία Του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ τὸν συγχωρεῖ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο περιορίζει τὸ βασίλειο τοῦ πονηροῦ, ἡ τελικὴ ὅμως κατάργησι τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου θὰ γίνη κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία.
.          Τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου εἶναι καταστρεπτικό. Μισεῖ ὑπερβολικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅλη τὴν δημιουργία. Διακατέχεται ἀπὸ ὑπερβολικὴ θανατηφόρο μισανθρωπία. Ἐμπνέει σκέψεις ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ συνανθρώπου του, ἐπηρεάζει τὴν βούλησι τοῦ ἀνθρώπου, ἐνεργεῖ στὴν φύσι ὀντολογικά. Οἱ Πατέρες λένε ὅτι ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν ὕπαρξι καὶ μανία τοῦ διαβόλου, ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ τὶς προσβολὲς ἐναντίον τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ εἰσέρχεται καὶ στὸ σῶμα, ὥστε ὅλοι νὰ ἐννοήσουμε τὴν μανία του. Ἐπίσης, ὅπως εἴδαμε στὸ σημερινὸ θαῦμα, ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ εἰσέλθουν τὰ δαιμόνια στοὺς χοίρους, ποὺ ὥρμησαν ἀμέσως στὴν θάλασσα, γιὰ νὰ φανῆ ὅτι οἱ δαίμονες θὰ κατέστρεφαν τελείως τοὺς ἀνθρώπους, ἂν δὲν ἀναχαιτίζονταν ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Πράγματι ὁ διάβολος ἤθελε νὰ θανατώση μὲ μιᾶς ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ γιατί ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ζωοποιῶν τὰ πάντα».

Ἡ ἀντικοινωνικὴ ζωὴ

.          Στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ βλέπουμε καὶ κάτι ἄλλο. Ὅτι ὅταν οἱ δύο ἄνθρωποι κατελήφθησαν ἀπὸ τὰ δαιμόνια, βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ τὶς οἰκογένειές τους, κατοικοῦσαν στὰ μνήματα, ἦταν «χαλεποὶ λίαν» δηλ. φόβος καὶ τρόμος τῶν ἀνθρώπων. Ἄρα καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ δαιμονίου ἔγιναν ἀντικοινωνικοί. Αὐτὸ εἶναι μία μεγάλη ἀλήθεια ποὺ παρουσιάζεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ φυλάσσεται στὴν Ἐκκλησία.
.          Κάθε ἁμαρτία εἶναι ἀπώλεια τῆς θείας Χάριτος καὶ καταστροφὴ τῆς κοινωνίας. Π.χ. ὅταν κλέβουμε ἀπομακρυνώμαστε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ βλάπτουμε τὸν συνάνθρωπό μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διασπᾶται ἡ κοινωνία ἀγάπης. Ἡ μισοθεΐα καὶ ἡ μισανθρωπία εἶναι στενώτατα συνδεδεμένες. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς λέγει ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους κατὰ τὸ σῶμα. Διότι οἱ δαιμονισμένοι κατακομματιάζουν τὰ σώματά τους καὶ βλάπτουν τοὺς παρευρισκομένους, ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοὶ μὲ τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες καὶ πράξεις διαφθείρουν καὶ τὶς δικές τους ψυχὲς καὶ τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ τοὺς πλησιάζουν. Οἱ δαιμονισμένοι κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ θανάτου λυτρώνονται ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀφοῦ ξεχωρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐνῶ «οἱ ἀμετανοήτως ἁμαρτάνοντες» ἔχουν αἰώνια βλάβη. Ὅλοι σπλαχνιζόμαστε ἐκεῖνον ποὺ ἐνοχλεῖται ἀπὸ τὸν δαίμονα στὸ σῶμα, ὅλοι ὅμως μισοῦμε τὸν φονιά, τὸν φιλάργυρο, τὸν ὑπερήφανο, τὸν ἀναίσχυντο καὶ ἀνυπότακτο. Ὁ δαιμονισμένος καταλαμβάνεται ἀπὸ τὸ δαιμόνιο χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἐνῶ ὁ «φιλαμαρτήμων» μὲ τὴν θέλησή του κάνει κακό. Αὐτὰ δείχνουν τὴν ἀντικοινωνικότητα τῆς ἁμαρτίας.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΟΣ Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 14 Ἰουλίου 2012 Ἡ θεολογία τῆς Πατρότητος Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου (νῦν Μητρ. Ναυπάκτου) «Ὀσμὴ Γνώσεως» Ἐκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1985, σελ. 127-130

 «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου». 
(Ματθ. ε´14 )

.            Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀπεκάλεσε τοὺς μαθητάς Του, «φῶς τοῦ κόσμου». Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς ἔχει ὀντολογικὴ σημασία καὶ ὄχι ἠθική. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ μαθηταὶ εἶναι «φῶς τοῦ κόσμου», ὄχι ἁπλῶς γιατί ἔχουν μερικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα (κοινωνικὴ ἐργασία), ἀλλὰ γιατί εἶναι κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιατί ἔχουν αἰσθητὰ στὴν καρδιά τους τὴν Χάρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.            Τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο πράγμα εἶναι νὰ ἀναλύη κανεὶς αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, ὑπονοώντας ὅτι «φῶς τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ «καλοὶ» Χριστιανοὶ ποὺ κάνουν «καλὰ» ἔργα. Εἶναι ἐπικίνδυνο, γιατί οἱ Πατέρες ἑρμηνεύουν ὅτι «φῶς τοῦ κόσμου» εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού, ἀφοῦ πέρασαν ὅλη τὴν αἴσθησι τοῦ κόσμου, ἔφθασαν μὲ τὸν φωτισμένο νοῦ στὰ ὑπὲρ αἴσθησι καὶ ἔπειτα «ἐρεύγονται» ἀπὸ τὴν καθαρὴ καρδιά τους λόγους ἀγαθοὺς ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγιναν πνευματικοί, ἀφοῦ προηγουμένως μὲ τὴν νηστεία καὶ τὴν ἀγρυπνία καθάρισαν τὴν σάρκα, μὲ τὰ δάκρυα ἐκλέπτυναν τὴν παχύτητα τῆς καρδιᾶς, μὲ τὴν κακοπάθεια ἐνέκρωσαν τὰ μέλη τους, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη ἐπλήρωσαν τὸν νοῦν ἀπὸ φῶς, μὲ τὴν ἀπάρνησι τῶν θελημάτων τους ἐχώρισαν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴν προσπάθεια τοῦ σώματος. Τέτοιοι ἦσαν ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
.            Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι Πατερική, ὄχι γιατί κάποτε εἶχε τοὺς θεοφόρους Πατέρας της, ποὺ διαφύλαξαν τὴν ἀληθινὴ πίστι ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων, ἀλλὰ γιατί πάντοτε ὑπάρχουν Πατέρες. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι Πατερική, γιατί μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ποὺ τὴν ζωοποιεῖ. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε κάπως αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσουμε τί ἐννοοῦμε μὲ τὸν ὅρο Πατέρες.

 Ὁ Θεὸς Πατὴρ

.            Στὴν Ἁγία Γραφὴ τὸ ὄνομα Πατὴρ χρησιμοποιεῖται ὡς ὑποστατικὸ ἰδίωμα (τρόπος ὑπάρξεως) τοῦ Πρώτου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ φανη ἡ σχέσι τοῦ Πρώτου Προσώπου μὲ τὰ ἄλλα Πρόσωπα, ὅτι δηλ. ἐγέννησε πρὸ χρόνων αἰωνίων τὸ Δεύτερο Πρόσωπο, ποὺ λέγεται Υἱὸς καὶ ἐξ Αὐτοῦ (τοῦ Πατρὸς) ἐκπορεύεται τὸ Πανάγιον Πνεῦμα. Τὸ ὄνομα ὅμως Πατὴρ μπορεῖ νὰ ἀποδοθῆ σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα, ἀφοῦ ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀναδημιουργία του εἶναι ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια Πατὴρ λέγεται καὶ ὁ Χριστός, γιατί μὲ τὴν ἐνανθρώπησί Του ἔδωσε ζωὴ στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν νεκρὸς καὶ μόνος του δὲν μποροῦσε νὰ ζωοποιηθῆ. Ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἐν σχέση πρὸς τὸν Πατέρα Του λέγεται Υἱός, ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους (ὅπως καὶ τὰ ἄλλα Πρόσωπα) λέγεται Πατήρ, γιατί μεταδίδει τὴν ζωή.

Οἱ Ἅγιοι-Πατέρες

.            Πατέρες ἀκόμη λέγονται καὶ ὅλοι οἱ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένοι, γιατί ἔλαβαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἐμόρφωσε μέσα τους τὸν Χριστό, ἔγιναν κατοικητήρια τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ ἔπειτα μετέδωσαν τὶς ἐμπειρίες τους στὰ πνευματικά τους παιδιά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὰ ἀναγεννήσουν. Τέτοιοι ἦταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ἔγιναν «φῶς τοῦ κόσμου». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε στοὺς Κορινθίους: «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας. ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α´ Κορ. δ´ 15). Ἔχει συνείδησι τῆς πατρότητός του, γι’ αὐτὸ λέγει γιὰ τὸν μαθητή του Τιμόθεο «ἐστιν τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίω» (Α´ Κορ. δ´ 17).

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ («Ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ ποὺ ἀλλοιώνουν τὸν Πατερικὸ λόγο, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή».

 

 

Πατερικ θεολογία

τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» 
Ἰούνιος 2012, ἀρ. τ. 191

.            Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στοὺς ἁγίους Πατέρες ποὺ συνεκρότησαν τὴν Δ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν Χαλκηδόνα τὸ ἔτος 451 μ.Χ., ἡ ὁποία ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν αἵρεση ἐκείνη ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ –θεία καὶ ἀνθρωπίνη– ἑνώθηκαν σὲ μία φύση καὶ συγκεκριμένα ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπορροφήθηκε ἀπὸ τὴν θεία φύση. Αὐτὴ ἡ ἄποψη ἀνέτρεπε ὅλη τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι διατηρεῖται ἡ ἀνθρώπινη φύση στὸν Χριστὸ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσή της μὲ τὴν θεία φύση.
.            Ἡ αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ εἶναι συνέχεια τῆς μεγάλης αἱρέσεως τοῦ ἀρειανισμοῦ, ποὺ ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κτίσμα καὶ ὄχι Θεός. Ἡ βάση τῶν πρώτων αὐτῶν αἱρέσεων ἦταν ὅτι προσπαθοῦσαν νὰ ἑρμηνεύουν μὲ τὴν λογικὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ὅλοι οἱ ὁμόφρονές τους θεολόγησαν χρησιμοποιώντας τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ τὸν στοχασμό, ἐνῶ οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως διατυπώθηκε μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐπιβεβαιώθηκε ἀπὸ τὴν δική τους πνευματική, ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν Πατέρων. Οἱ αἱρετικοὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἑρμηνεύσουν τὴν σχέση τοῦ Πατρὸς μὲ τὸν Λόγο, καὶ τὴν σχέση τῶν δύο φύσεων στὸν Χριστό, μὲ τὴν χρήση φιλοσοφικῶν προϋποθέσεων, ἐνῶ οἱ Πατέρες ἐγνώριζαν ἀπὸ τὴν πείρα τους ὅτι ὁ Λόγος εἶναι Θεός, γιατί κατὰ τὴν ἐμφάνισή Του στοὺς Ἀποστόλους καὶ σὲ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ἔλαμπε ὡς Φῶς, ὅπως ὁ ἥλιος. Ἔτσι, ὁ Λόγος ἔχει τὴν ἴδια οὐσία καὶ ἐνέργεια μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐπίσης, ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε «ἀσυγχύτως», «ἀτρέπτως», «ἀδιαιρέτως» καὶ «ἀχωρίστως».
.            Πράγματι, κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στὸ ὄρος Θαβώρ, οἱ τρεῖς Μαθητὲς εἶδαν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ λάμπη ὅπως ὁ ἥλιος, καὶ τὰ ἱμάτιά Του νὰ εἶναι λευκὰ ὅπως τὸ φῶς, ἄκουσαν καὶ τὴν φωνὴ τοῦ Πατρός, ποὺ ἐμαρτύρησε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἀγαπητὸς Υἱός Του καὶ εἶδαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς νεφέλη φωτεινή. Ὁ ἀρχιδιάκονος καὶ πρωτομάρτυρας Στέφανος στὸ Συνέδριο τῶν Ἰουδαίων εἶδε μεγάλη δόξα-λάμψη Θεοῦ καὶ τὸν Χριστὸ νὰ βρίσκεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶδε τὸν Χριστὸ μέσα στὸ Φῶς, καὶ μάλιστα ἕνα Φῶς τοῦ ὁποίου ἡ λαμπρότητα ὑπερεῖχε τῆς λαμπρότητος τοῦ ἡλίου. Αὐτὴν τὴν ἐμπειρία εἶχαν οἱ Προφῆτες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως ὁ θεοπτης Μωϋσῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ θεοφόροι Πατέρες διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Σὲ μιὰ τέτοια ἐμπειρικὴ θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξη ὁποιαδήποτε φιλοσοφία καὶ ὁποιοσδήποτε στοχασμός. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ποὺ παρευρέθηκε κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ στὸ ὄρος Θαβώρ, γράφει ὅτι ἔγινε «ἐπόπτης» τῆς μεγαλειότητος τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν Τὸν γνώρισε μὲ «σεσοφισμένους μύθους», δηλαδὴ μὲ παραμύθια τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται μὲ σοφοὺς λόγους καί, ἀσφαλῶς, ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ποὺ χαρακτηρίζεται μεταφυσικὴ (Β´ Πέτρ. α´ 16-21).
.              Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐμπειρικὴ καὶ ὄχι ὀρθολογιστική, ἐκφράζεται ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ φιλοσόφους ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸν στοχασμὸ καὶ τὴν φιλοσοφία. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο εἶναι διακριτικὸ γνώρισμα τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναμειγνύουν τὴν λογικὴ μὲ τὸν νοῦ, τὴν φαντασία μὲ τὴν πραγματικότητα, τὴν φιλοσοφία μὲ τὴν ἀλήθεια, τὸν στοχασμὸ μὲ τὴν Ἀποκάλυψη. Γι’ αὐτὸ τιμᾶμε τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀπλανεῖς διδασκάλους, ὡς μεγάλους θεολόγους, ὡς ἀστέρες πολύφωτους τοῦ νοητοῦ στερεώματος, ὡς ἄνθη τοῦ Παραδείσου, ὡς πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου καὶ πολλὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἀκούσαμε νὰ ψάλλωνται σήμερα κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Ὄρθρου στὸν Ναό.
.            Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικό, γιατί ὑπάρχουν σήμερα πολλοὶ ποὺ ἀλλοιώνουν τὸν Πατερικὸ λόγο, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ζοῦμε σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων, ὁπότε κάνουν λόγο γιὰ μεταπατερικὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ τὸν παρερμηνεύουν μὲ περίπλοκο τρόπο, ὥστε νὰ τὸν ὑπονομεύουν. Εἶναι ὀδυνηρὲς αὐτὲς οἱ παρερμηνεῖες, καὶ στὴν οὐσία τους ἀντιεκκλησιαστικές, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ μὲ ὕμνους καὶ προσευχὲς τοὺς Πατέρες καὶ ὄχι τοὺς φιλοσόφους.
.            Τιμᾶμε κι ἐμεῖς τοὺς Πατέρες, ὅταν ἀποδεχόμαστε τὸν λόγο τους καὶ ἐφαρμόζουμε τὴν διδασκαλία τους, ἡ ὁποία εἶναι πάντα ἐπίκαιρη.

ΠΗΓΗ:  parembasis.

ΚΑΙΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ «ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟ «Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση». Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ στὶς 19 Ἰουλίου 2012 Ἀπόσπασμα σπουδαίου θεολογικοῦ μελετήματος ὑπὸ τὸν τίτλο Βουλησιοκρατικὸς (βολονταριστικὸς) περσοναλισμὸς Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

 

 

 

Ὁ Ἄρειος καὶ οἱ Ἀρειανοὶ συνέδεαν τὴν φύση μὲ τὴν ἀνάγκη, καὶ τὴν βούληση μὲ τὸ πρόσωπο.  Ἔτσι, ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Πατὴρ δὲν μπορεῖ νὰ γεννήση τὸν Λόγο κατὰ φύση, γιατί αὐτὸ σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη σχέση, ἀλλὰ Τὸν δημιουργεῖ κατ᾽ ἐνέργεια καὶ κατὰ βούληση καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶναι κτίσμα.
.            Οἱ Πατέρες, ὅμως, ἀντέδρασαν σὲ αὐτὴν τὴν αἱρετικὴ ἄποψη καὶ δίδαξαν ὅτι τὸ κατὰ φύση δὲν σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ βούληση εἶναι τῆς φύσεως.
.         Μερικοὶ σύγχρονοι θεολόγοι συλλαμβάνονται νὰ ἔχουν παρόμοιες μὲ τοὺς ἀρειανοὺς ἀντιλήψεις, δηλαδὴ ταυτίζουν τν φύση μ τν νάγκη κα συνδέουν τ πρόσωπο μ τν βούληση κα φθάνουν σὲ πίθανα συμπεράσματα καὶ πίστευτους θεολογικος κροβατισμούς.
.            Γιὰ παράδειγμα, ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ Πατέρες «αὐτὸ ποὺ μαρτυροῦν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν θεότητά του, ἡ δυνατότητά του νὰ ἐνανθρωπίζει, νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἀνθρώπου ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε προκαθορισμὸ τόσο τοῦ τρόπου τῆς θεότητας ὅσο καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνθρωπότητας» (Χρῆστος Γιανναρᾶς).
.            Ἐπίσης ὑποστηρίζεται ὅτι «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» (Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας).
.            Ὅσοι ἔχουν παρόμοιες ἀντιλήψεις δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ θέληση-βούληση εἶναι φυσική, δηλαδὴ εἶναι τῆς φύσεως –ὄχι τοῦ προσώπου–, καὶ ὅτι ἡ προαίρεση διαφέρει ἀπὸ τὴν θέληση-βούληση. Ἔτσι, φθάνουν στὸν βουλησιοκρατικὸ (βολονταριστικὸ) περσοναλισμό, ποὺ ἐμπεριέχει τὰ σπέρματα τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Γι᾽ αὐτό, ὁ λόγος γιὰ τὴν θέληση καὶ τὴν προαίρεση σχετικὰ μὲ τὸ φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα εἶναι σημαντικὸς καὶ ἐπίκαιρος.
.            Ἡ θέληση ἀποτελεῖ κεντρικὸ θέμα στὴν Χριστολογία καὶ τὴν ἀνθρωπολογία. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετώπισαν τὸ θέμα αὐτὸ στὴν Χριστολογία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπεκτάθηκαν καὶ στὴν ἀνθρωπολογία.
.            Ἐπειδὴ ἀνεφύησαν μερικοὶ αἱρετικοὶ μονοφυσίτες καὶ μονοθελῆτες, ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε μία φύση καὶ μία θέληση, γι᾽ αὐτὸ οἱ Πατέρες δογμάτισαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο φύσεις καὶ δύο ἐνέργειες –θεία καὶ ἀνθρωπίνη– σὲ μία ὑπόσταση, στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.
.            Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις –θεία καὶ ἀνθρώπινη– σὲ ἕνα πρόσωπο-ὑπόσταση.
.            Προκειμένου οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νὰ τεκμηριώσουν αὐτὴν τὴν θεολογικὴ ἀλήθεια ἔκαναν ἀναλύσεις γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ θέληση στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἂν ἡ θέληση ἔχη σχέση μὲ τὴν φύση ἢ τὸ πρόσωπο.

ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΡΑΣΕΩΣ (Κυρ. Ζ´ Ματθ.) Ἀναρτήθηκε ἀπὸ τὸν/τὴν christian-vivliografia στὸ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ στὶς 21 Ἰουλίου 2012 Ἀσθένειες τῆς ψυχικῆς ὁράσεως Κυριακή Z´ Ματθαίου (22 Ἰουλίου 2012) τοῦ Mητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 

 

   Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ σῶμα του ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ ἔχη πολλὲς δυνατότητες νὰ ἐπικοινωνῆ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν περιβάλλοντα κόσμο. Συγχρόνως ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὶς πολλὲς ἐνέργειές της, ἡ ὁποία διὰ τοῦ σώματος βλέπει, ἀκούει, αἰσθάνεται, σκέπτεται, ἀλλὰ κυρίως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό.
.           Μιὰ μεγάλη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ ὀφθαλμοί, μὲ τοὺς ὁποίους βλέπουμε τὴν κτίση, τοὺς ἀνθρώπους, θαυμάζουμε τὶς ὀμορφιὲς τῆς φύσεως καὶ μποροῦμε νὰ κινούμαστε ἄνετα. Οἱ ὀφθαλμοὶ ἔχουν σημαντικὸ ρόλο στὴν ζωή μας, καταλαβαίνουμε δὲ τὴν ἀξία τους, ὅταν συναντᾶμε ἀνθρώπους ποὺ στεροῦνται τὸ μεγάλο ἀγαθὸ τῆς ὁράσεως. Συγχρόνως, ἂν μελετήσουμε διάφορα συγγράμματα ποὺ περιγράφουν πῶς λειτουργοῦν τὰ μάτια, τότε μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν ἀξία τους, ἀφοῦ λειτουργοῦν πολὺ καλύτερα ἀπὸ τὶς πιὸ τέλειες φωτογραφικὲς μηχανές.
.           Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρεται σὲ δύο τυφλούς, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὸν Χριστό, Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς εὐσπλαχνισθῆ καὶ νὰ τοὺς δώση τὴν ὅραση τῶν ὀφθαλμῶν τους: «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ» (Ματθ. θ´ 27). Ὁ Χριστὸς βλέποντας τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τοὺς θεράπευσε.

.        Ὑπάρχουν πολλὲς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν, δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ τύφλωση. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ μυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν διακρίνη καθαρὰ τὰ ἀντικείμενα, ποὺ βρίσκονται σὲ σχετικὰ μακρινὴ ἀπόσταση. Εἶναι ἡ πρεσβυωπία, ὅταν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν μπορεῖ νὰ δὴ μὲ ἀκρίβεια ἀντικείμενα σὲ κοντινὲς ἀποστάσεις. Ἀκόμη, εἶναι ἡ ἀχρωματοψία, δηλαδὴ ἡ ἀδυναμία νὰ διακρίνη κανεὶς ἕνα ἢ περισσότερα βασικὰ χρώματα. Ὑπάρχουν καὶ διάφορες ἄλλες ἀσθένειες. Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται νὰ ἐπισκεφθοῦμε ἕναν ὀφθαλμίατρο, γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἢ νὰ ἀντιμετωπισθῆ κάποια ἀσθένεια ἢ κάποια ἀνικανότητα τῶν ὀφθαλμῶν.
.           Ὅμως, πέραν ἀπὸ τὶς ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ σώματος ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὸν νοῦ, δὲν ἐννοοῦμε τὴν λογική, ἀλλὰ τὴν λεπτοτάτη προσοχή, δηλαδὴ κάποια ἄλλη ἐνέργεια ποὺ λέγεται νοερὰ καὶ διακρίνεται ἀπὸ τὴν λογικὴ ἐνέργεια. Συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς ὅ,τι καὶ μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ σώματος.
.           Κατ’ ἀρχὰς ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ τύφλωση, ὅταν ὁ νοῦς ἔχη ἀσθενήσει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ λέγεται σκοτασμὸς τοῦ νοῦ καὶ στὴν πραγματικότητα σὲ αὐτὴν τὴν κατηγορία συμπεριλαμβάνονται οἱ ἄθεοι ποῦ ἀρνοῦνται τὸν Θεό. Ἐπίσης, ὑπάρχουν ἄλλες πνευματικὲς ἀσθένειες, ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀρνοῦνται μὲν τὸν Θεό, ἀλλὰ Τὸν παρερμηνεύουν, δὲν βλέπουν καθαρά, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀλλάζη ὅλη ἡ ψυχικὴ κατάστασή τους, ἄλλοτε ὑπάρχει ἡ πνευματικὴ μυωπία καὶ δὲν μποροῦν νὰ δοῦν τὴν μεγάλη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλοτε ἡ πνευματικὴ πρεσβυωπία καὶ δὲν βλέπουν τὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ εὐεργετεῖ ποικιλοτρόπως τοὺς ἀνθρώπους.
.          Αὐτὲς οἱ πνευματικὲς ἀσθένειες τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τὶς καταστάσεις τῆς ζωῆς μας. Ἄλλοτε ὑπερεκτιμοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ κρίνουμε αὐστηρὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ἄλλοτε κρίνουμε αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό μας μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπογοητευόμαστε.
.                  Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐμφανισθῆ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν δόξα Του, ἀλλὰ θὰ Τὸν δοῦν μόνον ἐκεῖνοι ποῦ φρόντισαν νὰ ἀποκτήσουν ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ἑπομένως, ὁ σκοπὸς τῶν Χριστιανῶν εἶναι νὰ θεραπεύσουν τὸν πνευματικὸ ὀφθαλμό, τὸν νοῦ. Αὐτὸ γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἀγώνα μας, καί, μάλιστα, ὅσο βρισκόμαστε στὴν ζωὴ αὐτή. Ὁπότε, πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικὰ ἀσθενεῖς, ὅτι ἔχουμε πνευματικὴ τύφλωση καὶ διάφορες ἄλλες παθήσεις στὸν νοῦ μας, καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν πραγματικὸ ὀφθαλμίατρο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ μᾶς θεραπεύη διὰ τῶν Κληρικῶν Του. Αὐτὸς εἶναι τὸ Φῶς, Αὐτὸς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς καὶ Αὐτὸς εἶναι ἡ ὀπτικὴ ἐνέργεια, μὲ τὴν ὁποία βλέπουμε. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ συμβῆ αὐτὸ ποὺ γράφει ὁ Δαυΐδ: «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

ΠΗΓΗ: parembasis