Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Πρωτοπρ.ΝικόλαοςΜανώλης, "Περί της Ευχής του Ιησού".wmv

Βαλαάμ: ο πνευματικός πρόγονος των Νικολαϊτών





 

Το Νικολαϊτης προέρχεται από το Νικόλαος, που μεταφράζεται από το όνομα FILIPP_dok.jpgΒαλαάμ. Ο Βαλαάμ ήταν αυτός που είχε βάλει τότε σκάνδαλο στους Εβραίους, να πέσουν στην πορνεία και να προσφέρουν θυσία στα είδωλα των γειτόνων των.

Το λέγει αυτό πολύ καλά το βιβλίο των Αριθμών. Εξ άλλου και στο βιβλίον της Αποκαλύψεως το σημειώνει αυτό ο Χριστός και λέγει: «όπως ο Βαλαάμ έκανε εκείνο κι εκείνο...»

 Συνεπώς το Νικολαϊτης προέρχεται από το όνομα Βαλαάμ. Γι' αυτό σας είπα ότι δεν έχει καμμία σχέσι με τον προσήλυτον, το διάκονον Νικόλαον - όνομα εξ άλλου ελληνικό.

Αν και Νικόλαος θα πη αυτός που καταστρέφει τον λαό, αυτός που νικάει τον λαό. Δεν είναι η νίκη του λαού, αλλά αυτός που νικάει τον λαό, και συνεπώς καταστροφεύς, λυμεών.

Βαλαάμ λοιπόν και Νικολαϊτης σημαίνει καταστροφεύς λυμεών καταστροφεύς του ίδίου σώματος.

Και εκεί ο Χριστός λέγει εις τον επίσκοπον της Εφέσου: «Μισώ τα έργα των Νικολαϊτών, οι οποίοι επιδίδονται στα σαρκικά αμαρτήματα, στην πορνεία και την ποικίλη αμαρτία. Μισώ τα έργα αυτών!».

Η διδασκαλία των αιρετικών νικολαϊτών


Επειδή χθες διαβάστηκε η αποστολική περικοπή για την πορνεία, παραθέτουμε πολύ μικρό απόσπασμα από την πολύ ωφέλιμη ομιλία του κ. Νικολάου Σωτηρόπουλου με θέμα «Νικολαΐτες» (8-2-1998) για τη διδασκαλία των αιρετικών νικολαϊτών .

Η διδασκαλία των αιρετικών νικολαϊτών

XAPAKTHPIΣMOI AIPETIKΩN«Οι Νικολαΐτες δίδασκαν υπερ των σεξουαλικών πράξεων, υπερ των σεξουαλικών αμαρτιών. Δίδασκαν «το παραχρήσθαι τη σαρκί». Τί σημαίνει αυτό; Δίδασκαν ότι οι άνθρωποι πρέπει οπως θα λέγαμε σήμερα, «να πέφτουν με τα μούτρα» στις σαρκικές αμαρτίες, για να μπουχτήσουν τις αμαρτίες και να μην έχουν όρεξη κατόπιν να κάνουν αμαρτίες. Φανταστείτε ο διάβολος τί ιδέα είχε ενσφηνώσει στα μυαλά τους. Δίδασκαν, να κάνουμε το κακό, για να έλθει το καλό. Να κάνουμε την αμαρτία, να την μπουχτήσουμε, να την κόψουμε και έτσι να έλθει το καλό. Μεγάλη διαστροφή. Οι νικολαΐτες προχωρούσαν και έλεγαν ότι οι σαρκικές εκτροπές δεν είναι καν αμαρτίες. Δεν είναι αμαρτία η πορνεία, δεν είναι αμαρτία η μοιχεία, δεν είναι αμαρτία η ομοφυλοφιλία».
Την ομιλία θα τη βρείτε στο βιβλιοπωλείο «Ο ΣΤΑΥΡΟΣ», της αγαπημένης Αδελφότητας του π. Αυγουστίνου
Ζωοδόχου Πηγής 44, Αθήνα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΙΚΟΛΑΙΤΙΣΜΟΣ;




 ΝΙΚΟΛΑΪΤΙΣΜΟΣ, ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Του κ. Χριστόδουλου Βασιλειάδη,
Δρ. Θεολογίας - Μουσικολόγου
=====
Α.) ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΙΚΟΛΑΙΤΙΣΜΟΣ
Νικολαϊτισμὸς ἦταν μιὰ γνωστικὴ αἵρεση τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων. Πίστευαν στὴν ὕπαρξη δύο ἀρχῶν, οἱ ὁποῖες δεσπόζουν τοῦ σύμπαντος, στὸν θεὸ τοῦ καλοῦ καὶ τὸν θεὸ τοῦ κακοῦ. Πίστευαν ἀκόμη καὶ στὴν κακότητα τῆς ὕλης, μὲ τὴν δικαιολογία ὅτι τὴν ὕλη δημιούργησε ὁ Θεὸς τοῦ κακοῦ. Ἐπιζητοῦσαν τὴν ἀκολασία, νομιζόμενοι ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ φθείρεται ἡ σάρκα, δημιούργημα, κατὰ τὴν ἄποψή τους, τοῦ θεοῦ τοῦ κακοῦ. Ἀσχολοῦντο ἀκόμη μὲ τὶς εἰδωλικὲς θυσίες καὶ βρώση εἰδωλοθύτων. Μερικοὶ ἀντιαιρετικοὶ συγγραφεῖς ὑπέθεσαν κακῶς ὅτι ἀρχηγὸς τῶν Νικολαϊτῶν ἦταν ὁ Νικόλαος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ διακόνους. Σύμφωνα μὲ κάποια ἄποψη ἀντιαιρετικῶν συγγραφέων ὁ Νικόλαος εἶχε ὡραία σύζυγο καὶ ἤθελε νὰ ἐπιδοθῇ στὴν ἐγκράτεια. Ὅμως παρασύρθηκε σὲ λαγνεία καὶ παρέδωσε τὴ σύζυγό του σὲ χρήση ὅσων ἤθελαν νὰ ἀσελγήσουν μαζί της. Δικαιολογοῦσε μάλιστα αὐτὴ τὴν κατάσταση, λέγοντας ὅτι ἡ ἐπίδοση στὶς σαρκικὲς ἁμαρτίες εἶναι χρήσιμη στὴ φθορὰ τῆς σάρκας, ἄρα καὶ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος καὶ κατ’ ἀκολουθία στὴν τάχα ἐπίτευξη ὑψηλότερου πνευματικοῦ βίου.

Στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, τὸ τελευταῖο τοῦ Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ Κύριος μιλᾶ μὲ ἔντονα ἐλεκτικὸ λόγο γιὰ τοὺς Νικολαΐτες. Γιὰ παράδειγμα ἀπευθυνόμενος ὁ Κύριος στὸν ἐπίσκοπο Ἐφέσου, τοῦ λέγει ὅτι μισεῖ τὶς βδελυρὲς καὶ σαρκικὲς παρεκτροπὲς τῶν Νικολαϊτῶν[1]. Περαιτέρω ἀπευθύνεται στὸν ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Περγάμου καὶ τοῦ λέγει ὅτι πέραν τῶν ἐπισκοπικῶν του προτερημάτων, ἐν τούτοις ὁ Κύριος ἔχει ἐναντίον του καὶ λίγα παράπονα. Διότι ἔχει στὴν ἐπισκοπή του καὶ ἀνέχεται, μερικούς, ποὺ τηροῦν τὴ διδασκαλία τοῦ ἐθνικοῦ μάντη Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος δίδασκε στὸν Βαλὰκ τὸν βασιλιᾶ τῶν Μωαβιτῶν νὰ βάλῃ σκάνδαλο μπροστὰ στοὺς Ἰσραηλῖτες γιὰ νὰ τοὺς παρασύρῃ νὰ φᾶνε εἰδωλόθυτα καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ πορνεύσουν. Ἐλέγχει ὁ Κύριος τὸν ἐν λόγῳ ἐπίσκοπο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει μερικοὺς στὴν ἐπισκοπή του ποὺ προσομοιάζουν μὲ τοὺς Ἰουδαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ Βαλαάμ[2]. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς δηλοῖ μιὰ διαφορετικὴ ὄψη τῆς πλάνης τῶν νικολαϊτῶν, ποὺ τοὺς συνδέει μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
_________

[1] Ἀποκ. β΄ 6.
[2] Ἀποκ. β΄ 14-15.

Ο π. ΘΩΜΑΣ ΒΑΜΒΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΗ “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ” “ΣΥΝΑΦΕΙΑΚΗ” ΘΕΟΛΟΓΙΑ




Του Παναγιώτη Τελεβάντου

Στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου “Παρέμβασις” διαβάσαμε το ακόλουθο αξιόλογο άρθρο του αιδεσιμολογιότατου Πρωτοπρεσβύτερου π. Θωμά Βαμβίνη “«ΣΥΝΑΦΕΙΑ» σπουδαστηριακή - Παρασυναφειακά ερωτήματα”:

“Ένα διεθνές θεολογικό συνέδριο, μέ «πυρηνική έννοια» στήν θεματολογία του τήν «συναφειακότητα», ενισχύει τήν άποψη ότι έχουμε μπροστά μας ένα ενδοορθόδοξο ακαδημαϊκό κίνημα, πού προσπαθεί νά «ανοίξη» τούς ορίζοντες τής ορθόδοξης θεολογίας, καταργώντας τά όρια (τίς «περιχαρακώσεις») τίς οποίες έθεσαν στήν εποχή τους οι άγιοι Πατέρες.

Δημοσίευμα σχετικό μέ τίς εργασίες αυτού τού συνεδρίου αναρτήθηκε στό διαδίκτυο. Σέ αυτό διαβάζουμε:

«Τό απόγευμα τής 23ης Μαΐου ξεκίνησαν οι εργασίες τού Διεθνούς Θεολογικού Συνεδρίου μέ τίτλο «Ορθοδοξία καί συναφειακή θεολογία. Εναύσματα από τήν εκκλησιαστική Παράδοση» στήν Cluj-Napoca, τής Ρουμανίας. Επιφανείς Ορθόδοξοι θεολόγοι απ’ όλον τόν κόσμο συγκεντρώθηκαν γιά νά συζητήσουν μέσα από τήν προοπτική τής πατερικής θεολογίας τίς προκλήσεις πού φέρνει η συναφειακότητα γιά τό μέλλον τής Ορθόδοξης θεολογίας» (amen.gr).

Στήν συνέχεια γίνεται μιά παρουσίαση τών εισηγητών καί τών εισηγήσεών τους, η οποία δείχνει τήν αγωνία τών οργανωτών καί τών εισηγητών τού συνεδρίου, αλλά καί τό «συναφειακό πνεύμα» πού εμποτίζει τόν θεολογικό στοχασμό τους.

Πάντως, μέ τόν καιρό καί τήν ωρίμανση τής σκέψης, όσοι προσέλαβαν τόν όρο «συναφειακή θεολογία» καί τού έδωσαν θέση υψηλή, σχεδόν ισόβαθμη μέ τούς Όρους τών Οικουμενικών Συνόδων, θά πρέπει, αφ’ ενός μέν νά συγκεκριμενοποιήσουν τό περιεχόμενό του, νά τό κατεβάσουν δηλαδή από τό νεφέλωμα τού ελεύθερου θεολογικού στοχασμού καί νά τό «προσγειώσουν» στίς συγκεκριμένες ποιμαντικές ανάγκες τής Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δέ νά δούν, ώριμα, άν τελικά είναι αναγκαίος αυτός ο όρος, ως προσδιοριστικός τής θεολογίας. Μή τυχόν δηλαδή ο προσδιορισμός «συναφειακή» αφαιρεί από τήν θεολογία τήν καθαρότητα καί τόν δυναμισμό τού προσδιορισμού «ορθόδοξη».

Αυτά λέγονται γιατί διαβάζοντας τήν παρουσίαση τών εισηγήσεων τού περί ού ο λόγος συνεδρίου δημιουργείται η αίσθηση ότι τό «συναφειακό κίνημα» έχει ως μοναδικό πεδίο δράσης καί μάχης τά σπουδαστήρια καί τίς βιβλιοθήκες. Είναι άσχετο μέ τήν καθημερινότητα τής Εκκλησίας, τούς πόθους καί τούς στεναγμούς τών «κοινών ορθοδόξων Χριστιανών», είναι άσχετο μέ τήν ποιμαντική, όχι τήν ακαδημαϊκή επιστήμη τής ποιμαντικής, αλλά μέ τόν ευαγγελικό τρόπο μέ τόν οποίο ο Χριστός διά τής Εκκλησίας Του μεταγγίζει τήν Ζωή Του στούς συγκεκριμένους ανθρώπους, μέ τά πάθη καί τά προβλήματά τους, τούς καλούς, μέτριους ή κακούς Ιερείς τους.

Παρασυναφειακά ερωτήματα

Από ποιά αιτία άραγε δημιουργείται αγωνία σέ κάποιους θεολόγους, οι οποίοι αισθάνονται τήν θεολογία σέ μεγάλη απόσταση από τόν κόσμο, άσχετη μέ τά προβλήματά του, απομονωμένη, ανίκανη νά επιδράση στούς ανθρώπους τής εποχής μας; Τό ερώτημα αυτό, άν απαντηθή, ταυτόχρονα φωτίζει καί τίς αιτίες τού «συναφειακού κινήματος».

Ένα δεύτερο παράλληλο ερώτημα διαφωτίζει τό πρώτο: η θεολογία (αναφερόμαστε πάντα στήν ορθόδοξη) ή οι θεολόγοι (όσοι αισθάνονται τήν ορθόδοξη θεολογία εκτός εποχής) είναι άσχετοι μέ τά προβλήματα τού κόσμου, απομονωμένοι, ανίκανοι νά επιδράσουν στούς βομβαρδισμένους από ακατάσχετη ηλεκτρονική πληροφόρηση ανθρώπους τής εποχής μας;

Τό ερώτημα τό αφήνουμε αναπάντητο, γιατί μπορεί νά συμβαίνη καί κάτι άλλο σέ κάποιους απ’ τούς «αγωνιόντες» θεολόγους: νά είναι ναυαγισμένοι στό πέλαγος τών πληροφοριών.”

Η ανάλυση του π. Θωμά χτυπά κέντρο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο αιδεσιμολογιότατος δίνει άριστο δείγμα θεολογικής ανάλυσης.  

Το άρθρο του π. Θωμά έχει δύο βασικούς άξονες:

 1.) Οι “συναφειακοί” “μεταπατερικοί” θεολόγοι προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεν με τον κόσμο, αλλά το πλήρωμα της Εκκλησίας τους αγνοεί ολότελα ή σχεδόν ολότελα. Είναι ανίκανοι να αρθρώσουν λόγο με απήχηση στο ποίμνιο της Εκκλησίας.

2.) Το δεύτερο συμπέρασμα του άρθρου του π. Θωμά είναι ότι οι “συναφειακοί” θεολόγοι πλέουν μέσα στο πέλαγος των πληροφοριών και των προτεσταντικών πηγών που ηδονίζονται να κολυμπούν “χωρίς σωστικά κριτήρια καί χωρίς σαφή προσανατολισμό”.

Να προσθέσουμε ότι είναι πάντως αξιοθαύμαστος ο ρυθμός παραγωγής θεολογικού έργου των "συναφειακών" θεολόγων. 

Αν και ολιγάριθμοι κατορθώνουν να έχουν, σε πανορθόδοξο επίπεδο, μια συνεχή παρουσία επιπέδου - κακόδοξου ασφαλώς - η οποία πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

Οι Αγουριδικοί “συναφειακοί” “μεταπατερικοί” θεολόγοι, αν και διατυπώνουν κακοδοξίες ολκής, οι οποίες εκφράζουν ατόφια προτεσταντικές θέσεις, δεν είναι ουσιαστικά επικίνδυνοι πέραν της αδιαμφισβήτητης ζημιάς που προκαλούν στην Ακαδημαική θεολογία. 

Το πλατύ κοινό αγνοεί τα έργα τους και είναι πλέον ή βέβαιο ότι θα συνεχίσει να τα αγνοεί.

Πραγματικά επικίνδυνος για τη διάβρωση της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης είναι μόνον ο κ. Γιανναράς, ο οποίος δεν είναι μεν “συναφειακός” θεολόγος, - με την αυστηρή έννοια του όρου -, είναι όμως βαθύτατα επηρεασμενος από τη δυτική θεολογία.

Τι είναι αυτό που καθιστά τον κ. Γιανναρά τόσο επικίνδυνο;

Η απήχηχη της θεολογικής του σκέψης επεκτείνεται πολύ πέραν του Ακαδημαικού χώρου. 

Φτάνει στο μέσο πιστό με τα δεκάδες βιβλία του που γνωρίζουν μεγάλη εκδοτική επιτυχία, απανωτές εκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, αλλά και με τις επιφυλλίδες του σε έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας. 

Επιπλέον! Είναι άριστος χειριστής του λόγου και τοποθετείται συνεχώς πάνω σε όλα τα τρέχοντα θέματα. 

Ετσι είναι ο ΜΟΝΟΣ - από τους μη παραδοσιακούς - θεολόγους που έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τον μέσο πιστό.

Η άγνωστη στην πατερική θεολογία αντιθετική διάκριση Εκκλησίας και Θρησκείας λ.χ. του Κάρλ Μπάρθ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινδύνου που συνιστά ο κ. Γιανναράς για την διάβρωση του περιεχομένου της ορθόδοξης θεολογίας. 

Ο κ. Γιανναράς δεν είναι ο πρώτος ορθόδοξος θεολόγος που υιοθέτησε αυτήν τη διάκριση. 

Παρόλον όμως ότι έχει δυστυχώς υιοθετηθεί από πολλούς - και ορισμένες φορές παραδοσιακούς - θεολόγους -, τότε μόνον έγινε καθολικό σημείο αναφοράς για τους πλείστους σύγχρονους θεολόγους, αφού την υιοθέτησε ο κ. Γιανναράς και την εκλαίκευσε και την διέδωσε με τη συνεχή αναφορά του στο θέμα.

Ελπίζουμε ότι η συζήτηση μεταξύ των Σεβ. Περγάμου Ιωάννη και Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου θα συνεχιστεί και θα ολοκληρωθεί, επειδή οι περί “προσώπου” κακοδοξίες του Σεβ. Ιωάννη πλέουν πλησίστιες με τις κακοδοξίες περί “προσώπου” του κ. Γιανναρά.

π.Σάββας Λαυριώτης-Ομιλία στο ηρωϊκό Ναύπλιο.Γέροντας Κύριλλος Κατουνακιώτης προς τον Αργολίδος Νεκτάριο: Σεβασμιώτατε με εξυβρίσατε και με συκοφαντίσατε, σας οφείλω δημόσια απάντηση!




ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ ΤΟΥ ΚΕΛΛΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκτάριο (εφόσον εν μετανοία επιστρέψει στην ορθοτόμηση του Λόγου της Αληθείας, δηλαδή του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, ως προς το Σώμα Του που είναι η Εκκλησία των Αποστόλων και όχι η Νεοφανής Ψευδο-Εκκλησία του Οικουμενισμού  ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, με […]
Γέροντας Κύριλλος Κατουνακιώτης προς τον Αργολίδος Νεκτάριο: Σεβασμιώτατε με εξυβρίσατε και με συκοφαντίσατε, σας οφείλω δημόσια απάντηση!

ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ

ΤΟΥ ΚΕΛΛΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Νεκτάριο

(εφόσον εν μετανοία επιστρέψει στην ορθοτόμηση του Λόγου της Αληθείας, δηλαδή του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού,
ως προς το Σώμα Του που είναι η Εκκλησία των Αποστόλων και όχι η Νεοφανής Ψευδο-Εκκλησία του Οικουμενισμού  ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, με τα Νεοφανή της Δόγματα που περιέχονται στην ψευδο-συνοδική παναιρετική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία Νεοφανής Ψευδο-Εκκλησία ιδρύθηκε από μόνες τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που μετείχαν στο Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, και οι οποίες εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθόδοξων πιστών
ήτοι ως προς τα Άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν  βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών»,
όπως
ο καταδικασθείς σε καθαίρεση και αφορισμό, στη Σύνοδο του 1344 από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, Αγιορείτης ιερομόναχος Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο μαθητής του μοναχός Ιωσήφ ο Καλόθετος απάντησαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα το 1344 (δηλαδή πριν την καθαίρεση αυτού του τελεταίου το 1347) για την καινοτομία του στην Ορθόδοξη Πίστη που αφορά τη λατινόφρονη αίρεση της κτιστής Χάριτος, δηλαδή  ότι ο τότε Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, αποδεχόμενος την εν λόγω καινοτομία, ίδρυσε την Νεοφανή Ψευδο-εκκλησία του με τα νεοφανή του δόγματα, και δεν μπορεί να αφορίσει από την Εκκλησία του Χριστού τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον μαθητή του μοναχό Ιωσήφ Καλόθετο, οι οποίοι διώχθηκαν από τον Πατριάρχη Καλέκα επειδή παραμένουν στην Εκκλησία των Αποστόλων ως Σώμα Χριστού)

Σεβασμιώτατε (με την Ορθόδοξη έννοια του όρου),
Όπως ενδεχομένως γνωρίζετε, οι επιθετικοί χαρακτηρισμοί τους οποίους απευθύνατε δημοσίως και εγγράφως εναντίον μου «αγύρτης» και «θεομπαίκτης», στην από 8-9-2016 δημόσια ανακοίνωσή σας, η οποία αναγνώστηκε σε όλους τους ιερούς ναούς της Μητροπόλεώς σας, κατ’ εντολήν σας, στις 11-9-2016 – συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της εξυβρίσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 363  Ποινικού Κώδικα αντιστοίχως), καθώς και των αντίστοιχων αδικοπραξιών του Αστικού Δικαίου, εξαιτίας των οποίων προκύπτει υποχρέωση αποζημιώσεως εμού του ζημιωθέντος από εσάς τον ζημιώσαντα για ηθική βλάβη (άρθρα 914 και 932 Αστικού Κώδικα) και για προσβολή της προσωπικότητάς μου (άρθρο 52 Αστικού Κώδικα). Βεβαίως, όπως οι εν λόγω εξυβρίσεις σας και συκοφαντικές σας δυσφημήσεις δεν αρμόζουν και από την άποψη του κρατικού Ποινικού και Αστικού Δικαίου σε οποιονδήποτε πολίτη, και γι’ αυτό τιμωρούνται, πολύ περισσότερο δεν αρμόζουν σε Αρχιερέα.
Θα αντιπαρερχόμουν τις ανωτέρω εξυβρίσεις και συκοφαντικές σας δυσφημίσεις εναντίον εμού ως πολίτη και εικόνας του Χριστού, εάν αφορούσαν απλώς το πρόσωπό μου ως Αγιορείτου μοναχού, Γέροντος του Κελλίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Κατουνακίων, κατ’ εφαρμογήν του 9ου μακαρισμού του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Οποίος μακαρίζει τους ονειδιζομένους, τους διωκομένους και τους κακολογουμένους, επί λέξει ως εξής: «Μακάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5, 11).
Όμως, οι ανωτέρω εξυβρίσεις και συκοφαντικές σας δυσφημίσεις εναντίον μου δημοσιεύθηκαν εγγράφως, εξαιτίας της προλογίσεως από εμένα ομιλίας από Αγιορείτη μοναχό, το θέμα της οποίας αφορούσε την αξιολόγηση των κακόδοξων και αιρετικών αποφάσεων της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης. Αυτές τις αποφάσεις εσείς αποδέχεσθε και δεν αποκηρύσσετε, συντασσόμενος με την Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία παραβίασε την εντολή της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της να μην ψηφίσει στο Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης υπέρ της αιρετικής και κακόδοξης θέσης ότι οι αιρέσεις είναι Εκκλησίες, η οποία περιέχεται στη δογματική απόφαση «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».
Γι’ αυτόν το λόγο οφείλω δημοσίως να απαντήσω από πλευράς της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας στις ανωτέρω εξυβρίσεις σας και συκοφαντικές σας δυσφημίσεις, οι οποίες, ναι μεν, κατά τα ανωτέρω, συνιστούν παραβατική συμπεριφορά και από πλευράς του κρατικού Ποινικού και Αστικού Δικαίου, πλην όμως εκδηλώνουν, θέλω να πιστεύω, εσφαλμένες, λόγω αγνοίας, εκκλησιολογικές θέσεις σας με τις οποίες αποδέχεσθε και διαδίδετε (βλέπετε το έντυπο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Λαό με θέμα «Για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης») τις κακόδοξες και αιρετικές αποφάσεις της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης. Άλλως, αν οι εσφαλμένες εκκλησιολογικές θέσεις σας δεν οφείλονται σε άγνοιά σας, αλλά σε συνειδητή επιλογή σας, τότε πλέον αντιμετωπίζουμε την αποδοχή και τη διάδοση εκ μέρους σας της Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης.
Για το δικό σας πνευματικό συμφέρον της εν Χριστώ σωτηρίας, επιτρέψατε εμένα τον έσχατο, τον αμαρτωλότερο και αμαθέστερο των μοναχών, και προκειμένου να μην ευρεθώ αναπολόγητος ότι δεν μερίμνησα για σας, να σας παράσχω μια σύντομη αξιολόγηση της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης από πλευράς της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας – ενώπιον του Δικαιοκρίτου Χριστού, ο οποίος θα προβεί σε μερική μας κρίση σύντομα με τον θάνατό μας και στην τελική μας κρίση κατά τη Δευτέρα του Παρουσία όταν πληρωθεί ο ακριβής χρόνος τον οποίο Εκείνος γνωρίζει – όπως κατωτέρω:
1 – Η ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ
Η Ψευδο-Σύνοδος της Κρήτης εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν, την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός, Διαχριστιανικός και Διαθρησκειακός, είναι Γνωστικισμός ή Θρησκευτικός Συγκρητισμός, και αναμειγνύει την Ορθοδοξία με αιρέσεις, με θρησκεύματα, με φιλοσοφικά συστήματα, με τον Σατανισμό. Τον πολέμησαν σθεναρά οι Απόστολοι, όπως ο Ιωάννης και ο Παύλος, και οι Πατέρες των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως ο Άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λουγδούνου (σημερινής Λυών της Γαλλίας) στο έργο του «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως». Διότι ανατρέπει συνολικά την Ορθόδοξη πίστη, μέσω της αντιπατερικής ή μεταπατερικής θεολογίας, η οποία αλλοιώνει τους θεολογικούς όρους με δαιμονικές και ορθολογιστικές ερμηνείες τους.
2 – ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ «ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ» ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟΣ  Ή ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΧΡΙΣΤΟ
Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» δεν είναι Ορθόδοξη Σύνοδος, αλλά Ψευδο-Σύνοδος. Τούτο σημαίνει ότι δεν είναι έγκυρη, ούτε αυτοδικαίως άκυρη, αλλά είναι ακυρώσιμη, ήτοι μπορεί να ακυρωθεί από μια όντως Ορθόδοξη Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μπορεί ενδεχομένως να συγκληθεί στο μέλλον. Αυτή η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε ουσιαστικά από το Υπουργείο Εξωτερικών  των ΗΠΑ δια στόματος της κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου, αξιωματούχου του ίδιου Υπουργείου και Ειδικής Συμβούλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο.
Οι λόγοι για τους οποίους η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη ή Πανορθόδοξη Σύνοδος» είναι Ψευδο-Σύνοδος είναι οι ακόλουθοι:
1 – Δεν καταδίκασε την Παναίρεση του Οικουμενισμού, αλλά την εισήγαγε «συνοδικώς», δηλ. δεσμευτικά για τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες που συμμετείχαν.
2 – Στην Ψευδο-Σύνοδο δεν συμμετείχαν όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά μόνον δέκα (10), που εκπροσωπούν μόνο το ένα τρίτο (1/3) των Ορθοδόξων πιστών, ενώ τέσσερις (4) Αυτοκέφαλες δεν συμμετείχαν που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα (2/3) των Ορθοδόξων.
3 – Η Ψευδο-Σύνοδος συγκλήθηκε χωρίς έγκυρη απόφαση σύγκλησης, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.
4 – Λειτούργησε χωρίς έγκυρο κανονισμό, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, δεδομένου ότι δεν υπογράφηκε από το Πατριαρχείο Αντιοχείας.
5 – Είχε, μη έγκυρα, στην ημερήσια διάταξή της ως θέματα το σχέδιο κειμένου «Το μυστήριον του γάμου και τα κωλύματα αυτού», το οποίο δεν είχε υπογραφεί από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Γεωργίας στη Σύναξη των Προκαθημένων του Σαμπεζύ του Ιανουαρίου 2016, όπως και τα λοιπά πέντε (5) σχέδια κειμένων τα οποία δεν είχαν υπογραφεί από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, δηλ. κατά παράβαση της πάγιας αρχής της ομοφωνίας στη συνεργασία των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών.
6 – Μέλη με αποφασιστική ψήφο στην Ψευδο-Σύνοδο δεν ήταν οι συμμετέχοντες Αρχιερείς, αλλά οι δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες [τόσο κατά το πρότυπο του Συνεδρίου Εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης του 1923 επί Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη), το οποίο επέτρεψε στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες να εισάγουν καινοτομίες (νέου εορτολογίου, δευτέρου γάμου κληρικών κλπ.) όσο και κατά το πρότυπο του λεγόμενου Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών»], ενώ όλα τα είδη Ορθοδόξων Συνόδων έχουν ως μέλη τους μόνον Αρχιερείς με αποφασιστική ψήφο, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και κατά το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο. Τούτο συνιστά εκκλησιολογική αίρεση.
7 – Η Ψευδο-Σύνοδος αυτοαναγορεύθηκε σε ανώτατη αυθεντία σε θέματα πίστης, πράγμα το οποίο συνιστά αίρεση, ενώ η ανώτατη αυθεντία σε σχέση με το απλανώς θεολογείν (ή το αλάνθαστο σε θέματα πίστης) ανήκει μόνο στο Σώμα της Εκκλησίας (δηλ. στις Συνόδους των Συνοδικών Αρχιερέων, εφόσον οι αποφάσεις τους σε θέματα πίστης εκ των υστέρων εγκρίνονται από τους λοιπούς Αρχιερείς και γίνονται δεκτές από τους λοιπούς κληρικούς, τους μοναχούς και τους λαïκούς, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και το κοινό Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο.
8 – Στις «συνοδικές» (ή δεσμευτικές) αποφάσεις της η Ψευδο-Σύνοδος απαρνήθηκε την Ορθόδοξη μέθοδο επιστημονικής θεολογίας, και υιοθέτησε την αντιπατερική ή μεταπατερική δαιμονική θεολογία, η οποία συνδυάζει την αλήθεια με το ψεύδος, ως μέθοδο δήθεν «Ορθόδοξης» θεολογίας στα πλαίσια της Νέας Εποχής, καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ δια στόματος της ανωτέρω αναφερόμενης κυρίας Ελισάβετ Προδρόμου.
9 – Η συμμετοχή στην Ψευδο-Σύνοδο όχι του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, αλλά του Ιερώτατου Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, διότι αντικανονικώς και αυθαιρέτως η λεγόμενη «Πανορθόδοξη Αγία και Ιερά Σύνοδος» αποφάσισε στις 24-5-2005 την έκπτωση του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, κατόπιν πολιτικής παρέμβασης, χωρίς κατηγορητήριο και χωρίς δίκη, και χωρίς να υφίσταται κανονική παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο.
10 – Ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος, με το υπ’ αριθ. 86/20-6-2015 Διάγγελμά του προς το Ποίμνιό του, τους Αγιοταφίτες, τους Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών και το Χριστεπώνυνο Πλήρωμα της ανά την Οικουμένη Ορθοδοξίας, καθιστά σαφές ότι καταψηφίζει τις αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, οι οποίες εισάγουν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού, και κατά συνέπεια, 1) δεν είναι έγκυρη η θετική ψήφος για τις εν λόγω αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Θαβωρίου κ. Θεοφίλου, ο οποίος εξελέγη αντικανονικά στον Πατριαρχικό Θρόνο Ιεροσολύμων, αλλά είναι έγκυρη η αρνητική ψήφος του Κανονικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίου, και 2) δεν ελήφθησαν εγκύρως οι αποφάσεις της Ψευδο-Συνόδου, διότι δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των δέκα (10) Αυτοκεφάλων που συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο (όπως ορίζει ο, κατά τα ανωτέρω, μη έγκυρος Κανονισμός της), δεδομένου ότι ο Κανονικός Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Ειρηναίος καταψήφισε τις αποφάσεις της ίδιας Ψευδο-Συνόδου.
11 –  Δεν είναι έγκυρη η ψήφος του Πατριάρχη Σερβίας κ. Ειρηναίου, διότι παραβιάζει τον, κατά τα ανωτέρω, μη έγκυρο Κανονισμό της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης (άρθρο 12 παρ. 3), επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των Μητροπολιτών που αποτελούσαν την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Σερβίας, δηλαδή δεκαεπτά (17) από τους είκοσι πέντε (25), ήταν αντίθετη στην ψήφο του Πατριαρχείου Σερβίας υπέρ της δογματικής απόφασης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», όπως προκύπτει από το γεγονός ότι οι εν λόγω δεκαεπτά (17) Σέρβοι Μητροπολίτες δεν υπέγραψαν την συγκεκριμένη δογματική απόφαση.
12 – Ενώ αναγνωρίζει τις αιρετικές ομάδες ως Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο «Εκκλησιών» ως διαχριστιανικό οργανισμό που προάγει την «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ως την δήθεν Καθολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, αποφεύγει να αναγνωρίσει τυπικά ως Οικουμενικές Συνόδους τις ήδη αναγνωρισμένες στη συνείδηση του Χριστεπωνύμου Πληρώματος της Εκκλησίας – Σώματος Χριστού, Η΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως έπρατταν, κατά πάγια πρακτική, οι Άγιες και Μεγάλες ή Οικουμενικές Σύνοδοι σε σχέση με τις προηγηθείσες.
3 – ΠΩΣ ΕΙΣΗΧΘΗ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΙΚΩΣ Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ  Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Η Παναίρεση του Οικουμενισμού εισήχθη «συνοδικώς» μέσω της δογματικής απόφασης της Ψευδο-Συνόδου με τον τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Αυτή η δογματική απόφαση αλλοιώνει δογματικά τα άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον … το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» και «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Διότι:
Α – Αναγνωρίζει τον Παπισμό ως Εκκλησία εντασσόμενη στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», χωρίς οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί του να μετανοήσουν για τις πλάνες τους, το μη προβλεπόμενο στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και στο Ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο  «δογματικό» πρωτείο επισκοπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας του Πάπα, το filioque (που έχει καταδικαστεί από την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο και το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο της Πίστεως «Και εις το Πνεύμα το Άγιον… το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…», τη σχολαστική (δηλαδή φράγκικη) νεοπλατωνική αυγουστίνεια θεολογία η οποία δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα της θεραπευτικής μεθόδου της κάθαρσης – φωτισμού – θέωσης κλπ
Β – Αναγνωρίζει, μαζί με τον Παπισμό, και τις λοιπές αιρέσεις, Μονοφυσίτες, Παλαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς και λοιπούς Προτεστάντες ως Εκκλησίες εντασσόμενες στο «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν».
Γ – Αναγνωρίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο των «Εκκλησιών», τα κείμενά του (δηλαδή το Καταστατικό του και οι Κανονισμοί του) και τους σκοπούς του, ήτοι:
1) Ότι εν λόγω Παγκόσμιο Συμβούλιο είναι «Αδελφότητα Εκκλησιών», στη βάση της ισότητας ως προς την κατεχόμενη από αυτές θεολογική αλήθεια (αρθ. 1 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. όταν μια Εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική), γίνει μέλος του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζει ως Εκκλησίες τις λοιπές ορθόδοξες ή προτεσταντικές Εκκλησίες – μέλη.
2) Ότι οι «Εκκλησίες – μέλη του» (12 Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και περίπου 340 Προτεσταντικές «Εκκλησίες») έχουν στόχο την ορατή ενότητά τους, η οποία είναι διαφορετική από την ενότητα εν Χριστώ των Ορθοδόξων Εκκλησιών (αρθ. 3 Καταστατικού ΠΣΕ). Δηλ. έχουν ως στόχο τους την ενότητα της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» ή της Πράσινης Παγκόσμιας Θρησκείας του Σατανά, με βάση τη λεγόμενη «βαπτισματική θεολογία» (του Κειμένου Β.Ε.Μ. της Λίμα – Περού του 1982 για μερική αποδοχή των ετερόδοξων τελετών βαπτίσματος, ευχαριστίας και ιερωσύνης), δηλ. την ένταξη στην ακόμη αόρατη αδιαίρετη Εκκλησία «Εκκλησία του Οικουμενισμού» («θεολογία της ενωμένης αόρατης, αλλά διαιρεμένης ορατής Εκκλησίας») των Χριστιανών εν γένει μέσω βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος χωρίς να απαιτείται ούτε ο κανόνας του τύπου της τριπλής κατάδυσης στο νερό ούτε η ακριβής Ορθόδοξη πίστη. Η μεν  «θεολογία της αδιαίρετης αόρατης Εκκλησίας» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως «Εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν», η δε «βαπτισματική θεολογία» αλλοιώνει δογματικά το άρθρο «Ομολογώ έν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».
Το εκκλησιολογικό κείμενο «Προσκεκλημένοι να είμαστε η Μία Εκκλησία (= του Οικουμενισμού) (Called to be the One Church)» της 23-2-2006 της Θ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας το 2006, το οποίο αποδέχθηκε η πλειονότητα των Ορθόδοξων εκπροσώπων, αμφισβητεί και προσβάλλει δογματικά το άρθρο της Πίστεως «Εις Μίαν… Καθολικήν… Εκκλησίαν» και συγκεκριμένα τις ιδιότητες της «Μίας» (δηλ. της ενότητας στην πίστη των τοπικών ορθόδοξων εκκλησιών) και της «Καθολικής» (δηλ. της πληρότητας της πίστης). Διότι οι εν λόγω Ορθόδοξοι εκπρόσωποι αποδέχθηκαν το εν λόγω κείμενο το οποίο προβλέπει:
1 – Η Ορθόδοξη Εκκλησία, της οποίας δώδεκα (12) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε., δεν αποτελεί καθ’ εαυτήν την Καθολική Εκκλησία, αλλά η Καθολική Εκκλησία ταυτίζεται με την «Εκκλησία του Οικουμενισμού». Κατά την παρ. 6 του εν λόγω εκκλησιολογικού κειμένου, «… Κάθε εκκλησία (είτε ορθόδοξη είτε προτεσταντική) είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά δεν είναι το σύνολο αυτής. Κάθε εκκλησία (ορθόδοξη ή προτεσταντική) εκπληρώνει την καθολικότητά της σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Επιβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ορατά στη συμμετοχή στη θεία κοινωνία και σε αμοιβαία αναγνωρισμένους και συμφιλιωμένους (δηλ. χωρίς ακριβή Ορθόδοξη πίστη) κληρικούς (“… Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches. We affirm that the catholicity of the Church is expressed most visibly in sharing holy communion and in a mutually recognized and reconciled ministry”).
2 – Είναι θεμιτή η ύπαρξη ποικιλίας δογμάτων μέσα στην «Εκκλησία του Οικουμενισμού», δηλαδή η ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα των πίστεων (unity in diversity), ήτοι η περιεκτικότητα των πίστεων (comprehensiveness) αντί της αποκλειστικότητας της ακριβούς Ορθόδοξης πίστης (exclusiveness). Κατά την παρ. 5 του ίδιου εκκλησιολογικού κειμένου, «… Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές αφετηρίες και ένα φάσμα απόψεων για τη σχέση της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού» με τις εκκλησίες (μέλη του Π.Σ.Ε., ορθόδοξες ή προτεσταντικές). Μερικές διαφορές εκφράζουν … την καλοσύνη… Άλλες διαφορές διαιρούν την  «Εκκλησία του Οικουμενισμού», αυτές πρέπει να υπερπηδηθούν.. έτσι ώστε ο χωρισμός και η απόκλιση να μην έχουν την τελευταία λέξη…». (… We acknowledge that there are different ecclesiological starting points, and a range of views on the relation of the Church to the churches. Some differences express … goodness… Other differences divide the Church, these must be overcome… so that separation and exclusion do not have the last word”).
Και το εκκλησιολογικό κείμενο «Δήλωση Ενότητας – Αναθεωρημένη (Unity Statement – Revised)» της 10ης Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου «Εκκλησιών» στο Πουσάν της Νοτίου Κορέας (8-11-2013), το οποίο αποδέχθηκαν επίσης οι περισσότεροι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι, αναφέρεται σε «διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και μέσα σε αυτές (divisions among and within our churches)” (παρ. 14), δηλ. δεν αναφέρεται σε αιρετικές αποσχίσεις των αιρετικών από την Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία. Η παρ. 15 του ίδιου κειμένου, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Σε πιστότητα προς την κοινή κλήση μας, θα επιζητήσουμε μαζί με την πλήρη ορατή ενότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας (δηλαδή της «Εκκλησίας του Οικουμενισμού»), όταν θα εκφράσουμε την ενότητά μας γύρω από τη μία Τράπεζα του Κυρίου (in faithfulness to this our common calling, we will seek together the full visible unity of the One, Holy, Catholic and Apostolic Church when we shall express our unity around one Table of the Lord)». Επιβεβαιώνεται δηλ., μετά το ανωτέρω κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε, και σε αυτό το κείμενο του Πουσάν,  ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν είναι η Αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά η νέα «Εκκλησία του Οικουμενισμού» ή Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία του Σατανά, ο οποίος είναι ο «Κύριος» αυτού του κειμένου και η προγραμματιζόμενη Τράπεζά του είναι η «Τράπεζα των δαιμονίων».

4 – Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΤΕΓΝΩΣΜΕΝΗ (Ή ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗ) ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ, ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ
Η Παναίρεση του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού, η οποία εισήχθη ψευδο-συνοδικώς από το Συνέδριο της Αποστασίας της Κρήτης, είναι ήδη κατεγνωσμένη (ή καταδικασμένη):
α) από τους Αποστόλους και ενδεικτικά τον Απόστολο Ιωάννη (Α΄ Καθολική Επιστολή του, Αποκάλυψη κλπ.) και τον Απόστολο Παύλο (Επιστολές του προς Κολασσαείς, προς Τιμόθεο Α΄ και Β΄, προς Τίτο κλπ.),
β) από τις Οικουμενικές Συνόδους και ενδεικτικά
β.1. την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 7, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει μεταξύ των αιρέσεων τους Γνωστικούς Μοντανιστές),
β.2. την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο [η οποία καταδίκασε το δόγμα του Γνωστικού Απελλή, μαθητή του Γνωστικού Μαρκίωνα (κατά τον οποίο Απελλή «ο γαρ γέρων Απελλής συμμίξας ημίν, πολλά μεν κακώς λέγων ηλέγχθη. Όθεν και έφασκε μη δειν όλως εξετάζειν τον λόγον, αλλ’ έκαστον, ως πεπίστευκε, διαμένειν. Σωθήσεσθαι γαρ τους επί τον εσταυρωμένον ηλπικότας απεφαίνετο, μόνον εάν εν έργοις αγαθοίς ευρίσκωνται», δηλ. «Ο γέροντας Απελλής πράγματι, όταν μας συναναστρεφόταν, αποδείχθηκε ότι έλεγε πολλές πλάνες. Γι’ αυτό έλεγε ότι δεν είναι καθόλου ανάγκη να εξετάζουμε τους λόγους, αλλά καθένας να παραμείνει στις πεποιθήσεις του. Διότι ισχυριζόταν ότι θα σωθούν οι ελπίζοντες στον εσταυρωμένο, μόνον αν βρεθούν πράττοντας αγαθά έργα», βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, κεφάλαιο 13, στίχος 5, σε: ΕΠΕ, Ευσεβίου Καισαρείας, τομ. 2, σελ. 162-165) μαζί με τους Γνωστικούς Μαρκιωνιστές (βλ. Μελετίου Καλαμαρά, Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος, Κεφάλαια δογματικά, ΙΒ΄ Κεφάλαιον, Αθήναι 1985, σελ. 592-593)],
β.3. την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανόνας 95, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει στους αιρετικούς τους Γνωστικούς Μανιχαίους, Ουαλεντιανούς, Μαρκιωνιστές),
γ) από τους Πατέρες της Εκκλησίας και ενδεικτικά τον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου (στο έργο του με τίτλο «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως»), τον Άγιο Ιππόλυτο Ρώμης (στο έργο του με τίτλο «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος», P.G., τομ. 16, ΙΙΙ, σελ. 3017-3454), Μέγα Φώτιο (στο έργο του με τίτλο «Διήγησις περί της Μανιχαίων Αναβλαστήσεως», Λόγοι 4, ΕΠΕ, Μ. Φώτιος, τομ. 4, σελ. 10-337).
5 – Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΔΗΛΑΔΗ ΟΠΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΚΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝ ΟΡΘΟΤΟΜΕΙ Ή ΔΕΝ ΟΡΘΟΤΟΜΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ), Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΕΚΑΝΙΚΙ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ  Ή ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ  Ή ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Το δεκανίκι της εισαγωγής της Παναίρεσης του Οικουμενισμού ή Γνωστικισμού ή Θρησκευτικού Συγκρητισμού από την Ψευδο-σύνοδο της Κρήτης είναι μια από υπόλοιπες αιρέσεις που περιέχονται στις έξι (6) αποφάσεις της εν λόγω Ψευδο-συνόδου, η οποία αίρεση είναι εκείνη της Δεσποτοκρατίας, δηλαδή «όπου Επίσκοπος, εκεί η Εκκλησία», ανεξάρτητα αν ο Δεσπότης ορθοτομεί ή δεν ορθοτομεί τον Λόγον της Αληθείας. Η αίρεση της Δεσποτοκρατίας περιέχεται στην παράγραφο 22 της δογματικής απόφασης της Ψευδο-συνόδου της Κρήτης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», η οποία παράγραφος καθιστά υποχρεωτικές τις αποφάσεις για την πίστη της εν λόγω Ψευδο-συνόδου για όλα τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η αίρεση της Δεσποτοκρατίας υιοθετείται από Επισκόπους που εισάγουν ή αποδέχονται αιρέσεις, όπως προκύπτει από την Εκκλησιαστική Ιστορία, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Καλέκα, στην ενδημούσα σύνοδο Κωνσταντινουπόλεως, που καταδίκασε σε καθαίρεση και μεγάλο αφορισμό τον τότε Ιερομόναχο Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, επειδή ο Καλέκας αποδεχόταν την αίρεση της κτιστής χάρης των Ακινδύνου και Βαρλαάμ, την οποία επιχείρησε να επιβάλει μέσω της αίρεσης της Δεσποτοκρατίας ο Καλέκας. Αυτήν την ήδη γνωστή αίρεση της Δεσποτοκρατίας υποστηρίζει και πάλι ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας στο βιβλίο του «Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας». Αντιθέτως, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία (βλέπετε Ι. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία), η οποία αναγνωρίζεται και στην Εγκύκλιο του 1848 των τεσσάρων (4) Ορθοδόξων Πατριαρχών και των Πατριαρχικών τους Συνόδων, το Χριστεπώνυμο Πλήρωμα είναι ο Φρουρός της Ορθόδοξης Πίστεως και εγκρίνει ή απορρίπτει τις αποφάσεις για την πίστη των Συνόδων.
Στοιχιζόμενοι με την Αγία Γραφή (βλέπετε Αποστόλους Ιωάννη και Παύλο) και τους Πατέρες της Εκκλησίας (βλέπετε Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, Άγιο Θεόδωρο Στουδίτη, Άγιο Μάξιμο Ομολογητή, Άγιο Μάρκο Ευγενικό), αποκρούουν την αίρεση της Δεσποτοκρατίας:
1 – Η Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία, η οποία επιβάλει την μνημόνευση του Επισκόπου μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, μόνον εφόσον ο Επίσκοπος ορθοτομεί τον Λόγον της Αληθείας, ως εξής: «Εν πρώτοις μνήσθητι Κύριε του Αρχιεπισκόπου ημών (τάδε) … τον ορθοτομουντα τον Λόγον της Σης Αληθείας».
2 – Οι Ιεροί Κανόνες, οι οποίοι απαγορεύουν την μνημόνευση από τον Ιερέα Επισκόπου ο οποίος δεν ορθοτομεί τον Λόγον της Αληθείας, όπως ο 15ος Κανόνας, παράγραφος 4, της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ο οποίος χαρακτηρίζει ως Ψευδεπίσκοπο τον Επίσκοπο ο οποίος δεν ορθοτομεί τον Λόγον της Αληθείας, πριν τη συνοδική κρίση του, επειδή διδάσκει δημοσίως αίρεση κατεγνωσμένη (ή καταδικασμένη) από την Αγία Γραφή, τις Συνόδους ή τους Πατέρες της Εκκλησίας, και η οποία παράγραφος, σε νεοελληνική απόδοση, έχει ως εξής:
«Διότι, όσοι απομακρύνονται από την κοινωνία με τον πρόεδρό τους [δηλαδή Επίσκοπο, Μητροπολίτη ή Πατριάρχη], εξαιτίας κάποιας αίρεσης, η οποία έχει καταδικαστεί από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες, ενώ δηλαδή ο πρόεδρός τους διακηρύσσει δημόσια και διδάσκει ανοικτά την αίρεση στην εκκλησία, τούτοι όχι μόνο δεν πρέπει να υποβληθούν στην προβλεπόμενη από τους κανόνες ποινή, επειδή αποτειχίζονται από την κοινωνία με τον καλούμενο επίσκοπο πριν τη συνοδική κρίση του, αλλά και πρέπει να αξιωθούν της πρέπουσας στους Ορθοδόξους τιμής. Διότι δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευδοεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατατεμάχισαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν να αποφύγει η Εκκλησία σχίσματα και διαιρέσεις».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο Μεγάλος Θεολόγος της Εκκλησίας μας, Ιωσήφ Βρυέννιος ο Στουδίτης, μας συμβουλεύει και μας προτρέπει για τη σωτηρία μας:
«Ουκ αρνησόμεθά σε φίλη Ορθοδοξία (= Δεν θα σε αρνηθούμε, φίλη Ορθοδοξία).
Ου ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας (= Δεν θα σε διαψεύσουμε  πατροπαράδοτο σέβασμά μας).
Εν σοί εγεννήθημεν, και σοί ζώμεν, και εν σοί κοιμηθησόμεθα (= Σε σένα γεννηθήκαμε, σε σένα ζούμε, και σε σένα θα κοιμηθούμε).
Ει δε καλέσει καιρός, και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα (= Αν το καλέσει η περίσταση, και μύριες φορές θα πεθάνουμε για σένα)». –
Γέρων Κύριλλος Κατουνακιώτης
Κελλίον Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
Κατουνάκια – Άγιο Όρος

ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ! Γράφει ο Iωάννης Τάτσης Θεολόγος

Kαταρχάς γιατί πάλι επιβολή; Γιατί για ΜΙΑ ΦΟΡΑ δεν μπορούμε ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ να επιλέξουμε, να δημιουργήσουμε ή να μεταβάλλουμε ένα (ΕΣΤΩ ΕΝΑ) απ' όλα όσα μας αφορούν, αλλά πρέπει πάλι να δεχτούμε κάτι έτοιμο απ' έξω και να δούμε τι θα το κάνουμε; Την ίδια ώρα η Παναγιοτάτη Εκκλησία (μεγάλη η Χάρη της) περνάει από την εποχή των αιρέσεων στην εποχή των... παναιρέσεων. Και πέφτει πάλι στις συνήθεις σε σχέση με το ίδιο της το περιεχόμενο αντιφάσεις. Αντιφάσεις που ούτε την απασχόλησαν καν ποτέ και στις οποίες δεν απάντησε πραγματικά ποτέ!



Γράφει ο  Iωάννης Τάτσης 
Θεολόγος
Πρόλογος: Χρυσαλία 
Όχι θεολόγος, απλός άνθρωπος θηλυκού φύλου, γενημμένη χριστιανή, και συνεχώς επιμορφώμενη

H Επιστολή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο με την οποία ζητείται η λήψη μέτρων κατά όσων κληρικών και πιστών αντιδρούν σε όσα γίνονται στο πλαίσιο της λεγόμενης οικουμενικής κίνησης είναι έγγραφο που φανερώνει πολλά από όσα βασανίζουν το λογισμό των οικουμενιστών.

Οι υγιείς αντιδράσεις κατά της παναίρεσης του Οικουμενισμού, των συμπροσευχών και της «μεταπατερικής θεολογίας» ενοχλούν το Φανάρι και τούτο γιατί δεν μπορεί να επιτευχθεί, όσο γρήγορα εκείνοι υπολόγιζαν, η πολυπόθητη ενότητα των Χριστιανών όλου του κόσμου, για την οποία εργάζονται πυρετωδώς μέσω των διαλόγων και της λεγόμενης οικουμενικής κίνησης και η οποία ενότητα είναι, σύμφωνα με την οικουμενιστική ερμηνευτική, επιταγή του Κυρίου.

Έτσι τη μία τους φταίει η «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού», την άλλη η δήθεν αμφισβήτηση του Οικουμενικού Θρόνου, την επομένη τα «αναθέματα» του Μητροπολίτου Πειραιώς και κάποτε ακόμη και τα συνέδρια καταδίκης της μεταπατερικής αίρεσης.

Όσοι μετέχουν σε όλα τα παραπάνω ή συμφωνούν με αυτά πρέπει να τύχουν τιμωρίας. Αυτή μάλιστα τη φορά ζητείται συνοδική καταδίκη των αντιοικουμενιστών με συγκεκριμένες αποφάσεις.

Οι Οικουμενιστές ευχαρίστως διαλέγονται με κάθε αιρετικό παπικό, προτεστάντη ή ακόμη και ισλαμιστή, βουδιστή σεβόμενοι την «ετερότητα» αλλά αδυνατούν να διαλεχθούν με κληρικούς και πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας που ανησυχούν για όσα αντικανονικά και αντιπατερικά λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια.

Αίρουν με περισσή ευκολία τα αναθέματα που επέβαλαν οι άγιοι Πατέρες στον αιρετικό Πάπα αλλά είναι έτοιμοι να επιβάλλουν αφορισμούς και καθαιρέσεις σε όσους αμφισβητούν τον δικό τους οικουμενιστικό βηματισμό, κάποιες δε φορές τιμωρούν χωρίς πραγματικό λόγο πιστούς που ανάλωσαν τη ζωή τους στην Εκκλησία.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρουσιάζει στην Επιστολή του τους αντιοικουμενιστές ως κινούμενους εναντίον αποφάσεων πανορθοδόξων Συνόδων περί των διαλόγων και της οικουμενικής κίνησης. Προσπαθεί έτσι να επιβάλλει στον ορθόδοξο κόσμο το αλάθητο των πανορθοδόξων Συνόδων ή το αδιαμφισβήτητο του Οικουμενικού Θρόνου.

Εκτός του ότι αποφεύγει να απαντήσει στα περί συμπροσευχών και των υποχωρήσεων σε μείζονα θεολογικά ζητήματα, κατά την διεξαγωγή των διαλόγων με τους ετεροδόξους, είναι φανερό ότι προσπαθεί να αποτρέψει ενδεχόμενη αλλαγή στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος και αποχώρησή της από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τον διάλογο με τους Παπικούς που γίνεται άνευ των προϋποθέσεων που απαιτούνται.

Προβάλλει έτσι τις αποφάσεις των πανορθοδόξων Συνόδων ως οριστικές και αμετάκλητες ενώ στην πραγματικότητα οι αποφάσεις αυτές ελήφθησαν υπό άλλες συνθήκες και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα υπήρξαν διαφοροποιήσεις προς το χείρον στη στάση τόσο των παπικών και των προτεσταντών όσο και των ανά τον κόσμο οικουμενιστών.

Μπορεί αλήθεια σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία να μετέχει σε Συμβούλια «εκκλησιών» ή να διαλέγεται με τους Παπικούς επί υψηλού επιπέδου, τη στιγμή που ο κόσμος όλος οδύρεται και δικαιολογημένα διαμαρτύρεται για τα σκάνδαλα παιδεραστίας που βαρύνουν παπικούς καρδινάλιους ή την ομοφυλοφιλική «ιεροσύνη» των Προτεσταντών; Είναι αποδεκτές από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι συνεχείς συμπροσευχές ορθοδόξων κληρικών με παπικούς, προτεστάντες και κάποιες φορές με αλλόθρησκους σε όλο τον κόσμο;

Η ευκαιρία που δίνεται στους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά την επιστολή του Πατριάρχη είναι μοναδική. Αντί άλλης απάντησης, ήρθε η ώρα της αποχώρησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τον διεξαγόμενο με τους αμετανόητους Παπικούς προσχηματικό διάλογο αλλά και της ταυτόχρονης συνοδικής καταδίκης της παναίρεσης του Οικουμενισμού που τρώει τα σωθικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο σεβασμός όλων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο εφόσον εκείνο παραμένει πιστό στην παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας.

Οι «θρόνων διάδοχοι» μπορούν να διασφαλίζουν την ενότητα της Εκκλησίας μόνο εάν παραμένουν και «τρόπων μέτοχοι» των αγίων Πατέρων.

Η κεφαλή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας βεβαίωσε ότι «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16,18) δηλ. της Εκκλησίας και για τούτο είναι δυσερμήνευτη η εξαιρετική ανησυχία κάποιων για την εσωτερική ενότητα της Εκκλησίας. Εκτός κι αν πιστεύουν ότι η ενότητα στην Εκκλησία διασφαλίζεται με την ηθελημένη ή επιβαλλόμενη υπακοή σε πρόσωπα και όχι με την προσήλωση στην αποστολική και πατερική πίστη στον Τριαδικό Θεό.

Πηγή

|