Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ἡσυχαστής Πετράκης. Ἀπό τήν ἀσκητική καί ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη παράδοση


Ησυχαστής Πετράκης
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

   Ο κατά κόσμον Γεώργιος Λαγιός γεννήθηκε το έτος 1891 στη Λήμνο. Φαίνεται ότι νέος δε βοηθήθηκε πνευματικά γι' αυτό έπινε και μεθούσε.
Αυτά γράφονται, όπως τα διέσωσαν παλαιοί γνώριμοί του, για να εξηγηθούν και κατανοηθούν κάποιες ιδιαίτερες μοναχικές του ασκήσεις. Αλλά ο καλός Θεός που είδε την καλή του προαίρεση, έδωσε μετάνοια φλογερή στην απλή και σπάνια ψυχή του και ήρθε να μονάσει στο Άγιον Όρος το έτος 1908.
   Οι ησυχαστικές του αναζητήσεις και η φήμη του μεγάλου ησυχαστού, παπα-Δανιήλ Αγιοπετρίτου, οδήγησαν τα βήματά του στην πιο απομονωμένη και ησυχαστική περιοχή, στο Κελί που ασκήτευσε ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης, ο πρώτος και μεγαλύτερος Αθωνίτης Ησυχαστής. Υποτάχθηκε στον παπα-Δανιήλ, τον οποίον προσπαθούσε να ακολουθεί στους αγώνες του και να του κάνει καλή υπακοή.
   Μετά από παρατεταμένη δοκιμή έγινε μοναχός το έτος 1926 με το όνομα Πέτρος. Έμαθε από τον αγιασμένο Γέροντά του την πρακτική καλογερική και μυήθηκε απ' αυτόν τα μυστικά της ησυχίας, της νήψεως, τους εγκλεισμού και της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, τα οποία κράτησε μέχρι θανάτου.

   Βιώνοντας βαθιά τη μετάνοια για τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματα της νεανικής του ζωής ζήτησε και έλαβε ευλογία από το Γέροντά του επί τρεις μήνες να μην πιεί νερό, για να συγχωρήσει ο Θεός τις οινοποσίες του. Έτρωγε φαγητό και χόρτα βέβαια, αλλά δεν ήπιε νερό επί τρεις μήνες!
   Ήταν πρόθυμος και γενναίος στους ασκητικούς αγώνες και με τη μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε έκανε τελεία υπακοή στο Γέροντά του. Η καλή αρχή, το πνευματικό θεμέλιο που έθεσε, προοιμίαζε και τη μετέπειτα φωτεινή πορεία του.
   Όταν εκοιμήθη ο παπα-Δανιήλ, περίπου το 1929, για λίγα χρόνια έζησε με τους παραδελφούς του. Κάποιος από αυτούς βγήκε στον κόσμο.
 Οι άλλοι απεβίωσαν και φαίνεται ότι δυσκολευόταν μόνος του. Ήρθαν και τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της πείνας˙ έτσι αναγκάστηκε το 1940 να αφήσει το Κελί της μετανοίας του και να πάρει ένα ξηροκάλυβο στη Μικρά Αγία Άννα. Βρίσκεται πάνω από την Καλύβη του Απ. Θωμά, χαμηλότερα από το δρόμο που οδηγεί στα Κατουνάκια και δε φαίνεται γιατί είναι μέσα στο βράχο. Έχει δύο μικρά και χαμηλά κελάκια.
 Μία εσωτερική πόρτα οδηγεί στο βράχο όπου υπάρχει μία σπηλιά αρκετά ευρύχωρη με ένα άνοιγμα για φωτισμό. Εδώ απομονωνόταν ο Γέροντας για περισσότερη ησυχία.
   Αυτό ήταν το πνευματικό του εργαστήριο, η πνευματική του κυψέλη, το "γλυκό Κατούνι του", που γι' αυτόν ήταν επίγειος παράδεισος, αφού γευόταν το μέλι της ησυχίας και το μάννα του ουρανού. Γι' αυτό δεν του έκανε καρδιά να βγαίνει από το καλύβι του, να συναναστρέφεται και να μιλά με άλλους. Ο μικρόσωμος, αγράμματος και φτωχός "Πετράκης" ήταν ησυχαστής σε μεγάλα μέτρα. Είχε την αδιάλειπτη προσευχή, έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και ζούσε από αυτή τη ζωή παραδεισένιες καταστάσεις.
Διηγήθηκε ο γέρων Γεράσιμος ο Υμνογράφος: "Γνώρισα το γερω-Πέτρο (Πετράκη) τον Κατουνακιώτη. Ήταν όντως άγιος μοναχός. Έκανε πολλή προσευχή και μεγάλη άσκηση. Μια φορά την εβδομάδα μαγείρευε και έτρωγε κάθε μέρα από αυτό.
Μια φορά ήρθε στο Κελί μας αλλοιωμένος στη όψη˙ κλαίγοντας μου είπε ότι το βράδυ προσευχόμενος περικυκλώθηκε από λευκό άπλετο φως και γέμισε ευωδία το κελί του. Ο ίδιος αισθάνθηκε ανέκφραστη μακαριότητα, γλυκύτητα και ειρήνη. Δεν γνώριζε αν βρισκόταν στο κελί του.
Ρωτούσε να μάθει τι είναι αυτό που του συνέβη. Μου είπε: "Εσύ είσαι μορφωμένος, ξέρεις γράμματα, να μου πεις μήπως είναι πλάνη του Σατανά, μήπως είναι τίποτε κακό;". Όλα όσα μου έλεγε ήταν της χάριτος˙ καθώς τα διηγείτο είχε βγει εκτός εαυτού και σε μια στιγμή ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε και εγώ τα' χασα. Δε μιλούσα και τον άφησα να λέει. Δεν τον διέκοψα καθόλου. Αποτύπωνα και έλεγχα όσα έλεγε.
Δε διέκρινα κανένα σημείο πλάνης. Ύστερα του είπα να δοξάζει τον Θεόν που αξιώθηκε να δει αυτά, γιατί όλα είναι από τον Θεό και δεν είναι πλάνη. Φεύγοντας με παρακάλεσε να μην τα πω πουθενά και να παρακαλώ το Θεό να τον ελεήσει για να μην πλανηθεί. Ο γερω-Πέτρος ήταν της νοεράς προσευχής. Πολύ ταπεινός και απλός μοναχός".
   Φαίνεται πως αυτό το γεγονός του συνέβη τότε για πρώτη φορά, γιατί στη συνέχεια ζούσε πολλές τέτοιες καταστάσεις, όπως απεκάλυψε στο γέροντα Παΐσιο. Έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως, είχε αείρροα δάκρυα που συνόδευαν την αδιάλειπτη προσευχή του και είχε ξεπεράσει τα τυπικά.
   Τον ρώτησε κάποιος Γέροντας αν κάνει κανόνα και ακολουθία και απάντησε: "Ούτε κανόνα ούτε ακολουθία κάνω. Μόλις δύσει ο ήλιος τρώγω, κάνω το Απόδειπνο και κοιμάμαι δύο ώρες. Όταν ξυπνήσω, και όταν έχει ήδη νυχτώσει, αρχίζω τα κομποσχοίνια.
Στο δεύτερο-τρίτο κομποσχοίνι έρχονται τα δάκρυα και μέχρι το πρωί δεν ξέρω πού βρίσκομαι. Το καλοκαίρι αρχίζω την αγρυπνία το βράδυ και όταν βγει ο ήλιος, τότε συνέρχομαι και μπαίνω μέσα". (Πιθανότατα ηρπάζετο σε θεωρία).
   Γι ' αυτό ζούσε έγκλειστος και δεν ήθελε να μιλά, "εγκοπήν γλυκύτητος Θεού λαβείν μη βουλόμενος". Για να μη χάσει την επικοινωνία του με τον Θεόν, απέφευγε τις συναναστροφές. "Ο αγαπών την ομιλίαν την μετά του Χριστού αγαπά γενέσθαι μοναστικός". Τον επισκέπτονταν οι πατέρες και χτυπούσαν την εξώπορτα, αυτός όμως άνοιγε λίγο το παραθυράκι και ρωτούσε ποιός είναι και τι θέλει. Αν του πήγαιναν τρόφιμα, τους έλεγε να τα αφήσουν έξω.
Δεν έβγαινε να τα πάρει μέχρι που σάπιζαν. Αυτό το έκανε για να βλέπουν οι πατέρες τα σαπισμένα τρόφιμα και να μην του ξαναφέρουν.
   Τον ρώτησε κάποιος γιατί δε βγαίνει. "Άμα βγω έξω, θα πούμε λόγια περίσσια", απάντησε. Ήταν ακτήμων. Μια-δυο φορές το χρόνο έβγαινε για να δώσει το εργόχειρό του, τα κομποσχοίνια, και να προμηθευτεί το παξιμάδι του.
Έκανε κάθε μέρα ενάτη και λάδι δεν έτρωγε σχεδόν όλο το χρόνο. Η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάι με παξιμάδι. Έκανε και έκτακτα τριήμερα.
Έλεγε στον παπα-Διονύσιο τον Μικραγιαννανίτη όταν ήταν νέο καλογέρι: "Για να μείνεις στην έρημο, θα πρέπει να είσαι καλός μάγειρας. Θα μαγειρεύεις φασόλια την Κυριακή και θα τρως μέχρι την Τρίτη.
Την Τετάρτη θα βάλεις λίγο νεράκι και θα τα βράζεις, την Πέμπτη θα βάλεις λίγη ντοματούλα, την Παρασκευή λίγο αλατάκι και νερό, το Σάββατο θα βάλεις και λίγο χυλό από αλεύρι, και την Κυριακή άλλο φαγητό. Έτσι με ένα φαγητό περνάς όλη την εβδομάδα".
   Κάποτε είχε χιονίσει και τον έβλεπε ο παπα-Διονύσιος από απέναντι να πηγαινοέρχεται ξυπόλυτος πάνω στο χιόνι. Ύστερα τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, και του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σαρκικό πόλεμο και βγήκε ξυπόλυτος στο χιόνι για να πολεμήσει την πύρωση.
   Ο γερω-Πέτρος είχε χάρισμα να βλέπει πράγματα που θα συνέβαιναν μελλοντικά. Κάποια μέρα πήρε πληροφορία και πήγε στον τότε Γέροντα της Καλύβης του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σκήτη και του είπε: "Γέροντα, έρχεται ο λύκος να φάει το προβατάκι σου, το ξέρεις; Το καλογέρι σου δεν πάει καλά. Το παρακολουθείς; Πρόσεξέ το, γιατί θα φύγει και θα πετάξει".
   Όντως το καλογέρι ήταν πνιγμένο στους λογισμούς και σχεδίαζε να φύγει. Ο γερω-Πέτρος από τη Μικρά Αγία Άννα το έβλεπε αλλά δυστυχώς παρά την προσπάθεια του Γέροντά του έφυγε στον κόσμο και παντρεύτηκε.
   Ζούσε τελείως απερίσπαστα. Ανέβαινε τα καλοκαίρια στον Άθωνα με την πρόφαση να μαζεύει τσάι, αλλά στην πραγματικότητα ησύχαζε και επεδίδετο στη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή, και στη θεωρία. Δεν είχε πολλές επικοινωνίες.
 Προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, γι' αυτό δε διασώζονται πολλά στοιχεία από τη ζωή του. Αλλά, όπως λένε οι Άγιοι Πατέρες, αρκεί πολλές φορές και ένας λόγος, για να φανερώσει όλη την πνευματική κατάσταση και την εσωτερική εργασία του μοναχού. Αν δοκιμάσει κανείς ένα ρακοπότηρο κρασί καταλαβαίνει όλη την ποιότητα του κρασιού ενός μεγάλου βαρελιού.
Και ο γερω-Πέτρος, απ' τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν, φαίνεται ότι ήταν προχωρημένος στην ευχή. Ήταν μοναχός της ευχής, της εσωτερικής εργασίας. Μοναχός βιαστής, πραγματικός ασκητής που συνδύαζε πράξη και θεωρία.
   Όλοι οι πατέρες που τον γνώρισαν εκφράζονται γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. "Ήταν ο καλύτερος της περιοχής", "πραγματικός μοναχός", "αγιότατο Γεροντάκι".
Και ο γερω-Παΐσιος έλεγε ότι απ' όσους ασκητές γνώρισε ο γερω-Πέτρος ήταν σε ανώτερα μέτρα, γι' αυτό ήθελε να γίνει υποτακτικός του.
   Ο παπα-Ευφραίμ ο Κατουνακιώτης είχε πολλή ευλάβεια στο γερω-Πέτρο και είπε γι' αυτόν: "Σου άφηνε μια γλυκύτητα μέσα σου, όταν τον συναντούσες και σε μιλούσε αυτός ο άνθρωπος. Ποτέ δε φάνηκε σε αγρυπνίες και ποτέ δεν προξένησε σκάνδαλο. Μια ζωή στο Άγιον Όρος και να είναι ειρηνικός με όλους, μεγάλο κατόρθωμα".
   Ο γερω-Πέτρος, όταν συναντούσε Πατέρες στο δρόμο, δεν έλεγε τον καθιερωμένο χαιρετισμό "ευλογείτε", αλλά το εξής βαθυστόχαστο: "Πατέρες, φεύγουμε" (δηλαδή πεθαίνουμε).
   Είχε μεγάλη λεπτότητα. Απέφευγε να διανυκτερεύει σε Κελιά, για να μην επιβαρύνει τους πατέρες, αλλά και για να μη χάνει  ο ίδιος την ησυχία του και παραβαίνει το τυπικό του. Μια φορά ο γερω-Ιωακείμ ο Καρυώτης από τη Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως τον πίεσε να διανυκτερεύσει στο Κελί του, αλλά δε δέχθηκε. Ξεκίνησε με τα πόδια για τη Δάφνη. Στο δρόμο νύχτωσε, άρχισε να βρέχει και διανυκτέρευσε σε μια κουφάλα καστανιάς.
   Όταν προαισθάνθηκε ότι πλησιάζει η κοίμησή του, έφυγε από το Κελάκι του στη Μικρά Αγία Άννα και πήγε στη μετάνοιά του, στον Άγιο Πέτρο, ν ' αφήσει τα κόκαλά του εκεί, όπου ξεκίνησε την καλογερική του. Έζησε εκεί μερικούς μήνες και εκοιμήθη το έτος 1958 την ημέρα της μνήμης του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου του οποίου είχε το όνομα και προς τιμήν του οποίου ετιμάτο ο ναός της Καλύβης. Όταν εκοιμήθη, τα μόνα πράγματα που βρέθηκαν στο κελί του ήταν λίγο παξιμάδι σ' ένα καλάθι και μισό μπουκάλι λάδι για το καντήλι. Ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα είχε.
   Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
"Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"
σελ. 64-72

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις

Οἱ διανοούμενοι





«Καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν»

(Ἰωαν. Α΄: 5).

Κεφ. 13ο

Βοήθεια σημαντική εὕρισκαν κοντά στόν στάρετς Ἀμβρόσιο καί πολυάριθμοι διανοούμενοι, οἱ ὁποῖοι τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ἐκτεθειμένοι σέ πολλούς κινδύνους. Τί φοβερές ἐπιδημίες πού μάστιζαν τότε τίς κεφαλές τῶν μορφωμένων!

Ὁ ἕνας παρουσιαζόταν ὡς ὀπαδός τοῦ λαϊκισμοῦ· πίστευε πώς ὁ λαός σάν ἄλλος Θεός θά φέρη τήν σωτηρία.

Ὁ ἄλλος παρίστανε τόν οὑμανιστή (=ἀνθρωπιστή), ἀλλά ὁ οὑμανισμός του εἶχε πάρει διάζευξι ἀπό τό χριστιανικό πνεῦμα.

Ὁ τρίτος ἐμφανιζόταν ὡς ὑλιστής, καί ὅλα τά πορίσματα τῆς ἐπιστήμης τά ἔβλεπε σάν πολύτιμα βέλη τῆς φαρέτρας του.

Ὁ τέταρτος ἐκαυχᾶτο ὡς ὀρθολογιστής καί ἀνέβαζε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ τούς Γάλλους ἐγκυκλοπαιδιστάς.

Ὁ πέμπτος ἐκήρυσσε τόν σοσιαλισμό καί σχεδίαζε μέ κάθε μέσο θεμιτό καί ἀθέμιτο τήν ἐπανάστασι. «Θέλετε νά ἐπιτύχη ἡ ἐπανάστασις;» ἔλεγε. «Πρέπει νά ὁδηγήσουμε στήν διαφθορά τήν ὑπάρχουσα κοινωνία».

Ὁ ἄλλος ἐλάνσαρε τόν μηδενισμό, ὁ ἄλλος τήν χειραφέτησι ἀπό τήν ἠθική, ὁ ἄλλος τόν νιτσεϊσμό, ὁ ἄλλος τήν ἀναρχία κ.ο.κ. Οἱ ἀσκοί τοῦ Αἰόλου εἶχαν ἀνοίξει καί οἱ ἄνεμοι τοῦ χαλασμοῦ ἀπειλοῦσαν νά γκρεμίσουν ὅ,τι ὑπῆρχε ὄρθιο στίς συνειδήσεις.
Σ᾿ αὐτό τό ἐξογκούμενο κῦμα τοῦ ἀθεϊσμοῦ καί τῆς ἀποστασίας ἡ Ὄπτινα μέ τόν θεοφόρο στάρετς ἦταν λιμάνι σωτηρίας. Πολλοί διανοούμενοι πού εἶχαν πιασθῆ στά δίχτυα τῆς ἀπιστίας εὕρισκαν ἐκεῖ τό λυτρωτικό φῶς.
Κάποιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ πού γύρευε χρόνια τήν ἀληθινή θρησκεία καί πού δέν τήν εἶχε βρῆ στόν Τολστόϊ κατευθύνθηκε τέλος πρός τήν Ὄπτινα «μόνο καί μόνο γιά νά ἰδῆ». Τήν ὥρα πού συναντήθηκαν, σήκώθηκε ὄρθιος ἐμπρός του ὁ στάρετς, τόν ἀτένισε μέ τά λαμπερά μάτια του καί τοῦ εἶπε: «Λοιπόν, μπορεῖς νά ἰδῆς. Κοίταξε!» Ἐκεῖνος αἰσθάνθηκε ἐσωτερική ἀλλοίωσι ἀπό τό ὁλοφώτεινο βλέμμα τοῦ στάρετς. Ἡ σβησμένη φλόγα ἄρχισε σιγά-σιγά νά ζωντανεύη. Ἔμεινε πολύν καιρό στήν Ὄπτινα καί μία ἡμέρα ὡμολόγησε στόν στάρετς: «Βρῆκα τήν πίστι!»Ἕνας ἄλλος ἄπιστος βρέθηκε τυχαῖα στήν περιοχή τῆς Ὄπτινα καί ἀναγκάσθηκε νά διανυκτερεύση στό ξενοδοχεῖο πού ὑπῆρχε ἔξω ἀπό τήν Μονή. Ὁ ὑπεύθυνος γιά τούς ξένους μοναχός κατώρθωσε τήν ἄλλη ἡμέρα νά τόν ὁδηγήση στό κελλί τοῦ π. Ἀμβροσίου. Ἐνῶ ἔβγαινε ὁ στάρετς ἀπό τό δωμάτιό του, καί ὅλοι ἑτοιμάσθηκαν νά πάρουν τήν εὐλογία του, ἐκεῖνος ἀποτραβήχθηκε λίγο. Ὁ στάρετς τοῦ ριχνεῖ μία ἐπίμονη ματιά, προχωρεῖ πρός τό μέρος του, τόν εὐλογεῖ, τόν παίρνει ἀπό τό χέρι καί πηγαίνουν κάπου ἰδιαίτερα. Τά αὐτιά τοῦ ἀπίστου ἄκουσαν ἐκεῖ τά πιό ἐκπληκτικά πράγματα. «Μά», ἔλεγε μέσα του, «καί χρόνια νά εἶχα ζήσει μαζί μ᾿ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, δέν θά γνώριζε τόσο καλά τήν ζωή μου!» Ἡ συζήτησις κράτησε πολλή ὥρα καί ὁλα τά ὀχυρώματα καί τά κάστρα τῆς ἀθεΐας γκρεμίσθηκαν. Τό λυχνάρι τῆς πίστεως ἄρχισε νά σκορπίζη πάλι στήν καρδιά τό φῶς του. Ἐξωμολογήθηκε, κοινώνησε – εἶχε δεκαέξι χρόνια νά πλησιάση στά Ἅγια Μυστήρια – καί παρέμεινε δύο μῆνες ἀκόμη στήν Ὄπτινα. Στό ἑξῆς γι᾿ αὐτόν δέν ὑπῆρχε προσφιλέστερο καί ἱερότερο πρόσωπο ἀπό τόν στάρετς.
Πολλές φορές τά ὀχυρά τῆς ἀπιστίας ἔπεφταν μέ διαφορετικό τρόπο. Τόν εἴδαμε τόν τρόπο αὐτό στήν περίπτωσι τοῦ Λεόντιεφ. Θά τόν παρατηρήσουμε καί στήν ἀκόλουθη διήγησι.
Ἐνῶ βάδιζε κάποια ἡμέρα ὁ π. Ἀμβρόσιος μέσα στήν Σκήτη ἀντίκρυσε μία ὁμάδα προσκυνητῶν νά τόν περιμένη. Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἁπλοῖ χωρικοί καί γιά νά φθάσουν στήν Ὄπτινα διήνυσαν πολλά βέρστια. Προσκύνησαν τόν στάρετς, πῆραν τήν εὐλογία του καί ἑτοιμάσθηκαν κάτι νά προσφέρουν. «Μπάτουσκα», τοῦ λένε, «σοῦ φέραμε κι᾿ ἕνα δῶρο. Μάθαμε πώς πονοῦν τά ποδαράκια σου καί σοῦ φτιάξαμε μαλακές μπότες. Νά τίς φορέσης. Μέ ὑγεία!» Ὁ στάρετς δέχθηκε συγκινημένος τήν προσφορά τῆς ἀγάπης τους καί ὁλοπρόθυμος προχώρησε στήν ἀντιπροσφορά. Ἔπρεπε τώρα ν᾿ ἀκούση τίς θλίψεις, τίς ἀγωνίες καί τά προβλήματα τοῦ καθενός καί νά σκορπίση τό βάλσαμο τῆς παρηγορίας. Ἐν τῷ μεταξύ δύο νεαροί κύριοι πού ἀνῆκαν στήν τάξι τῶν λογίων, παρακολουθοῦσαν προσεκτικά τήν σκηνή. Ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς εἶχε τήν ψυχή δηλητηριασμένη ἀπό τό μικρόβιο τοῦ σκεπτικισμοῦ. Γιά ὅλες τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως πρόβαλλε τίς ἀμφιβολίες του. Ὅταν ἄκουγε ἐγκώμια γιά τήν ἁγιότητα τοῦ π. Ἀμβροσίου ἀντιδροῦσε ἔντονα. Τί συνέβη ὅμως τήν ὤρα αὐτή; Καθώς ἔβλεπε τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους νά περιστοιχίζουν μέ αὐθόρμητη ἀγάπη καί ἀπέραντη εὐλάβεια τόν ὅσιο Γέροντα· καθώς ἀτένιζε ἐκεῖνον νά προσφέρεται ὁλόψυχα σ᾿ αὐτούς γιά νά συμμερισθῆ τούς πόνους τους καί νά σηκώση τά ψυχικά τους φορτία· καθώς ἀντίκρυζε τό κρυφό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς σκηνῆς... ὅλοι οἱ πάγοι τοῦ σκεπτικισμοῦ αὐτομάτως ἔλυωσαν καί ἡ βαρειά πλάκα τῆς ἀμφιβολίας πετάχθηκε ἀπό τήν καρδιά του. Πλησιάζει ἀμέσως τόν στάρετς καί μέ φωνή σπασμένη ἀπό τήν συγκίνησι παρακαλεῖ: «Πάτερ! Εὐλογῆστε με!» Αὐτό ἦταν! Στήν ψυχή του ἄρχισαν νά φυτρώνουν τώρα τά ἄνθη τοῦ Παραδείσου. Στό ἑξῆς ἡ μεγαλύτερή του χαρά θά ἦταν νά ἀποφασίση ἔνα ταξείδι στήν Ὄπτινα, γιά νά βρεθῆ κοντά στόν ἄγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.



Ὄχι μόνο οἱ πεσμένες σκηνές ἀνωρθώνονταν, ἀλλά καί οἱ ἑτοιμόρροπες στερεώνονταν καί ἐνισχύονταν. Πολλοί μορφωμένοι ἀμφιταλαντευόμενοι μεταξύ Θεοῦ καί κόσμου, μεταξύ πίστεως καί ἀπιστίας, μετά ἀπό τήν ἐπίσκεψι τους στόν στάρετς ἔνιωθαν δυναμωμένοι πνευματικά. Ὅσοι ἀπ᾿ αὐτούς μᾶς ἄφησαν συγγραφές, πολλές φορές τυχαίνει νά διαφαίνεται σ᾿ αὐτές ἡ ἐπίδρασις πού ἐξήσκησε ἐπάνω τους ὁ π. Ἀμβρόσιος. Ἔκδηλα τό βλέπουμε αὐτό στό ἔργο τοῦ μεγαλοφυοῦς Ντοστογιέφσκι.


Ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι θεωρεῖται ἀνεπιφύλακτα ὡς ἕνας ἀπό τούς πιό λαμπρούς ἀστέρες στό στερέωμα τῆς παγκοσμίου λογοτεχνίας. Πρόκειται ὄχι μόνο γιά ἕναν ἔξοχο πεζογράφο, ἀλλά καί γιά ἕναν σπάνιο ψυχογνώστη καί ἀνατόμο τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας, καί ἀκόμη γιά ἕναν ἀσύγκριτο κοινωνιολόγο, στοχαστή καί θεολόγο. Ἡ ζωή του δέν ἦταν ἀπηλλαγμένη ἀπό περιπέτειες καί πάθη. Σέ νεαρά μάλιστα ἡλικία εἶχε ἀναμειχθῆ καί στούς σοσιαλιστικούς ἐπαναστατικούς κύκλους, πρᾶγμα πού τοῦ ἐκόστισε ἐξορία στά κάτεργα τῆς Σιβηρίας. Μέσα ὅμως ἀπό τό καμίνι τῶν παθῶν καί τῶν ἀμφιβολιῶν ξεπήδησε ἡ πίστις του στόν Χριστόν καί στήν Ὀρθοδοξία. Στά μεγαλειώδη του ἔργα «Ἀδελφοί Καραμάζωφ», «Οἱ Δαιμονισμένοι», «Ἔγκλημα καί τιμωρία» κλπ. Ἔδειξε μέ τά πιό ζωντανά χρώματα, ποῦ καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος πού ἀσπάσθηκε τίς ἀθεϊστικές ἰδέες καί τίς ἀνατρεπτικές θεωρίες. Στό γκρέμισμα καί στό πνίξιμο τῶν δαιμονισμένων χοίρων στήν λίμνη τῆς Γεννησαρέτ, διαβλέπει τήν παρόμοια καταστροφή μιᾶς κοινωνίας πού ἐγκολπώθηκε τά διδάγματα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ὀρθολογισμοῦ. Στόν ρωσικό λαό πού κάτω ἀπό τήν καθοδήγησι τῶν θεοφόρων στάρετς ζῆ συνειδητά τήν Ὀρθοδοξία, βλέπει τήν ἐλπίδα ἑνός φωτεινοῦ μέλλοντος. Γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ γραφίδα του μᾶς ἄφησε τίς φλογερώτερες ὁμολογίες: «Δέν ὑπάρχει τίποτε πιό ἀγαθό, πιό βαθύ, πιό συμπαθητικό, πιό λογικό, πιό γενναῖο καί πιό τέλειο ἀπό τόν Χριστόν. Καί συλλογίζομαι μέ ἀγάπη ζηλωτοῦ πώς ὄχι μόνο δέν ὑπάρχει, ἀλλά καί δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη. Ἐάν κάποιος μοῦ ἀπεδείκνυε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια καί ἡ ἀλήθεια μακρυά ἀπό τόν Χριστόν, θά προτιμοῦσα νά μείνω μέ τόν Χριστόν παρά μέ τήν ἀλήθεια».


Ὁ μεγάλος αὐτός στοχαστής δέν μποροῦσε νά μήν ἑλκυσθῆ ἀπό τό μεγαλεῖο τῆς Ὄπτινα. Εἶχε πολύ ἐνδιαφέρον νά παρακολουθήση τό στάρτσεστβο καί νά γνωρίση τόν φωτισμένο στάρετς. Καί πράγματι τόν Ἰούνιο τοῦ 1878 βρέθηκε κοντά του καί παρέμεινε ἐπί δύο ἡμέρες. Δέν γνωρίζουμε βέβαια τί συζήτησαν στήν ἰδιαίτερη συνομιλία πού εἶχαν. Ὁ π. Ἀμβρόσιος ἔμεινε εὐχαριστημένος μαζί του. Εἶπε δέ χαρακτηριστικά γιά τό πρόσωπό του: «Αὐτός εἶναι ὁ μετανοῶν».


Ἡ τεράστια ἀπήχησις πού εἶχε ἡ μορφή τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου, καθώς ἐπίσης καί τό ἔργο «Ἀδελφοί Καραμάζωφ» πού τότε ἀκριβῶς ἄρχισε νά συγγράφη. Στό ἔργο αὐτό, πού θεωρεῖται μεγαλειώδης καί ἀριστουργηματική μυθιστορηματική σύνθεσις, προβάλεται κατά τρόπο ἀνάγλυφο ἡ ζωή, ἡ δρᾶσις καί ἡ διδασκαλία τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ. Ὅλη ἡ ἐξωτερική περιγραφή τοῦ χώρου, τοῦ κελλιοῦ, τῶν διαμερισμάτων, τῆς Μονῆς, μέχρι μικρῶν λεπτομερειῶν ὁμιλοῦν γιά τήν Ὄπτινα . Μερικοί χαρακτηρισμοί γιά τό πρόσωπο τοῦ στάρετς μποροῦν νά ἀποδοθοῦν πλήρως στόν π. Ἀμβρόσιο. Ὁπωσδήποτε προδίδουν τίς προσωπικές ἐντυπώσεις τοῦ συγγραφέως. «Ὁ στάρετς», γράφει, «μέ τήν πρώτη ματιά πού ἔριχνε σ᾿ ἕναν ἄγνωστο, ὑποψιαζόταν γιά ποιό λόγο εἶχε ἔρθει, τί τοῦ χρειαζόταν κι᾿ ἀκόμη τί ἦταν αὐτό πού βασάνιζε τήν συνείδησί του. Ὁ ἄνθρωπος πού μετανοοῦσε ἔμενε κατάπληκτος, πολλές φορές τρόμαζε κιόλας, νιώθοντας ἔτσι νά τοῦ ἀνοίγουν τήν ψυχή πρίν προλάβη νά πῆ λέξι. Πολλοί ἀπ᾿ αὐτούς πού ἔρχονταν γιά πρώτη φορά νά συνομιλήσουν ἰδιαιτέρως μαζί του, ἔμπαιναν στό κελλί του μέ φόβο καί ἀνησυχία· σχεδόν ὅλοι ἔβγαιναν ὕστερα ἀστραποβολῶντας· ἀκόμη καί τό πρόσωπο τοῦ πιό σκυθρωποῦ φεγγοβολοῦσε ἀπό ἀνακούφισι». Πολύ βαθυστόχαστες εἶναι καί οἱ συμβουλές καί οἱ σκέψεις πού βάζει ὁ συγγραφεύς στό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ:


  • «Πρό παντός μή λέτε ψέμματα στόν ἑαυτόν σας. Αὐτός πού λέει ψέμματα στόν ἑαυτό του κι᾿ ἀκούει τό ἴδιο του τό ψέμμα, φθάνει ὥς τό σημεῖο νά μή ξεχωρίζη πλέον τήν ἀλήθεια οὔτε μέσα του οὔτε γύρω του. Καί ἔτσι χάνει τόν σεβασμό τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων. Μιά πού δέν σέβεται κανένα, παύει καί νά ἀγαπᾶ· καί γιά νά εὐχαριστηθῆ μέ κάτι, ἀφοῦ τοῦ λείπει ἡ ἀγάπη, στρέφεται πρός τά πάθη καί τίς κατώτερες ἀπολαύσεις.
  • Αὐτό πού σᾶς φαίνεται κακό μέσα σας, ἔχει κιόλας ἐξαγνισθῆ ἀπό μόνο τόν λόγο ὅτι τό παρατηρήσατε.
  • Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά διαπράξη ἁμαρτία ἰκανή νά ἐξαντλήση τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιατί μπορεῖ ποτέ νά ὑπάρξη ἁμάρτημα πού νά ξεπερνᾶ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ;
  • Οἱ σοφοί τοῦ κόσμου κατέχουν μόνο τήν ἐπιστήμη· καί ἀπό τήν ἐπιστήμη μόνο ὅ,τι ὑποπίπτει στίς αἰσθήσεις. Ἀλλά τόν πνευματικό κόσμο, τό ἀνώτερο ἥμισυ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως τό ἔχουν ἀπαρνηθῆ.
  • Ὁ δίκαιος χάνεται, ἀλλά τό φῶς πού σκορπίζει γύρω του, μένει».


Ἐάν πολλές ἀπ᾿ αὐτές τίς σκέψεις τίς ἄκουσε ὁ Ντοστογιέφσκι ἀπό τόν στάρετς Ἀμβρόσιο, δέν τό γνωρίζουμε. Μόνο ὑποθέσεις μποροῦμε νά κάνουμε.


Καί ὁ σύγχρονος τοῦ Ντοστογιέφσκι ἐπιφανής φιλόσοφος Σολόβιεφ, καθηγητής στά Πανεπιστήμια Μόσχας καί Πετρουπόλεως, πέρασε ἀπό τό κελλί τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου. Γι᾿ αὐτόν ὁ διορατικός Γέροντας δέν ἔκανε αἰσιόδοξες προβλέψεις. Καί δέν ἀστόχησε, γιατί ὁ φιλόσοφος αὐτός μέ τούς ἔντονους μυστικούς καί ἰδεαλιστικούς ὁραματισμούς δέν εἶχε ἐπαινετή πνευματική πορεία. Τό θεολογικο-φιλοσοφικό του οἰκοδόμημα παρουσίασε πολλές ρωγμές (οἰκουμενιστικές καί θεοκρατικές ἰδέες, ὑπερτίμησις τῆς λογικῆς σέ θέματα πίστεως, προσέγγισις στόν πανθεϊσμό, ὑπεράσπισις τοῦ παπικοῦ πρωτείου κλπ.). Κάτι ὅμως ἄφησε μέσα του τό πέρασμα ἀπό τήν Ὄπτινα. Στό ἔργο του «Ἀφήγημα περί τοῦ Ἀντιχρίστου» ἐμφανίζει τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, μάρτυρα καί προφήτη τῶν ἐσχάτων χρόνων, μέ τά χαρακτηριστικά ἑνός Ρώσου στάρετς.


Καί ἄλλοι καθηγηταί Πανεπιστημίων ἔπαιρναν τόν δρόμο πρός τήν Ὄπτινα. Μεταξύ αὐτῶν σημειώνουμε τόν Μιχαήλ Πογόντιν, πού ὑπῆρξε διασημότης στόν κόσμο τῶν γραμμάτων. Ὡς ἱστορικός ἔγραψε πολυάριθμα ἔργα ἀναφορικά μέ τόν βίο τῆς ἀρχαίας Ρωσίας, καί ὡς πεζογράφος πάρα πολλά μυθιστορήματα καί διηγήματα λαϊκῆς ἐμπνεύσεως.


Οὔτε ὁ Λέων Τολστόϊ, ὁ κορυφαῖος Ρῶσος μυθιστοριογράφος ἀγνόησε τόν στάρετς τῆς Ὄπτινα. Τό ἰδιόρρυθμο αὐτό πνεῦμα μέ τίς ἰδιότυπες χριστιανικές ἰδέες, τίς δυνατές ἠθικοφιλοσοφικές ἀγωνίες καί τούς κοινωνιολογικούς προβληματισμούς ἐπισκέφθηκε τόν στάρετς Ἀμβρόσιο στά τέλη τοῦ 1870. Ἡ ἐπίσκεψις ἔγινε κάτω ἀπό ἰδιάζουσες συνθῆκες. Δέν παρουσιάσθηκε ὡς κόμης, ἀλλά ὡς ἁπλοῦς χωρικός μέ φτωχικά ροῦχα, μέ τσαρούχια καί μ᾿ ἕναν ντορβᾶ στήν πλάτη. Ὅταν ὅμως πῆγε ν᾿ ἀγοράση κάτι στό περίπτερο τῆς Μονῆς, τό ἀσφυκτικά γεμᾶτο πορτοφόλι του ἐπρόδωσε τήν ἰδιότητά του. Οἱ ἄλλοι προσκυνηταί εἶχαν νά λένε τίς ἡμέρες ἐκεῖνες γιά «τόν κόμητα πού παρίστανε τόν χωριάτη». Μόλις ὁ Τολστόϊ συνάντησε τόν στάρετς τοῦ ἔδειξε τά ροῦχα του καί τοῦ ἔκανε λόγο γιά τόν φτωχικό τρόπο τῆς ζωῆς του. «Καί τί μ᾿ αὐτό;» τοῦ εἶπε χαμογελαστά ἐκεῖνος, τονίζοντάς του πόσο μάταιες εἶναι οἱ σωματικές ἀσκήσεις καί θυσίες, ὅταν εἶναι στερημένες ἀπό ἐσωτερικό ἀντίκρυσμα, ἀπό τήν καλλιέργεια τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν καί ἰδίως ἀπό τήν ἀπόκτησι τοῦ ταπεινοῦ φρονήματος.


Δύο φορές ἀκόμη ὁ μεγάλος συγγραφεύς ἐπισκέφθηκε τόν στάρετς. Στήν δεύτερη εἶχε μαζί καί τήν οἰκογένειά του. «Ναί», ἔγραφε, «ὁ π. Ἀμβρόσιος εἶναι ἕνας πραγματικός ἅγιος. Συζητῶντας μαζί του ἔνιωθα στήν ψυχή μου τήν ἄνεσι καί τήν χαρά. Ὅταν συνομιλῆς μ᾿ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, συναισθάνεσαι πόσο κοντά σου βρίσκεται ὁ Θεός!»


Μετά ἀπό πολλά χρόνια ὁ γηραιός Τολστόϊ μερικές ἡμέρες πρίν πεθάνη τριγυρνοῦσε γύρω ἀπό τήν Ὄπτινα, ἐπιθυμῶντας τήν συνάντησι τοῦ γνωστοῦ του στάρετς Ἰωσήφ – τοῦ διαδόχου τοῦ π. Ἀμβροσίου – ἡ ὁποία ὅμως δέν πραγματοποιήθηκε. Φαίνεται πώς ὁ ἀφορισμός του ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας (1901) γιά ὡρισμένες διδασκαλίες του, στάθηκε ἐμπόδιο.


Θά ἐμάκρυνε πολύ ὁ λόγος ἄν θ᾿ ἀναφέραμε ὅλους τούς ὀνομαστούς διανοουμένους πού πέρασαν ἀπό τό κελλί τοῦ στάρετς ἤ ὅλους τούς πρίγκηπες καί τούς κόμητες ἤ ὅλους τούς ἐπιφανεῖς ξένους πού τύχαινε νά ἐπισκεφθοῦν τήν Ρωσία – ὅπως λ.χ. τήν βασίλισσα τῆς Ἀβησσυνίας – ἤ ὅλους τούς ἑτεροδόξους πού ἐγνώρισαν κοντά του τό μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Στό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος ὅλοι ὅσοι ἐδονοῦντο ἀπό πνευματικά ἐνδιαφέροντα ἔπρεπε νά διαβοῦν ὁπωσδήποτε ἀπό τήν Ὄπτινα.


Κάποιος σοφός εἶπε: «Τά στέμματα ὅλων τῶν βασιλέων τῆς Εὐρώπης δέν τά ἀνταλάσσω μέ τά βιβλία μου (Φενελόν). Μεγάλη ὑπόθεσις ἕνα καλό βιβλίο! Ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος πολύ ἐκτιμοῦσε τά βιβλία, καί πάντοτε εἶχε στό κελλί του ἀρκετα, γιά νά τά δωρίζη στούς ἐπισκέπτες του. Ἐνῶ λ. χ. ἑτοιμαζόταν νά ἀποχαιρετήση κάποιον, τοῦ πρόσφερε τίς «Διδασκαλίες τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου» ἤ τούς «Λόγους τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου» ἤ κάτι ἄλλο – ἀνάλογα μέ τίς γνώσεις τοῦ καθενός.


Τό ὑπέροχο ἔργο πού ξεκίνησε ὁ στάρετς Μακάριος δέν σταμάτησε στίς ἡμέρες τοῦ π. Ἀμβροσίου. Μία ὁμάδα λογίων μοναχῶν συνέχιζε τίς ἐκλεκτές ἐκδόσεις τῶν Ἀσητικῶν Πατέρων. Ἔτσι εἶδαν τό φῶς τῆς δημοσιότητος σπουδαῖα κείμενα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου (δώδεκα λόγοι) καί τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (ἐνενηνταπέντε Κατηχητικοί λόγοι καί ἡ Διαθήκη). Ἡ «Κλῖμαξ» ἐκυκλοφόρησε σέ δεύτερη διορθωμένη ἔκδοσι. Ἐξεδόθησαν ἐπίσης τά ἔργα ,«Ἡλιοτρόπιον» τοῦ Ἐπισκόπου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς. Ὡρισμένες ἀπό τίς ἐκδόσεις ἀφοροῦσαν πρόσωπα καί γεγονότα τῆς Ὄπτινα, ὅπως: Ὁ βίος τοῦ στάρετς Λέοντος, ὁ βίος τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μαλογιαροσλάφσκαγια Μονῆς Ἀντωνίου – πρώην Προϊσταμένου τῆς Σκήτης τῆς Ὄπτινα – οἱ ἐπιστολές τοῦ Ἡγουμένου Ἀντωνίου καί ἡ ἱστορική περιγραφή τῆς Ὄπτινα.


Ἐκτός ἀπό τά μεγάλα βιβλία τό ἐκδοτικό πρόγραμμα προέβλεπε καί τήν κυκλοφορία μικρῶν τευχῶν, τά ὁποῖα εὐκολώτερα μποροῦσαν νά διανεμηθοῦν καί νά διαβασθοῦν. Τά βιβλιαράκια αὐτά τά ἐτοίμαζε ὁ στάρετς μέ ἀφθονία καί ἔκανε ἔτσι πνευματικές ἐλεημοσύνες ὅπως ἔλεγε. Στήν σειρά αὐτή ἀνῆκαν συνήθως σύντομοι Πατερικοί λόγοι: Ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ περί μετανοίας· τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ περί παθῶν καί ἀρετῶν· τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου· ἡ διαλογική συζήτησις τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ περί τῶν ἐμποδίων τῆς σωτηρίας κλπ. Γιά τήν ἀξία τους ὁ π. Ἀμβρόσιος παρατηροῦσε: «Ἄν καί στό σχῆμα εἶναι μικρά, στό περιεχόμενο εἶναι πολύ μεγάλα».


Μ᾿ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους σκορπιζόταν ἀπό τήν Ὄπτινα στίς δύσκολες ἐκεῖνες ἡμέρες τό μήνυμα τοῦ φωτός. «Καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν» (Ἰωαν. Α΄: 5). Δέν μπορεῖ κανείς παρά νά θαυμάση τήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Πάντοτε στίς ὧρες τῆς τρικυμίας στέλνει δυναμικούς προφητικούς ἄνδρες πού σώζουν τίς ψυχές καί ἐξάγουν τόν Ἰσραήλ «ἐκ γῆς Αἰγύπτου». Γιά τήν πνευματική ὅμως δύναμι τοῦ π. Ἀμβροσίου ἔχει πολλά νά μᾶς πῆ καί τό ἑπόμενο κεφάλαιο.


«καί τό φῶς σκορπίζει τήν λάμψιν του καί μεταξύ τῶν σκοτισμένων
ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί τήν πλάνην ἀνθρώπων, διά νά φωτίσῃ καί
αὐτούς, ἀλλ᾿ οἱ σκοτισμένοι αὐτοί ἄνθρωποι δέν τό ἀντελήφθησαν
καί δέν τό ἐνεκολπώθησαν, ἀλλά καί δέν ἠμπόρεσαν νά τό ἐξουδετερώσουν καί νά τό κατανικήσουν,»*

 (Ἰωαν. Α΄: 5).



Σ᾿ Αὐτόν, τὸν Κύριον, ἀνήκουν ἡ Δόξα καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀμήν.



Συνεχίζεται...



*  Ἑρμηνεία του καθηγητοῦ Π. Ν. Τρεμπέλα

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ”

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.

Ὁ στάρετς Λέων.Ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα








Ὁ στάρετς Λέων



Ἄν τό Μοναστήρι τῆς Ὄπτινα ἐγνώρισε τόν 19ο αἰῶνα τό πνευματικό του μεσουράνημα, τό ὀφείλει κυρίως σέ ὡρισμένα πρόσωπα πού ἀνεδείχθησαν ἐμπνευσμένοι στάρετς, καί πού σάν ἐκλεκτά δοχεῖα τῆς Χάριτος ἐσκόρπισαν γύρω τους τίς εὐλογίες τοῦ Οὐρανοῦ. Ἐκεῖνος δέ πού ἐγκαινίασε ἐκεῖ ἐπίσημα τό στάρτσεστβο1 ὑπῆρξε Μεγαλόσχημος Ἱερεύς Λέων2 (1768-1841).


Μία σύντομη γνωριμία μαζί του ἐπιβάλλεται, ἀφοῦ ἄλλωστε ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ὑπεύθυνος καθοδηγητής τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου.



«ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ,

διά τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης

τῶν δεξιῶν καί ἀριστερῶν.»

Β΄ Κορ. στ΄: 7


Μεταξύ τῶν ἀρετῶν του ξεχωριστή θέσι κατεῖχε ἡ ταπεινοφροσύνη καί ἡ ὑπομονή στούς πειρασμούς. Ἡ ἀρετή του καί ἡ φήμη του συνέβη νά ἐρεθίση μερικούς – φαινόμενο ὄχι καί τόσο ἀσυνήθιστο – μέ συνέπεια νά ὑβρισθῆ, νά συκοφαντηθῆ καί νά διωχθῆ. Ἀγωνιζόμενος ὅμως «διά τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσίνης τῶν δεξιῶν καί ἀριστερῶν» (Β΄ Κορ. στ΄: 7) ἔγινε κάτοχος μεγάλης πνευματικῆς πείρας καί ἀνεδείχθη χαρισματοῦχος ὁδηγός τοῦ λαοῦ.


Ὥς τήν ἡλικία τῶν ἑξηνταοκτώ ἐτῶν ἀσκήτευε στήν Σκήτη, καί τότε κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ἐπισκόπου μετεφέρθη στό Μοναστήρι. Τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του δέν ἦταν παρά μία συνεχής προσφορά στόν κόσμο πού ζητοῦσε τήν καθοδήγησί του καί τήν εὐλογία του.


Ἡ πρώτη γνωριμία μαζί του ἦταν ὁπωσδήποτε ἐντυπωσιακή. Ἡ ἐξωτερική του ἐμφάνισις δέν προδιέθετε εὐμενῶς νά τόν θεωρήσης πρόσωπο σπουδαίας πνευματικότητος. Ἀπό πλευρᾶς σωματικῆς διαπλάσεως τύχαινε νά εἶναι ὑπερβολικά παχύσαρκος, πρᾶγμα πού χτυποῦσε ἄσχημα. Ἔπειτα ἀπέφευγε τήν ἐπιτηδευμένη εὐλάβεια καί εὐγένεια – πολλές φορές ἔκανε τόν ἀστεῖο ἤ τόν ὠργισμένο – καί ἀποροῦσες ἄν ἔχης μπροστά σου ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.


Ὅταν ὅμως ἄνοιγες μαζί του σοβαρή συζήτησι ἤ τοῦ ἐξωμολογεῖσο, ἐθαύμαζες τόν θεϊκό φωτισμό του. Γιατί ἐκτός τῶν ἄλλων εἶχε εἰδικό χάρισμα νά ὑπενθυμίζη σ᾿ ὅσους ἔκαναν ἐξομολόγησι παλαιές ἁμαρτίες τους. Ἡ διαπίστωσις αὐτή ἔδινε καί ἕνα καλό μάθημα, νά μή κρίνεται ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἐξωτερική του ἐμφάνισι.


Ἡ ἄφιξις τοῦ Ἀλεξάνδρου στήν Ὄπτινα βρῆκε τόν στάρετς στό 71ο ἔτος. Ἄν ἀργοῦσε περισσότερο δέν θά τόν συναντοῦσε καθόλου – κοιμήθηκε στό 73ο ἔτος – καί ἡ ἀπώλεια θά ἦταν σημαντική. Νά γιατί τόν παρακινοῦσε ὁ πειρασμός νά ἀναβάλλη συνεχῶς τήν φυγή του ἀπό τόν κόσμο!


Τήν πρώτη φορά πού τόν ἀντίκρυσε ὁ Ἀλέξανδρος φθάνοντας στό Μοναστήρι, κάθε ἄλλο παρά ἐνθουσιάσθηκε, ὅπως ὁ ἴδιος τό περιγράφει:


  • Πηγαίνοντας στόν στάρετς Λέοντα τόν βλέπω παχύ, εὔσωμο, καθισμένο στό κρεββάτι του. Ἦταν περιτριγυρισμένος ἀπό κόσμο, καί ἐκείνη τήν ὥρα ἔλεγε κάποιο ἀστεῖο καί γελοῦσε. Δέν ἔμεινα καθόλου εὐχαριστημένος. Σέ λίγο ἐπισκέφθηκα τόν Ἡγούμενο Μωϋσῆ. Στήν ἐρώτησί του, «Πῶς σοῦ φάνηκε ὁ στάρετς; Σοῦ ἄρεσε;» τοῦ εἶπα πώς εἶχε γύρω του πολύ κόσμο. Ἀπέφυγα νά τοῦ πῶ πώς δέν μοῦ ἄρεσε.

Ἔπειτα ὅμως ἀπό λίγο πρακολουθῶντας ὁ Ἀλέξανδρος μία ἄλλη σκηνή σχημάτισε διαφορετική ἐντύπωσι γιά τό πρόσωπο τοῦ στάρετς. Θά ἀφήσουμε τόν ἴδιο νά μᾶς τήν περιγράψη:


  • Βλέπω κάποιον σκητιώτη Ἱερομόναχο ὀνόματι Ἰωάννη νά φορῆ τό Μεγάλο Σχῆμαμόλις εἶχε γίνει κουρά τουκαί νά βαδίζη πρός τό κελλί τοῦ στάρετς. Μόλις τόν ἀντίκρυσα θαμπώθηκα. Εἶχε ὄψι πραγματικά ἀγγελική. Δέν ἤθελα νά μοῦ φύγη ἀπό τά μάτια. Πλησιάζοντας στόν στάρετς τόν βλέπω νά βαζη μία πολύ βαθειά μετάνοια, νά ἀσπάζεται τό χέρι του καί νά λέη: «Νά, μπάτουσκα3 ἔρραψα τό καινούργιο μου ζωστικόδηλαδή τό ἐσωτερικό ρᾶσοκαί τό ἔφερα νά τό εὐλογήσης προκειμένου νά τό φορέσω». «Ἔτσι κάνουμε;» ἀπαντᾶ ἐκεῖνος. «Πρῶτα ζητοῦν εὐλογία νά τό ράψουν καί μετά γιά νά τό φορέσουν. Τώρα ὅμως τό ἔρραψες. Φόρεσέ το. Δέν μποροῦμε νά τό χαλάσουμε». Παρακολουθῶντας τά λόγια τοῦ στάρετς ἀντιλήφθηκα τό βαθύτερο νόημά τους καί ἄρχισα νά τόν ἀγαπῶ.


Τί ἦταν ἐκεῖνο πού ἀντιλήφθηκε ὁ Ἀλέξανδρος; Ἦταν ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ μοναχοῦ συνίσταται κυρίως στήν «ἐκκοπή τοῦ ἰδίου θελήματος». Ὁ μοναχός δέν πρέπει νά ἐνεργῆ ἀνεξέλεγκτα, ἀλλά τίς ἐπιθυμίες του καί τίς ἐνέργειές του νά τίς ὑποβάλλη στήν κρίσι τοῦ πνευματικοῦ του ὁδηγοῦ. Ὅλα πρέπει νά γίνωνται μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατρός.



«καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καί ἐν

ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι·

ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος,

ἰδοῦ νῦν ἡμέρα σωτηρίας.»

Β΄ Κορ. στ΄: 2

Μέ διαφορετική τώρα γνώμη καί διάθεσι πλησίασε ὁ ὑποψήφιος μοναχός τόν στάρετς, τοῦ διηγήθηκε τήν ἱστορία του καί τίς προοπτικές του, ζητῶντας εὐλογία νά παραμείνη στήν Ὄπτινα. Ὁ Γέροντας ἀπό τήν πρώτη στιγμή τόν ἐξετίμησε. Τόν περιέβαλε μέ περισσή ἀγάπη καί τόν ἐνεθάρρυνε στήν ἐπιθυμία του γιά μιά ζωή ἀφιερωμένη.


Στό κελλί τοῦ στάρετς χρειαζόταν πάντοτε ἕνα πρόσωπο νά τόν ἐξυπηρετῆ σέ διάφορες ἀνάγκες, ἀφοῦ ἦταν ἡλικιωμένος καί δυσκίνητος, καί μάλιστα νά τοῦ διαβάζη τίς Ἀκολουθίες, ἐφ᾿ ὅσον ἦταν ἀδύνατο νά τίς παρακολουθῆ στόν Ναό. Κάποια ἐσωτερική φωνή παρακινοῦσε τόν στάρετς νά προσλάβη τόν Ἀλέξανδρο σ᾿ αὐτή τήν ὑπηρεσία. Ἔτσι καί ἔγινε.


Μεγάλη εὐλογία γιά τόν Ἀλέξανδρο νά βρίσκεται κοντά στόν ἄνρωπο, πού ἔκρυβε μέσα του ἀνεκτίμητο πνευματικό πλοῦτο. Μεταξύ τους ἀνεπτύχθησαν ἀκατάλυτοι ἱεροί δεσμοί. Ὁ Γέροντας ἀντιμετώπιζε τόν δόκιμο μοναχό μέ ξεχωριστή λεπτότητα καί πατρική στοργή. Τόν εὐχαριστοῦσε μάλιστα νά τόν ἀποκαλή, χαϊδευτικά «Ἀλεκάκο».


Σ᾿ αὐτή τήν θέσι παρέμεινε ὁ Ἀλέξανδρος ἀρκετούς μῆνες. Θά ἔπρεπε ὅμως νά γίνη κάποια ἀλλαγή, πού ὑπαγορευόταν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ στάρετς Λέοντος. Οἱ γονεῖς δέν ἐνδιαφέρονται μόνο γιά τό παρόν, ἀλλά καί γιά τό μέλλον τῶν παιδιῶν τους. Αὐτός στήν ἡλικία καί στήν κατάστασι πού βρισκόταν, δέν θά ζοῦσε πολύ καιρό ἀκόμη. Καί ὁ μαθητής του τί θά γινόταν; Αὐτές οἱ σκέψεις ἔφεραν τόν Ἀλέξανδρο στήν Σκήτη. Τόν παρέδωσε ὁ στάρετς Λέων στόν ἐκλεκτό Ἱερομόναχο Μακάριο, ἄριστο καθοδηγητή ψυχῶν. Ἡ ἐγκατάστασίς του στήν Σκήτη ἔγινε ἕνα χρόνο μετά τόν ἐρχομό του στήν Ὄπτινα.


Τώρα, στήν νέα του διαμονή θά μποροῦσε νά ἀνεβῆ ψηλά, γιατί τοῦ προσφερόταν περιβάλλον ἡσυχαστικό. «Ἡσυχία, ἀρχή καθάρσεως». Μέ τήν ἡσυχία, τήν σιωπή, τήν περισυλλογή, ἡ ψυχή του θά ἔπαιρνε φτερά γιά νά πετάξη στά ὕψη.


Τόν σεβαστό του στάρετς Λέοντα, πού μόνο ἕνα χρόνο παρέμεινε ἀκόμη στήν ζωή, δέν τόν λησμόνησε. Τοῦ ἔτρεφε ἀπέραντη ἀφοσίωσι καί ἀγάπη. Γι᾿ αὐτό κατά διαστήματα τόν ἐπισκεπτόταν· καί γιά νά τόν βλέπη, ἀλλά καί γιά νά ὠφελῆται πνευματικά.


Ἀνάμεσα στίς σχέσεις τοῦ στάρετς καί τοῦ Ἀλεξάνδρου ὑπάρχουν καί ὡρισμένα περιστατικά, κάπως περίεργα γιά ἕναν πού ἀγνοεῖ τήν ἰδιοτυπία τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Προκειμένου νά καλλιεργηθῆ στόν μοναχό πνεῦμα ταπεινοφροσύνης οἱ Γέροντες μερικές φορές τόν ἀντιμετωπίζουν μέ κάποια ἐξωτερική σκληρότητα.


Πολλές φορές ὁ στάρετς ἔδειχνε πώς περιφρονεῖ τόν ὑποτακτικό του καί δέν καταδέχεται κἄν νά τόν ἀποκαλέση μέ τό ὄνομα του.


  • «Χίμαιρα» , τοῦ ἔλεγε, πάλι ἀπροσεξίες ἔκανες!


Ἄντί Ἀλέξανδρο τόν φώναζε «χίμαιρα». ( Ἡ λέξις προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική μυθολογία καί ἀναφέρεται σέ κάποιο φανταστικό θηρίο. Μεταφορικά ἀναφέρεται καί σέ πράγματα ἀνύπαρκτα, σέ ὀνειροπολήματα, σέ οὐτοπίες). Μέ τήν ὀνομασία αὐτή ἤθελε νά τοῦ πῆ, «φαντάζεσαι πώς εἶσαι σπουδαῖος, ἐνῶ στήν οὐσία δέν εἶσαι τίποτε».


Ἐρώτησαν κάποιοι τόν στάρετς νά τούς διασαφήση τήν ἔννοια τῆς λέξεως «χίμαιρα», καί τούς ἔφερε ἕνα ἐπιτυχημένο παράδειγμα ἀπό τήν φυτολογία.


  • Παρατηρῆστε, τούς εἶπε, τίς ἀγγουριές. Ἀπό ὡρισμένα ἄνθη παράγονται ἀγγούρια, ἀπό ἄλλα ὅμως ὄχι. Ἐμφάνισι μόνο ἔχουν· δημιουργοῦν κάποια ἐξωτερική ἐντύπωσι, ἀλλά ἀπό καρπό μηδέν. Τά ἄνθη αὐτά δίνουν μία ἰδέα τί ἐννοῶ μέ τήν λέξι «χίμαιρα».


Δέν ἦταν μόνο ὁ Ἀλέξανδρος πού ὑφίστατο τέτοιες «περιποιήσεις» ἀπό τόν στάρετς. Καί ἄλλοι ὑποτακτικοί εἶχαν νά διηγοῦνται παρόμοιες ἀντιμετωπίσεις του.


Γύρω στόν στάρετς πού ζοῦσε μέ ἁπλότητα καί εἶχε ἀποκτήσει τήν μοναχική «ἀπάθεια», μαζευόταν διάφορος κόσμος: Ἄνδρες, γυναῖκες, νέοι, γέροι, μοναχοί, μοναχές. Κάποτε πού τόν ἐπισκέφθηκαν μερικές μοναχές ὁ Ἀλέξανδρος ὑπέστη μία ἀπροσδόκητη καί κάπως ὑποτιμητική μεταχείρησι. Τί συνέβη; Δίπλα στόν στάρετς καθόταν μία μοναχή. (Ὡς γνωστόν οἱ ρωσίδες μοναχές φοροῦν καί μικρό καλογερικό σκοῦφο). Παίρνει λοιπόν τόν σκοῦφο ἀπό τήν μοναχή καί τόν τοποθετεῖ στό κεφάλι τοῦ ὑποτακτικοῦ του. Ἐκεῖνος σάστισε. Δέν ἤξερε τί νά κάνη. Τί ντροπή! Νά βρίσκεται ἀνάμεσα σέ τόσους ἀνρώπους καί νά φορῆ γυναικεῖο σκοῦφο!


Ὑπελόγισε πώς τοῦ τό ἔκανε αὐτό ὁ στάρετς γιά ταπείνωσι. Ἔπειτα ὅμως ἀπό πολλά χρόνια ἀντιλήφθηκε πώς ἡ ἐνέργεια αὐτή εἶχε προφητικό νόημα. Τοῦ προέλεγε γιά τίς πολλές φροντίδες καί ἔννοιες πού θά ἔβαζε στό κεφάλι του χτίζοντας ἔνα γυναικεῖο Μοναστήρι καί καθοδηγῶντας πλῆθος μοναχές.


Ἀλλά ἡ πιό ἀλησμόνητη δοκιμασία πού ὑπέστη ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν αὐτή πού τώρα θά ἐξιστορήσουμε, στήν ὁποία, ὡς μή ὤφελεν, παρευρισκόταν καί ὁ φίλος του διδάσκαλος Παῦλος Ποκρόφσκι.


Ὁ Παῦλος ἐπείσθη νά ἐπισκεφθῆ τόν δόκιμο τῆς Ὄπτινα ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἐλάμβανε. Τό καλοκαίρι τοῦ 1841 μέ τήν εὐκαιρία τῶν θερινῶν διακοπῶν, οἱ δύο φίλοι ἔπειτα ἀπό δύο χρόνια συναντήθηκαν. Τότε ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε καρῆ ρασοφόρος στήν Σκήτη καί διακονοῦσε στό μαγειρεῖο. Φύσις λεπτή ὁ Παῦλος καί συνηθισμένος κάπως στήν καλοπέρασι, ἔνιωσε μεγάλη δυσαρέσκεια σάν ἐπισκέφθηκε τό φτωχικό καί ἀπέριττο κελλί τοῦ πρώην συναδέλφου του. Τόν φαντάσθηκε ἀποτυχημένο καί ἄρχισε νά κλαίη ἀπό συμπόνια. Ἔβλεπε ἀκόμη τά πράγματα μέ μάτι κοσμικοῦ ἀνθρώπου.


Σέ λίγο ἦρθε ἡ σειρά νά ἐπισκεφθοῦν τόν στάρετς Λέοντα. Ὁ Ἀλέξανδρος ὑπελόγιζε πολλά σ᾿ αὐτή τήν ἐπίσκεψι. Ἤλπιζε νά τοῦ θερμανθῆ ὁ ζῆλος γιά τήν μοναχική ζωή. Ἀλλά γιά τόν Παῦλο δέν εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα τῆς χάριτος, ἡ δέ συνάντησις μέ τόν στάρετς κάθε ἄλλο παρά τόν ἐγοήτευσε. Καί κατ᾿ αρχήν ἔχασε κάθε ἰδέα, γιατί τόν εἶδε τόσο παχύσαρκο. Ἔπειτα ἀπό ὅσα ἔλαβαν χώραν ἄρχισε καί νά τόν φοβᾶται.


Λίγη ὤρα μετά τήν ἐπίσκεψί τους ἐσήμανε ἡ καμπάνα γιά Ἑσπερινό. Ἀμέσως ὁ στάρετς πῆρε στάσι ἀνάλογη καί ἔβαλε «Εὐλογητός». Ὀ Ἀλέξανδρος, ὅπως καί παλαιότερα, ἄρχισε τήν ἀνάγνωσι τῆς Ἀκολουθίας, ὁπότε ξαφνικά τόν διακόπτει ὁ Γέροντας μέ ἄγριες φωνές:


  • Ποιός σοῦ ἔδωσε τήν ἄδεια νά διαβάσης τήν Ἀκολουθία; Παλαιά ἤσουνα ἀναγνώστης. Τώρα δέν εἶσαι.


Σαστισμένος λίγο ὁ Ἀλέξανδρος γονάτισε μπροστά του ζητῶντας συγχώρησι.


  • Ἄχ, ἐσύ ὁ ἀπρόκοφτος! συνεχίζει ὁ στάρετς μέ ὕφός ὠργισμένο. Ἄχ, ἐσύ ὁ θεληματάρης. Πῶς τό ἔκανες αὐτό; Πῶς τόλμησες νά διαβάσης χωρίς νά πάρης εὐλογία;


Τό θέαμα ἦτανφοβερό. Καθώς φώναζε ὁ Γέροντας μέ τήν βαρειά μπάσα φωνή του, καί κούναγε τά χέρια στόν ἀέρα καί χτυποῦσε κάτω τά πόδια, ἐνῶ τό μυῶδες παχύ πρόσωπό του ἔκανε φοβερές συσπάσεις καί τά μαλλιά του τά ριγμένα στήν πλάτη τινάσσονταν σάν λιονταρίσια χαίτη, νόμιζες πώς εἶχες νά κάνης μέ πραγματικό λέοντα.


  • Πῶς τόλμησες νά τό κάνης ἐσύ αὐτό χωρίς νά πάρης εὐλογία;

Τόν Παῦλο, πού ἦταν καί εὐαίσθητος, τόν περιέλουσε κρύος ἱδρώτας. Ἔμεινε ἄναυδος ἀπό ὅσα ἔβλεπε καί ἄκουγε. «Αὐτός εἶναι ὁ ἅγιος πού μοῦ διαφήμιζε ὁ Ἀλέξανδρος!» ἔλεγε μέ τόν νοῦ του ἀπογοητευμένος. Ἄν εἶχε πρόθεσι νά παρατείνη λίγο τήν ἐπίσκεψί του στήν Ὄπτινα, δέν τό πραγματοποίησε. Τό κλῖμα τοῦ φαινόταν ἀρκετά βαρύ.


Ὁ Ἀλέξανδρος, μυημένος στά μυστήρια τῆς καλογερικῆς, κατάλαβε τήν σημασία πού εἶχαν οἱ αὐστηρές ἐπιπλήξεις τοῦ Γέροντος. Κατάλαβε πώς μέ τήν προσποιητή αὐτή ὀργή του τόν βοηθοῦσε στήν πνευματική του καλλιέργεια. Ἤρεμος ἐσωτερικά πῆρε συγχώρησι καί ἀπομακρύνθηκε. Δέν εἶχε προχωρήσει πολύ, ὁπότε ὁ στάρετς χαμογελαστός καί ἱκανοποιημένος γιά τήν ταπεινοφροσύνη καί ὑπομονή τοῦ ὑποτακτικοῦ του λέει στούς γύρω του, δείχνοντάς τον:


  • Τόν βλέπετε; Θά γίνη μεγάλος ἄνθρωπος.

Ἄλλη φορά εἶχε πεῖ στόν Ἱερομόναχο τῆς Σκήτης Μακάριο, στόν ὁποῖον καί τόν παρέδωσε:


  • Νά τόν προσέχης. Θά σοῦ φανῆ χρήσιμος.

Στίς 11 Ὀκτωβρίου τοῦ 1841, ὁ στάρετς Λέων ἐτερμάτισε τήν γήϊνη περιπλάνησί του καί μετέστη στήν αἰωνία ἀνάπαυσι. Ἀργότερα τά πνευματικά του τέκνα ἐξέδωσαν ἕνα βιβλίο μέ τόν βίο του. Σέ κάποια σελίδα του ἀναφέρονται οἱ ἑπόμενες σπουδαῖες συμβουλές σ᾿ ἕναν ὑποψήφιο μοναχό πού δειλίαζε νά προχωρήση ἐμπρός.

  • Παιδί μου, οἱ πειρασμοί δέν εἶναι δυνατώτεροι ἀπό τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν δύναμι τοῦ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνισχύει, ὅλα εἶναι κατορθωτά. Γιά τόν πιστό ἰσχύει πάντοτε ἡ ἀκόλουθη ἀλήθεια: Ἄν ἔχης ἀρρωστημένη πίστι, καί ἕνα μόριο σκόνης σοῦ φαίνεται βουνό. Ἄν ἔχης δυνατή πίστι, μπορεῖς νά σηκώσης καί νά μετακινήσης ὄλα τά βουνά τῶν πειρασμῶν.


«παιδεύουσα ἡμᾶς ἴνα ἀρνησάμενοι τήν ἀσέβειαν

καί τάς κοσμικάς ἐπιθυμίας σωφρόνως καί

δικαίως καί εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι,

προσδεχόμενοι τήν μακαρίαν ἐλπίδα καί ἐπιφάνειαν

τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί σωτήρος ἡμῶν

Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Πρός Τίτον β΄: 12-13

Αὐτός ἦταν ὁ μεγάλος στάρετς Λέων, ὁ θεμελιωτής τοῦ στάρτσεστβο στήν Ὄπτινα καί ὁ πρῶτος πνευματικός λαξευτής τοῦ ἱεροῦ ἀγάλματος πού ὀνομάζεται στάρετς Ἀμβρόσιος.

Τῷ Θεῷ δόξα!

Ἀμήν!



Συνεχίζεται...






Ἀπό τό βιβλίο:Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ



ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.


1Μέ τήν λέξι «στάρτσεστβο» ἐννοοῦμε τήν ἐπιτέλεσι τοῦ ἔργου τοῦ στάρετς.
2Εἶναι γνωστός καί μέ τό ὄνομα Λεωνίδας, γιατί ἔτσι ὠνομαζόταν, πρίν τόν κείρουν Μεγαλόσχημο.
3Τό «μπάτουσκα» ἀποδίδεται σέ σεβάσμια καί προσφιλῆ συγχρόνως πρόσωπα, κατά κανόνα σέ κληρικούς καί μοναχούς, καί ἀντιστοιχεῖ μέ τήν ἔκφρασι, «πατερούλη μου», «καλέ μου πατερούλη».