Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Στὰ ἐνδότερα τῆς ἐν Κολυμπάρι Συνόδου.


Κριτικὴ στὶς σχετικὲς δηλώσεις τοῦ κ.Βλ.Φειδᾶ.

Toῦ Βασίλειου Εὐσταθίου

Δρ. Φυσικοῦ, πτ. ΕΚΠΑ Κ.Θεολογίας
Ὁ κ. Βλάσιος Φειδᾶς, ὁμότιμος Καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σὲ Σεμιναριακὴ διάλεξή του μὲ θέμα: « Ἡ ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου»., στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στὶς 22/12/2016 ἔκανε κάποιες δηλώσεις βαρυσήμαντες, δεδομένου τὸ κύρος του στὸν ἀκαδημαϊκὸ θεολογικὸ χῶρο καὶ τὴν συμβολή του στὴν πραγματοποίηση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ὡς βασικό στέλεχός της, μὲ τὰ περισσότερα ἴσως ἱστορικο-κανονικοῦ χαρακτῆρος καί περιεχομένου ζητήματά της νὰ ἔχουν στηριχθεῖ στὸ κῦρος καί τίς γνώσεις του, τὶς ὁποῖες δηλώσεις δημοσίευσε ὁ θεολόγος κ. Δ. Κ. Ἀναγνώστου, ποὺ παρευρέθηκε στὴν διάλεξη καὶ τὴν ἠχογράφησε.
Σὲ αὐτὴ τὴν διάλεξη λοιπὸν κατ᾿ ἀρχὴν εἰπώθηκαν κάποιες πολὺ σοβαρὲς ἀλήθειες, ὅπως τὸ ὅτι τὸ τελικὸ καὶ περισσότερο ἀμφιλεγόμενο κείμενο τῆς Συνόδου περὶ τῶν σχέσεων «τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο», προέκυψε ἀπὸ τὴν συνένωση δύο ξεχωριστῶν καὶ πολὺ διαφορετικῶν κειμένων μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάμιξη στοιχείων πού ἀφοροῦν σέ πολυμερεῖς διαλόγους, μέ στοιχεῖα πού ἀφοροῦν σέ διμερεῖς διαλόγους (δύο ἐντελῶς διαφορετικές περιπτώσεις καί καταστάσεις), πράγμα ποὺ ὁ ὁμιλητὴς χαρακτήρισε εὔστοχα καὶ εἰλικρινὰ ὡς καταστροφικό. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ δήλωσή του ὅπου παραδέχεται ὅτι οἱ ἀντιδράσεις τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν ἔναντι τῆς Μεγάλης Συνόδου, οἱ ὁποῖες ἀπείχαν ἀπὸ αὐτήν, δὲν ὀφείλονται σὲ πολιτικοὺς λόγους, ἀλλὰ εἶναι καθαρὰ ἐκκλησιαστικοὶ (καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν γνώμη του, ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, τὸ ὁποῖο καὶ ἐνέπλεξε τοὺς πολιτικοὺς παράγοντες).
Βέβαια λίγο παρακάτω ὁ κ.Φειδᾶς σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόρριψη ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας τῶν Ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης λέει: «Ποιός τούς ζήτησε τή γνώμη τους; Ποιός τούς ἀνέθεσε νά τήν κρίνουν; Ἀγνοοῦν ὅτι μόνο Δογματικά Κείμενα Οἰκουμενικῶν Συνόδων τίθενται σέ κρίση». Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἄν ἐννοεῖ ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δεν εἴχε δογματικὰ κείμενα, ἤ ὅτι εἴχε, ἀλλά δὲν ἤταν πανορθόδοξη μὲ οἰκουμενικὸ κύρος, ὅπου μὲ δεδομένη τὴν ὅλη στάση τοῦ ὁμιλητὴ πρὸς τὴν Σύνοδο ὡς ἑνὸς ἐκ τῶν παραγόντων αὐτῆς θεωρώντας αὐτὴν ἔγγυρη (ἄλλωστε παρακάτω καταλήγει ξεκάθαρα σὲ αὐτὸ μὲ τὴν φράση «Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐπέτυχε τό σκοπό της ἐφ’ ὅσον πραγματοποιήθηκε» καὶ ἄν βέβαια συμβαῖνει αὐτὸ τότε θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖται πανορθόδοξη καὶ οἱ ἀποφάσεις της νὰ εἶναι ὑποχρεωτικοῦ χαρακτήρα, ὅπως αὐτὴ ἐπεδίωκε), τότε δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἰσχύει τὸ πρῶτο. Ὅμως ἐννοῶντας ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δεν εἴχε δογματικὰ κείμενα, τότε πῶς μποροῦμε νὰ προσδώσουμε στὶς ἀποφάσεις της ὑποχρεωτικὸ χαρακτήρα ὡς ἔχων οἰκουμενικὸ κύρος, ἀφοῦ οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤταν οἰκουμενικὲς περιλαμβάνοντας πάντα δογματικὰ κείμενα; Ὅμως στὴν πραγματικότητα στὰ κείμενα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ μάλιστα στὸ ἕκτο βρίσκουμε καὶ δογματικὸ χαρακτήρα, καὶ ἐπομένως οἱ λόγοι ἀποχῆς τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν εἶναι ἁπλὰ ἐκκλησιαστικοὶ ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ ὁμιλητής, ἀλλὰ μποροῦν νὰ εἶναι καὶ θεολογικοὶ μὲ δογματικὸ χαρακτήρα, ὅπως καὶ ὅντως συμβαίνει τουλάχιστον στὶς περιπτώσεις τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας. Αὐτὸ ἀποσαφηνίστηκε πλήρως στὶς σχετικὲς συνοδικὲς ἀποφάσεις ποὺ ἔλαβαν (μὲ ἀναλυτικὴ θεολογικὴ τεκμηρίωση τῆς θέσης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας). Τώρα στὴν ἐρώτηση τοῦ ὁμιλητὴ «Ποιός τούς ζήτησε τή γνώμη τους; Ποιός τούς ἀνέθεσε νά τήν κρίνουν;», ἀπαντάμε ὅτι γενικῶς οἱ διοργανωτές τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης δὲν ζήτησαν τὴν γνώμη τοῦ πληρῶματος τῆς ἐκκλησίας, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἐπισκόπων, ἐκτὸς τῶν προκαθημένων, ποὺ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τελικὰ ἀγνόησαν τοὺς τέσσερεις ποὺ δὲν παρευρέθηκαν (ἀξιώνοντας μάλιστα ἕνα τέτοιο «Συνοδικό» σύστημα νὰ «ἀποτελεῖ τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως»).


Γιὰ τὶς τέσσερις τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ δὲν συμμετείχαν στὴν Σὐνοδο, ὁ κ.Φειδᾶς εἶπε ἐπίσης: «κατά τήν προετοιμασία ὅλοι εἶχαν συμφωνήσει σέ ὅλα καί ἑπομένως οἱ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντιδράσεις δέν εἶναι εἰλικρινεῖς, ὅπως π.χ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία ὑπέγραψε τά πάντα στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων. Μόνη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας δέν εἶχε ὑπογράψει, λόγω τῆς γνωστῆς διαφορᾶς της μέ τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων (ὑπόθεση Κατάρ)». Ὡστόσο οἱ ὑπογραφὲς ποὺ εἶχαν μπεῖ στὰ κείμενα στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων, ἤταν κατὰ πρωτοβουλία τῶν Προκαθημένων, χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ μελετήσει καὶ ἀποφασίσει γιὰ αὐτὰ οἱ τοπικὲς Συνοδοί τους, οἱ ὁποῖες τότε καὶ τὰ ἔλαβαν νὰ τὰ μελετήσουν, καθῶς μέχρι τότε δὲν τοὺς τὰ εἶχαν φέρει εἰς γνώση τους, μόνο λίγοι «εἰδικοὶ» τὰ γνώριζαν μέχρι τότε αὐτά. Κατ’ ἀρχὴν ἡ στάση αὐτὴ ἀπέναντι στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα στοὺς ἐπισκόπους, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ εἰλικρινής; Ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀφοῦ οἱ Προκαθήμενοι ἐπέστρεψαν στὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες τους καὶ συνεκλήθησαν οἱ συνοδοί τους καὶ βρήκαν σὲ πολλὰ σημεῖα τὰ κείμενα ἀσαφὴ, ἐλλειμματικὰ καὶ γενικῶς προβληματικά, ὁπότε ἔλαβαν τὴν ἀνάλογη στάση ὅπως ἡ κάθε μία ἔκρινε ἀπαραίτητο καὶ κατάλληλο, ποιὸ εἶναι στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ ἀνειλικρίνεια; Καὶ ὅσο γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας ποὺ δέν εἶχε ὑπογράψει τὸν κανονισμὸ ὀργάνωσης καὶ λειτουργίας τῆς Συνόδου λόγω τῆς ὑπόθεσης τῆς μητροπόλεως τοῦ Κατάρ (ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας δὲν εἶχε ὑπογράψει τὸ κείμενο «Τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου καὶ τὰ κωλύματα αὐτοῦ»), γιατὶ ἀφοῦ ὁ κανονισμὸς τῆς Συνόδου ἀπαιτοῦσε τὴν ἐπίτευξη ὁμοφωνίας, δὲν φρόντιζαν οἱ ἰθύνοντες νὰ ἔρθουν σὲ κάποια συμφωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας γιὰ τὸ Κατὰρ γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ προχωρήσουν μαζί (ὅπως ἐπίσης καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας γιὰ τὸ συγκεκριμένο κείμενο), ἀλλὰ προτίμησαν νὰ προχώρησαν χωρὶς αὐτὴ καὶ ἔτσι παραβίασαν τὸν ἴδιο τὸν κανονισμὸ τῆς Συνόδου;
Ὁ κ.Φειδᾶς ὑποστήριξε ὅτι μετὰ τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὅλες οἱ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν οὐσιαστικῶς Σύνοδοι Προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν σ’ αὐτὲς μετὰ τῶν συνοδειῶν τους καὶ τίποτε ἄλλο! Ἀνέφερε χαρακτηριστικῶς ὅτι μόνο στήν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο συμμετεῖχαν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ συμπλήρωσε ὅτι ὑπάρχουν στοιχεῖα καὶ μαρτυρίες ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι στὶς Συνόδους προσκαλοῦνταν συγκεκριμένοι ἐπίσκοποι καὶ δέν μποροῦσε ὁ καθένας νὰ παραστεῖ καὶ νὰ συμμετάσχει. Τὸ πρόβλημα σὲ αὐτὸ ποὺ ἰσχυρίζεται ὁ ὁμιλητὴς εἶναι ὅτι ἐνῶ θέλει νὰ πείσει ὅτι οἱ Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἦταν Σύνοδοι Προκαθημένων, ἀναφέρει στοιχεῖα καὶ μαρτυρίες ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι στὶς Συνόδους προσκαλοῦνταν συγκεκριμένοι ἐπίσκοποι, καὶ ὄχι τὸ ζητούμενο ὅτι δηλαδὴ οἱ μεταγενέστερες Σύνοδοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν Σύνοδοι Προκαθημένων. Ἡ Ε’ Οἰκουμενική Σύνοδος εἴχε συμμετοχὴ 165 πατέρων, ἡ ΣΤ΄ πάνω ἀπὸ 150 πατέρων (πιθανόν πολὺ περισσότερους), ἡ Ζ’ 367 πατέρων, ὅπου συνολικὰ τότε οἱ ἐπίσκοποι τῆς Μίας Ἐκκλησίας ἀσφαλῶς δεν ἦταν τόσοι ὅσοι σήμερα, ποὺ λέγεται ὅτι εἶναι γύρω στοὺς 800, ἐνῶ ἀπὸ αὐτοὺς στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης συμμετείχαν μόνο οἱ 162. Τὸ σημαντικότερο ὅμως δὲν εἶναι ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐπισκόπων καὶ πόσοι συμμετείχαν στὸ παρελθόν καὶ τώρα, ἀλλὰ ἄν ἀποφάσιζαν ὅλοι ἤ μόνο οἱ προκαθήμενοι, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ ὁμιλητὴς καὶ ὅπως αὐτὸ ἔγινε στὴν Κρήτη. Γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅμως αὐτὸ προφανῶς κάθε ἄλλο παρὰ ἀρκεῖ ἡ ἀναφορὰ ποὺ ἔκανε ὁ ὁμιλητὴς ὅτι στὴν ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐζητήθησαν τὰ αὐθεντικὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου προκειμένου νά δοθοῦν στοὺς πέντε Πατριάρχες γιὰ νὰ ἐπικυρωθοῦν «πρός μείζονα κραταίωση”. Γιατὶ πρέπει ἕνα τέτοιο γεγονὸς νὰ μαρτυρεῖ ὅτι ἡ συγκεκριμένη Σύνοδος ἤταν Σύνοδος Προκαθημένων; Πολὺ περισσότερο, γιατὶ πρέπει καὶ ὅλες οἱ Σύνοδοι νὰ ἤταν Σύνοδοι Προκαθημένων; Δὲν γνωρίζουμε ἄν ἔχει κάποιο ἄλλο στοιχεῖο ὁ καθηγητὴς πρὸς τεκμηρίωση ὅσων περὶ Συνόδων Προκαθημένων ὑποστηρίζει, γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ἄν στὴ Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ἀποφάσιζαν μόνο οἱ Προκαθήμενοι, δὲν θὰ ἐνοχλοῦσε τὸν Πάπα καὶ τοὺς φιλενωτικοὺς τὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν ὑπέγραψε, καθῶς ὁ ἴδιος δὲν ὑπήρξε Προκαθήμενος κάποιας τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι μόνο ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἦταν Σύνοδος Προκαθημένων (ἡ ὁποῖα μάλιστα ἔχει τὴν ἄγνωστη στὴν Ὀρθοδοξία ἀξίωση τὸ Συνοδικό σύστημα νὰ «ἀποτελεῖ τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως»), ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀπουσίασαν πλήρως τέσσερις τοπικὲς Ἐκκλησίες, χωρὶς οὔτε στὴ συνέχεια νὰ δεχθοῦν τὶς ἀποφάσεις, ὅπως καὶ ὅτι δὲν καταδίκασε καμιὰ αἵρεση, ποὺ δὲν ξανάγινε αὐτὸ πότε στὶς προηγούμενες οἰκουμενικοῦ κύρους συνόδους, ἀλλὰ ἀντιθέτως προσκάλεσε αἱρετικοὺς τιμητικὰ ὡς παρατηρητές, καὶ ὄχι γιὰ λόγους ἀπολογίας ὅπως πάντα συνέβαινε ὡς τώρα (τὴν διαφοροποίησή αὐτῆς τῆς Συνόδου ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους φανερώνει καὶ ἡ παρουσία δύο γυναικῶν, μίας μοναχῆς καὶ μίας κοσμικῆς, καὶ μάλιστα μὲ σημαντικὴ πολιτικὴ δραστηριότητα στὴ δύση, ὅπως καὶ ἡ πολυετὴς προετοιμασία της ποὺ ἦταν ἄνευ προηγουμένου).
Παρακάτω ὁ καθηγητὴς φανερώνει τὶ εἴδους μεθοδεύσεις χρησιμοποιήθηκαν στὴν Σύνοδο γιὰ νὰ προκύψει τὸ ἐπιδιωκώμενο ἐξ ἀρχῆς ἀποτέλεσμα, ἀναφέροντας μία ἀπὸ αὐτές («τό «μυστικό” τῆς τελικῆς «ἀποτυχίας” τῶν δύο Σέρβων Ἐπισκόπων, τοῦ Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου καί τοῦ Μπάτσκας κ. Εἰρηναίου, νά παρεμποδίσουν καί ἀποτρέψουν τήν προώθηση συγκεκριμένων Κειμένων καί Ἀποφάσεων ἐξασφαλίσθηκε μέ τήν ἐπιλογή τοῦ Πατριάρχου τῆς Σερβίας νά συμμετάσχουν στὴ Σερβική ἀντιπροσωπεία Ἐπίσκοποι τῆς Διασπορᾶς μέ ἄντικρυς διαφορετικές πρός ἐκείνους θέσεις! Αὐτοί ἀποτελοῦσαν τήν πλειοψηφία καί ἔτσι διευκολύνθηκε ἡ ἐπίτευξη συμφωνίας. Πρόκειται γιά τήν περίπτωση τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά γυρίσουν στίς ἐπισκοπές των, ὅπου συνυπάρχουν μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, ἔχοντας ἀποφασίσει ὅτι ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός δέν εἶναι Ἐκκλησία!»). Ὡστόσο αὐτὴ ἡ περίπτωση ποὺ ἀναφέρει ὁ ὁμιλητὴς ἀφορὰ τὴν σέρβικη ἀντιπροσωπεία, ὅπου ἡ συμφωνία δὲν μπόρεσε νὰ ἐπιτευχθεῖ πλειοψηφικά, παρόλα τὰ ὅσα αὐτὸς ἀποκαλύπτει ὅτι συνέβησαν παρασκηνιακὰ πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ, καὶ ὁ Προκαθήμενος ὑπέγραψε τελικὰ μὲ τὴν συμφωνία μόνο τῶν 7 καὶ μὲ 17 νὰ διαφωνοῦν ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπεία του.
Ἐπίσης στὴν συνέχεια ὁ ὁμιλητὴς ὑποστηρίζει ὅτι «ἦταν προαποφασισμένο νά δοθοῦν στούς Σέρβους καί τούς Ἑλλαδίτες ὅ,τι ζητήσουν, γιά νά μή φύγουν! Ἔτσι, ὅλα ἔγιναν δεκτά!». Ἐδῶ ὁ ὁμιλητὴς δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι προσπαθεῖ νὰ πείσει τοὺς πάντες ὅτι αὐτὰ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Σέρβοι ἀποφασίστηκαν, ὁπότε δὲν θὰ πρέπει κανεῖς νὰ διαμαρτύρεται. Τὰ περὶ ἐκφράσεως «ἀνθρώπινου προσώπου», περὶ ἱστορικῆς ὁνομασίας «ἑτερόδοξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν», περὶ εἰσδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων χωρὶς ἀναφορὰ στοὺς σχετικοὺς ἱεροὺς κανόνες (46, 47, 50 Ἀποστολικοὺς κανόνες, 8, 19 Α’, 7, 8 Λαοδικείας, 7 Β’, 95 Πενθέκτης Συνόδου), καὶ χωρὶς διευκρίνιση μὴ ἀποδοχῆς τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων, ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματός τους καὶ ἔτσι τὴν ἀποδοχὴ τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας, ποὺ ἔμμεσα αὐτὴ γίνεται πράξη μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων, τὰ περὶ Συνοδικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖο «ἀποτελεῖ τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως», τὰ περὶ διηρημένου χριστιανικοῦ κόσμου, αὐτὰ τὰ ζήτησαν οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Σέρβοι; Αὐτὰ εἶχε ἀποφασίσει νὰ προτείνει στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας τὸν Μάιο, λίγο πρὶν πραγματοποιηθεῖ αὐτὴ, ἤ εἴχαν κάνει οὐσιωδῶς διαφορετικὰ αἰτήματα;
Ὁ κ.Φειδᾶς συμφώνησε μὲ τὴν Σύνοδο, ποὺ ἀντίθετα στοὺς ἱεροὺς κανόνες ποὺ ἀπαγορεύουν τοὺς μικτοὺς γάμους χωρὶς νὰ προβλέπουν οἰκονομία, ἀποδέχθηκε δυνατότητα οἰκονομίας σὲ αὐτοὺς, δηλώνοντας ὅτι τά γενόμενα δέν ἀπογίνονται, οἱ μικτοί Γάμοι εἶναι μία πραγματικότητα, πού στήν Ἀμερική φθάνει τό 92% τῶν τελουμένων Γάμων καί ὅτι ἡ οἰκονομία ἐν προκειμένω εἶναι ἐπιβεβλημένη. Μήπως ὅμως μὲ αὐτὴ τὴν λογικὴ, ἀφοῦ καὶ οἱ περισσότεροι νέοι τῆς ἐποχῆς μας συνάπτουν προγαμιαίες σχέσεις καὶ πολλοὶ μάλιστα φτάνουν στὸ βαρύτατο ἁμάρτημα τῆς ἔκτρωσης θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχθοῦμε καὶ αὐτὰ; Μήπως ὅμως οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν νὰ ἐντάξουν τὸν τρόπο ποὺ ζοῦν στὰ ἱεροκανονικὰ ὅρια τῆς Ἑκκλησίας, ἐάν θέλουν νὰ ἀνήκουν σὲ αὐτή, ἀντὶ νὰ ἀπαιτοῦν αὐτὰ νὰ διευρυνθοῦν καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβουν, ποὺ βέβαια κάτι τέτοιο σωτηριολογικὰ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πρὸς ὀφελός αὐτῶν; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ποὺ ἀπασχολεῖ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης δὲν εἶναι μόνο ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μικτῶν γάμων εἶναι μεγάλος σὲ κάποια μέρη, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῶν μικτῶν γάμων μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἔμμεση ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων καὶ κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἰσάγει στὴν βαπτισματικὴ θεολογία, πράγμα στὸ ὁποῖο εἶναι πλέον πασιφανὲς ὅτι στόχευε.
Ἄλλωστε ὁ κ.Φειδᾶς ὁμολογεῖ μὲ εἰλικρίνεια τὸ προσωπικὸ του πιστεύω, ἐκφράζοντας ἔτσι ὁπωσδήποτε καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀπὸ τοὺς κύριους συντελεστὲς τῆς Συνόδου, ὅτι «οὐδέποτε ἀμφισβητήθηκε ὅτι ὑπάρχουν Ἐκκλησίες ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας! Σήμερα τό ἀντίθετο, δηλαδή ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχουν (καί) ἄλλες Ἐκκλησίες, εἶναι «θεολογικός νεολογισμός”! Μετά τά συμφωνηθέντα στό Porto Alegre, δέν ὑπάρχει Οἰκουμενισμός. Ἄλλωστε ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι πλέον μία κίνηση ἀναγκαία γιά μᾶς, ἐφ’ ὅσον ἔχουμε τή Διασπορά πού ζεῖ ἐκεῖ μέσα.». Δέχεται δηλαδὴ ὁ ὁμιλητὴς καὶ μάλιστα μὲ μεγάλη βεβαιότητα («οὐδέποτε ἀμφισβητήθηκε») τὰ συμφωνηθέντα μὲ τοὺς Προτεστάντες σὲ κοινὴ δήλωση ποὺ ἔγινε στὸ συνέδριο τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Porto Alegre (2006) ὅτι δὲν ὑπάρχει μόνο Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅτι οἱ 348 ἐκκλησίες ποὺ εἶναι μέλη τοῦ ΠΣΕ εἶναι γνήσιες ἐκκλησίες, ὅπου μία ἀπὸ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ποιὰ ἀλήθεια ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὲς ἐννοεῖ ὅμως ὁ ὁμιλητὴς στὴ φράση του ποὺ ἀναφέρει σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο: «ἡ θεολογία μπορεῖ νά πλανᾶται, ἡ Ἐκκλησία ὅμως ποτέ!»;). Πιθανὸν ἄν κάποιος ζητοῦσε ἁγιοπατερικὰ ἐρείσματα ποὺ νὰ δικαιολογοῦν ἕνα τέτοιο πιστεύω ὡς ὀρθόδοξο, νὰ ἄκουγε ὡς ἀπάντηση τὴν γνωστὴ ἀναφορὰ τοῦ Μέγα Βασιλείου σὲ «ἐκκλησίες», σὲ «ἐνότητα ἐκκλησιῶν» καὶ σὲ «ἀποτμηθήσες ἐκκλησίες». Ὡστόσο οἱ Ἐκκλησίες αὐτὲς στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν τοπικὲς Ἐκκλησίες ποιμνίου ὀρθῆς πίστεως καὶ ὄχι ἑτερόδοξες (ἀρειανόφρονες), ἔστω καὶ ἄν ἡ ἀρειανόφρονη πολιτικὴ ἐξουσία εἶχε ἐπιβάλλει βιαίως ἀρειανόφρονη διοίκηση σὲ αὐτές, δηλαδὴ αἱρετικοὺς ἐπισκόπους, ποὺ ὅμως ἀποβλήθηκαν ἀπὸ τὸ ποίμνιο ποὺ παράνομα τοὺς εἶχε δωθεῖ, χωρὶς ἐκκλησιολογικὰ νὰ τὸ δικαιοῦνται κανονικὰ, ὅταν ἄλλαξε ἠ πολιτικὴ ἐξουσία.
Βέβαια ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχει ἀποδεχθεῖ εὐθέως τὴν ὕπαρξη ἄλλων ἑτερόδοξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως κάνει παραπάνω ὁ ὁμιλητής, ἀλλὰ μόνο ἐμμέσως μέσω τῆς διφορούμενης ἀποδοχῆς τῆς ἱστορικῆς ὀνομασίας τους, ποὺ ἀφήνει περιθώριο σὲ ὅσους αὐτὸ θέλουν νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι αὐτὴ ἡ ὀνομασία εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἕνας τεχνικὸς ὅρος, ὅπως πολλοὶ θεολόγοι τὴν ἔχουν χρησιμοποιήσει ὡς τέτοιον, ἀκόμα καὶ ἅγιοι (ποτὲ ὅμως οἰκουμενικοῦ κύρους Σύνοδος). Τέλος σχετικὰ μὲ τὴν δήλωση τοῦ ὁμιλητὴ «ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι πλέον μία κίνηση ἀναγκαία γιά μᾶς, ἐφ’ ὅσον ἔχουμε τή Διασπορά πού ζεῖ ἐκεῖ μέσα.» ἔχουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐπειδὴ πολλοὶ Ὀρθόδοξοι βρέθηκαν διεσπαρμένοι μέσα σὲ μέρη ποὺ ζοῦν κάθε εἴδους αἱρετικοὶ, αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀφομοιωθοῦν μὲ αὐτοῦς μέσω τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ ποὺ χαρακτηρίζει τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ νὰ χάσουν τὴν ἀληθινὴ πίστη τους. Καὶ στὸ ἐπιχείρημα τοῦ ὁμιλητὴ γιὰ τοὺς μὴ δεχόμενους τὸν οἰκουμενισμὸ καὶ συγκεκριμένα τὴν σύνοδο τῆς Κρήτης ὅτι δὲν ἔχουν νὰ ἀντιπροτείνουν κάτι ἄλλο, ἀπαντοῦμε ὅτι ὅλοι, σὲ συμφωνία μὲ τὶς προφητεῖες τῶν σύγχρονων ἁγίων, θὰ προτιμοῦσαν νὰ μείνουν ἄλυτα τὰ προβλήματα ποὺ ὑποτίθεται θὰ λύνονταν μέσω τῆς Συνόδου, καὶ νὰ μὴ γίνει ἡ Σύνοδος αὐτὴ, παρὰ οὐσιαστικὰ νὰ μείνουν καὶ αὐτὰ ἄλυτα, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργηθοῦν καὶ ἄλλα πιὸ πολλὰ, πράγμα ποὺ ἔγινε μὲ τὴν πραγματοποίηση τῆς Συνόδου.
Ὁ ὁμιλητὴς λοιπὸν τελειώνει λέγοντας ὅτι «Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐπέτυχε τό σκοπό της ἐφ’ ὅσον πραγματοποιήθηκε. Τό ἔργο της κρίνεται ἐπιτυχές. Σ’ αὐτή τή Σύνοδο δέν ἔλειψε ὁ χρόνος, οὔτε ἡ δυνατότητα νά μιλήσει κάποιος πού ἤθελε μέ τή σειρά του. Τό θέμα εἶναι ὅτι ἐπί τῆς οὐσίας κανείς δέν ἤθελε νά μιλήσει καί δέν εἶχε νά προτείνει κάτι. Αὐτά πού γράφονται τώρα εἶναι ἀηδίες!». Ὁ χρόνος «δὲν ἔλλειψε»;! Τουλάχιστον στὶς ἐργασίες ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ ἕκτο κείμενο δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε αὐτό, ὅπου σὲ βαρυσήμαντες φράσεις ἀπορρίφθηκαν τροποποιήσεις καὶ στὴν θέση τους ἐμφανίστηκαν ἄλλες πολὺ διαφορετικές, καὶ αὐτὲς βιαστικὰ ψηφίστηκαν καὶ πέρασαν ἐντὸς λίγων ὡρῶν, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κείμενο νὰ παραμείνει ἀνώριμο, γεμάτο ἀσάφειες καὶ ἀμφισημίες. «Ἐπὶ τῆς οὐσίας κανεὶς δὲν ἤθελε νὰ μιλήσει καὶ δὲν εἶχε νὰ προτείνει κάτι»;! Ποιὸς μπορεῖ νὰ το πεῖ αὐτὸ, ὅταν οἱ Μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος καὶ Περγάμου Ἰωάννης εἶχαν ἀνοίξει οὐσιαστικὸ θεολογικὸ διάλογο, τὸν ὁποῖον ὅμως τὸν διέκοψε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας λέγοντάς τους νὰ τὰ ἀφήσουν αὐτὰ γιὰ τοὺς φοιτητές, καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ «ἀναγκαῖο» γιὰ τὸ ὁποῖο ἦταν ἐκεῖ, δηλαδὴ γιὰ τὰ «κοινωνικὰ ζητήματα» («τὰ μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δὲν εἶναι φοιτητὲς γιὰ νὰ διδάσκονται θεολογία, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὰ φλέγοντα κοινωνικὰ ζητήματα.»); Ἡ ἀλήθεια ἐδῶ μὲ ἄλλα λόγια δὲν εἶναι ὅτι κανεῖς δὲν ἤθελε νὰ μιλήσει «ἐπὶ τῆς οὐσίας», ἀλλὰ ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Συνόδου καὶ τὸ «ἀναγκαῖο» αὐτῆς ἐπίτασσε νὰ ἀποφεύγουν νὰ μιλήσουν «ἐπὶ τῆς οὐσίας» καὶ νὰ μὴ προτείνουν πολλὰ, καθῶς εἶχε τὴν δική της καινοτομημένη «οὐσία» καὶ τὴν δική της μεθοδευμένη στοχοθεσία.
Εὐχαριστοῦμε τὸν κ. Βλάσιο Φειδᾶ γιὰ τὰ ὅσα δήλωσε, τὰ ὁποῖα στάθηκαν ἀφορμὴ γιὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ παρόντος κειμένου, ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Δημήτριο Ἀναγνώστου ποὺ μᾶς τὰ μετάφερε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου