Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

ΕΣΧΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. ΠΑΤΗΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΜΕΜΑΝ.Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.



Ή θρησκεία της σωτηρίας
Βεβαιώνουμε πώς ό Χριστιανισμός είναι ή θρησκεία της σωτηρίας. Όμως σωτηρία από τί; Και πώς αυτή ή σωτηρία κατορθώνεται; Δυστυχώς είναι οι ίδιοι οι χριστιανοί που τόσο συχνά υπεραπλουστεύουν, συσκοτίζουν, και παραμορφώνουν την περί σωτηρίας διδασκαλία δίνοντας λαβές για ανάλογες απλουστεύσεις και παραμορφώσεις από την πλευρά τών επικριτών της θρησκείας.
«Οι χριστιανοί είναι αδύναμα ανθρωπάκια που έχουν ανάγκη σωτηρίας, ενώ εμείς δεν τη χρειαζόμαστε, θα σώσουμε μόνοι μας τούς
εαυτούς μας», «στο μεγάλο αγώνα της ζωής, εσύ είσαι πού πρέπει να επιβάλεις τα δικαιώματα σου και τη “σωτηρία” σου»... Τέτοιες και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις απαξίωσης εκτοξεύουν εναντίον τού Χριστιανισμού όσοι αντίκεινται στη θρησκεία. Γι` αυτό είναι βασικό και ουσιώδες για μάς να κατανοήσουμε τη σημασία τού όρου «σωτηρία» στη γλώσσα της Αγίας Γραφής και τού Χριστιανισμού. Αυτό όμως είναι δυνατόν μόνο μέσα από το πρίσμα όσων είπαμε στα προηγούμενα κεφάλαια για την πτώση τού ανθρώπου. Διότι ασφαλώς το ζήτημα δεν αφορά σε μια σωτηρία από κάποια άναξιοπαθήματα ή κάποιες ατυχείς συγκυρίες τού βίου μας, ούτε σε μια σωτηρία από τις αρρώστιες, τα διάφορα βάσανά μας κ.ο.κ. Αυτό θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο για τούς ίδιους τούς χριστιανούς, οι όποιοι όμως αποζητούν συχνά από τη θρησκεία ακριβώς αυτήν την επιφανειακή βοήθεια,                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            ». 
Πρέπει να τονίσουμε με κατηγορηματικό τρόπο ότι μια τέτοια αντίληψη για τη σωτηρία συνιστά αλλοτρίωση και παραμόρφωση της χριστιανικής διδασκαλίας. Κι αυτό το αποδεικνύει πάνω απ’ όλα εκείνη ή τραγική νύχτα πριν από την προδοσία και το θάνατο, όταν ό Χριστός, μόνος στον κήπο της Γεθσημανή, αγνοημένος από τους κοιμισμένους μαθητές Του, «ήρξατο έκθαμβεΐσθαι και άδημονεΐν» (Μάρκ. 14,33) και προσεύχεται στον Πατέρα: «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».
Αν ό Χριστιανισμός υποτίθεται πώς είναι ή θρησκεία της σωτηρίας από τις συμφορές και τις δοκιμασίες αυτού τού κόσμου, τότε έχει σίγουρα ολοκληρωτικά αποτύχει.
Όχι, αυτού τού είδους ή σωτηρία δεν μάς αφορά. Μάς ενδιαφέρει μάλλον ή σωτηρία από αυτό που αναφέραμε παραπάνω, από αυτήν τη ριζική και τραγική μετάλλαξη που είσήλθε στον κόσμο και παραμένει διαρκώς παρούσα στη σχέση τού ανθρώπου με την ίδια του τη ζωή - μια μετάλλαξη που ό άνθρωπος αδυνατεί να επανορθώσει και να αποκαταστήσει. Το όνομα πού έδωσα σ’ αυτήν τη μετάλλαξη, σ’ αυτήν την -πτώση, είναι «θάνατος» - θάνατος όχι μόνο ως τερματισμός της ζωής, άλλα και ως ανόητη σπατάλη της, ως ξόδεμα κι αφανισμός, ως βίος διαρκούς θανής από τη στιγμή ήδη της γέννησης, ως μετατροπή του κόσμου σε νεκροταφείο, ως ανέλπιδη υποταγή τού ανθρώπου στην πτώση, τη φθορά και το θάνατο.
Δεν είναι ό αδύναμος άνθρωπος που διψά για σωτηρία, άλλα μάλλον ό δυνατός. Ό αδύναμος αποζητά την επιφανειακή βοήθεια - ποθεί τα ημίμετρα της βαρετής ευτυχίας που του προσφέρουν οι διάφοροι ιδεολόγοι, οι συμβιβασμένοι μια για πάντα με το θάνατο. Οι αδύναμοι αρκούνται στο να ζήσουν για λίγο κι έπειτα να πεθάνουν. Οι δυνατοί θεωρούν μια τέτοια προοπτική ανάξια για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αυτή είναι ή απάντησή μας στους επικριτές τού Χριστιανισμού που ισχυρίζονται πώς αφού χρειαζόμαστε σωτηρία, είμαστε εξαιρετικά αδύναμοι. Δεν είμαστε μόνο εμείς που χρειαζόμαστε σωτηρία, άλλα και ολόκληρος ό κόσμος που μαζί με την αληθινή ζωή εικονίζεται μέσα στον άνθρωπο, ή ολότητα της ύπαρξης που φρικιά μπροστά στην παράλογη σύγχυση μιας γης παραγεμισμένης με πτώματα.
Επομένως, ή χριστιανική αντίληψη για τη σωτηρία σημαίνει ανακαίνιση της ζωής, σημαίνει Ζωή αμάραντη και αιώνια, Ζωή για την οποία ό άνθρωπος γνωρίζει πώς είναι πλασμένος. Και το ότι ό άνθρωπος διψά για σωτηρία και τη δέχεται από το Θεό, δεν είναι σημάδι αδυναμίας, άλλα μάλλον δύναμης. Γιατί ό Θεός είναι εκείνη ή Ζωή που ό άνθρωπος απώλεσε υποτασσόμένος ανέκκλητα στον κόσμο, σκορπώντας εντελώς τον εαυτό του στο χρόνο και το θάνατο.
Γνωρίζουμε και πιστεύουμε αυτό που ό ευαγγελιστής Ιωάννης λέει: «Ή ζωή έφανερώθη» (Α' Ίωάν. 1,2). Ό Θεός δεν μάς έσωσε έπιδεικνύοντας τη δύναμή Του, εξασκώντας πάνω μας βία ή χρησιμοποιώντας το φόβο και την τρομοκρατία- δεν μάς έσωσε θαυματουργώντας, αλλά ερχόμενος ανάμεσα μας έντός του κόσμου, υπέρ του κόσμου και υπέρ της ίδιας της ζωής - της ζωής ως κάλλος, σοφία και αγαθότητα, ως κόσμος (κόσμημα) της κτίσης και του ανθρώπου, ως δύναμη ικανή αφ’ εαυτής να μεταστοιχειώσει, να εξαλείψει και να καταπιεί το θάνατο. Κι αυτή ή Ζωή έκανε την εμφάνιση της στον κόσμο όχι ως άλλη μια φιλοσοφική θεωρία, άλλη μια οργανωτική αρχή, άλλα ως Πρόσωπο. Ναι ό Χριστιανισμός διδάσκει και διακηρύττει πώς σε ένα συγκεκριμένο τόπο, σε μια συγκεκριμένη καμπή στο κύλισμα του χρόνου, το πλήρωμα της Ζωής εισήρθε στην ανθρωπότητα με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο τέλειας ανθρώπινης φύσης -το πρόσωπο του Ιησού Χριστού από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.
Ό διανοούμενος, ό τεχνοκράτης, ό αποκαλούμενος   «σύγχρονος άνθρωπος» κουνά το κεφάλι του άπαξιωτικά και αποφαίνεται: «τί ανοησίες!». Κι όμως, ανοησίες ή όχι, είναι αυτό το Πρόσωπο, αυτή ή Ζωή που μέσα στο κύλισμα δύο  χιλιάδων χρόνων άσκησε ασύγκριτη επιρροή στις καρδιές και τις ζωές των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ούτε μία διδασκαλία, ούτε ένα φιλοσοφικό ρεύμα πού να μην μεταλλάχθηκε ή έξαλείφθηκε στη ροή του χρόνου.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                    
 Δεν υπάρχει ούτε μία αυτοκρατορία, ούτε ένας πολιτισμός που να μην ξέφτισε στο χρόνο. ’Αν όμως υπήρξε και αν υπάρχει μέσα στην ιστορία ένα θαύμα, τότε αυτό είναι ή ανάμνηση αυτού του ενός Προσώπου,τοϋ Προσώπου που δεν έγραψε ούτε μία λέξη, που δέ νοιάστηκε μέ κανένα τρόπο για την υστεροφημία Του, που υπέστη έναν ατιμωτικό θάνατο πάνω σ’ ένα σταυρό σαν εγκληματίας, άλλα που ζει μια ζωή πραγματική στις καρδιές εκείνων που Τον πιστεύουν. Είπε για τον εαυτό Του: «Εγώ είμι ή όδός και ή αλήθεια και ή ζωή» (Ίωάν. 14, 6). Σήμερα, μυριάδες άνθρωποι βαδίζουν πάνω σ’ αυτήν την οδό, φυλάττουν αυτήν την αλήθεια, ζουν αυτήν τη ζωή, έτσι ώστε ακόμα και ή πιο ισχυρή κυβέρνηση πού ορίζει και την παραμικρή πτυχή της ζωής των ανθρώπων από τη γέννησή τους μέχρι τον τάφο, και πού ελέγχει κάθε λέξη, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα -ακόμα και μια τέτοια κυβέρνηση-είναι ανίσχυρη μπροστά σ’ αυτήν την πίστη.
Ό Χριστός είναι ό Σωτήρας του κόσμου -αυτό είναι το πιο παλιό χριστιανικό κήρυγμα. Και έσωσε τον κόσμο κι εμάς δίνοντάς μας τη δυνατότητα να ζήσουμε ζωή αμόλευτη από το χρόνο και το θάνατο — σ’ αυτήν τη δυνατότητα φωλιάζει ή σωτηρία μας. Αν ό απόστολος Παύλος, πού για μεγάλο χρονικό διάστημα κατεδίωκε τούς μαθητές του Χριστού, Τον αποδέχτηκε κι έφτασε στο σημείο να διακηρύξει «Έμοι το ζην Χριστός και το άποθανεΐν κέρδος» (Φιλιπ. 1,21), τότε μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πώς μια ριζική αλλαγή έπήλθε στον κόσμο.
Πράγματι, μολονότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να πεθαίνουν όπως πριν και ό κόσμος συνεχίζει να είναι γεμάτος από διαιρέσεις, πόνο και συμφορές, μέσα σ’ αύτόν τον κόσμο έχει ανάψει και συνεχίζει να καίει το φως της πίστης. 
Δεν πρόκειται απλά για την πεποίθηση πώς κάπου, σε κάποιον τόπο πέρα από τους περιορισμούς τούτης της ζωής, ή ύπαρξή μας θα συνεχίσει να ζει -αυτή ή ιδέα εξάλλου υπήρχε και πριν από το Χριστό- άλλα πρόκειται για τον ίδιο τον κόσμο και την ιδία τη ζωή πού απέκτησαν και πάλι νόημα και σκοπό• πρόκειται για τον ίδιο το χρόνο πού καταυγάστηκε από το φώς και για την αιωνιότητα πού έχει ήδη είσέλθει στη ζωή μας εδώ και τώρα. Αιωνιότητα σημαίνει πρώτα απ’ όλα γνώση τού Θεού, τού Θεού πού είναι ορατός σε μάς μέσα από το Χριστό. Δεν υπάρχει πλέον μόνωση,δεν υπάρχει σκοτάδι και φόβος. Είμαι μαζί σας,λέει ό Χριστός,είμαι μαζί σας και τώρα και για πάντα, με το πλήρωμα της αγάπης, το πλήρωμα της γνώσης, το πλήρωμα της ισχύος. Αιωνιότητα είναι ή κληρονομιά της αγάπης που ό Χριστός μάς άφησε - «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι έμοί μαθηταί έστε, εάν άγάπην έχητε έν άλλήλοις» (Ίωάν. 13,35). Και τελικά το όνομα αύτής της αιωνιότητας είναι «ειρήνη και χαρά έν Πνεύματι Άγίω» (Ρωμ. 14,17), και γι’ αυτήν τη χαρά είναι που λέει ό Χριστός «την χαράν ύμών ούδείς αίρει άφ’ ύμών» (Ίωάν. 16,22). Ή σωτηρία δεν είναι τίποτα λιγότερο από όλα αυτά.



ΕΣΧΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ.
ΠΑΤΗΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΜΕΜΑΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου