Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ «Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμί. μὴ φοβεῖσθε».
Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
«Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμί. μὴ φοβεῖσθε».
. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὴν περίπτωσι τοῦἈποστόλου Πέτρου, ποὺ ἐνῶ βάδιζε πάνω στὰ κύματα, ἔπειτα βυθιζόταν, λέγει ὅτι ὁ Κύριος τὴν στιγμὴἐκείνη δὲν κατέπαυσε τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν ἔπιασε λέγοντας «ὀλιγόπιστε εἰς τί ἐδίστασας;». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Κύριος ἔδειξε ὅτι τὴν μεταβολὴ στὸν Πέτρο δὲν τὴν ἔκανε ἡ δύναμι τοῦ ἀνέμου, ἀλλὰ ἡ ὀλιγοπιστία του. Ἂν ἡ πίστι του δὲν ἀσθενοῦσε, τότε εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίση τὸν ἄνεμο. Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἀφήνει τὸν ἀέρα νὰ πνέη, δείχνοντας ὅτι ὁ ἄνεμος δὲν μπορεῖ νὰ κάνη κανένα κακό, ὅταν ἡ πίστι εἶναι σταθερή.
. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπὸ τὴν πείρα τους μᾶς ἔχουν διδάξει ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῶν ἁπλῶν λογισμῶν, γιὰ νὰ μὴν γίνουν χρονίζοντες, ἐναντίον τῶν χρονιζόντων λογισμῶν γιὰ νὰ μὴν γίνουν ἐμπαθεῖς καὶ ἐναντίον τῶν ἐμπαθῶν, γιὰ νὰ μὴ γίνουν συγκατάθεσις, ὁπότε ἐνεργεῖται ἡ ἁμαρτία.
«ΤΟ ΕΜΨΥΧΟΝ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΝ» (Ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ Βαπτιστὴς Ἰωάννης)
Τὸ ἔμψυχον τῆς Χάριτος ὄργανον
Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)«Ὀσμὴ Γνώσεως»Ἐκδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 154-158
«Ὁ γὰρ Ἡρώδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην,
εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον».
(Μάρκ. ϛ´20)
.
Σήμερα ἡ μνήμη τῆς ἀποτομῆς τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Ἔτσι στὸ Εὐαγγέλιο εἴδαμε τὸ μεγάλο ἔγκλημα τῆς ἀποκεφαλίσεως τοῦ
Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου «τῆς τῶν ὁσίων καὶ δικαίων κορυφαίας ἀκρότητος».
Τὸ δὲ φοβερὸ εἶναι ὅτι ὁ Ἡρώδης, ὁ διαπράξας αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, «ἐφοβεῖτο
τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον». Θὰ μᾶς δοθεῖ σήμερα ἡ
εὐκαιρία νὰ δοῦμε μὲ μεγάλη συντομία μερικὲς πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ
Προφήτου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,
ἀνεδείχθη «ἔμψυχον τῆς Χάριτος ὄργανον», «περιφανὲς καταγώγιον τῶν
χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος», «πάσης ἀρετῆς καὶ εὐσεβείας στήλη». Ὄντως
ὑπῆρξε «χαριτωμένος» ἄνθρωπος καὶ μέσα ἀπὸ τὸ πρῖσμα αὐτὸ πρέπει νὰ
ἐξαντληθῆ ὅλη του ἡ ζωή.
Χάρι καὶ ἔλεγχος
. Εἶναι γνωστὰ τὰ περιστατικὰ
ποὺ ὁδήγησαν τὸν Προφήτην στὸ μαρτυρικὸ τέλος. Ὁ Πρόδρομος ἤλεγξε
δριμύτατα τὴν παρανομία τοῦ Ἡρώδη λέγοντας «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν
γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» καὶ αὐτὸ δημιούργησε τὸ μίσος τῆς Ἡρωδιάδος μὲ
ἀποτέλεσμα τὸν θάνατο τοῦ Προφήτου.
. Αὐτὴν τὴν ἐνέργεια τοῦ Βαπτιστοῦ χρησιμοποιοῦν πολλοὶ γιὰ
νὰ δικαιολογήσουν τὶς δικές τους ἐλεγκτικὲς ἐνέργειες. Ὅσοι σήμερα ἔχουν
σκοπὸ τῆς ζωῆς τους νὰ ἐλέγχουν διαρκῶς τὰ κακῶς κείμενα στὴν κοινωνία
καὶ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς ἐπίσης καὶ ὑψηλὰ ἱσταμένους ἀνθρώπους, φέρνουν
σὰν παράδειγμα τὴν περίπτωσι τοῦ Ἰωάννου ἀγνοώντας ἴσως ὅτι αὐτὴ ἡ
περίπτωσι εἶναι ἐναντίον τῆς νοοτροπίας τους. Καὶ νὰ γιατί.
. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἦταν γεμάτος ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔλαβε τὸ
Ἅγιον Πνεῦμα, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἕξ μηνῶν ἔμβρυον στὴν κοιλία τῆς μητέρας
του Ἐλισάβετ. Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εἶπε στὸν πατέρα του Ζαχαρία: «καὶ
Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ» (Λουκᾶ α´ 15).
Καὶ πράγματι. Ὅταν ἡ Παναγία μετὰ τὸν Εὐαγγελισμό της ἐπισκέφθηκε τὴν
Ἐλισάβετ ,ποὺ περνοῦσε τὸν ἕκτο μήνα τῆς κυήσεώς της, «ἐσκίρτησε τὸ
βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς (ὁ Τίμιος Πρόδρομος) καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος
Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε…» (Λουκᾶ α´ 41).
. Καθὼς βλέπουμε ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς μητέρας
του ἐδέχθη «τὴν τελειότητα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» καὶ ἀναγνωρίζει ἐν
Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Χριστό. Μάλιστα κατὰ ὁμιλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ
Παλαμᾶ, ὁ Τίμιος Πρόδρομος «φθάνει καὶ ὑπερβαίνει τὴν ἀμφοτέρων τῶν
Προφητῶν» (Ἠσαΐου καὶ Ἡλιοῦ) τελειότητα ἔτι ἐν ἐμβρύοις ὤν». Ἀναγνωρίζει
τὸν Χριστὸ καὶ ἐπειδὴ ὡς ἔμβρυον δὲν ἔχει φωνὴν «ἀνυμνεῖ ταύτην (τὴν
θεϊκὴν παρουσίαν) ἐκεῖθεν διὰ τῆς μητρικῆς γλώσσης θεολογῶν». Ὄχι μόνον
ἔγινε Προφήτης ἀπὸ ἔμβρυο, ἀλλὰ μετέδωσε τὸ προφητικὸ χάρισμα καὶ στὴν
μητέρα του, τὴν ὁποία κατέστησε Προφήτιδα. Ἔτσι πρὶν ἔλθη ἀκόμη στὸν
κόσμο, ἀνεδείχθη «ὑπερκόσμιος».
. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Προδρόμου ὑπῆρξε θαυμαστή. «Ὑπὲρ
ἅπαντας θαῦμα θαυμάτων ἐστίν». Ἐπιγραμματικὰ νὰ ἐνθυμηθοῦμε ὅτι ἀπὸ
μικρὴ ἡλικία ζοῦσε στὴν ἔρημο, ὅτι ἀξιώθηκε τῆς μεγάλης τιμῆς νὰ βαπτίση
τὸν Κύριο, ὅτι ἐπαινέθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ἔδωσε τοὺς μαθητάς του
στὸν Κύριο. Ἔτσι προετοίμασε τὸ ἔδαφος, ἑτοίμασε τὸν δρόμο γιὰ τὸ
εὐαγγελικὸ κήρυγμα.
. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ δημιουργοῦνται πολλὰ ἐρωτήματα. Μπορεῖ ὁ
Τίμιος Πρόδρομος νὰ ἀποτελέση ὑπόδειγμα γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν λάβει
αἰσθητὰ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, ποὺ δὲν εἶναι «χαριτωμένοι», ἀλλὰ τὶς
περισσότερες φορὲς ἐλέγχουν ἀπὸ δική τους ἐσωτερικὴ ἀνασφάλεια καὶ
ψυχικὴ ἀσθένεια. Μπορεῖ δηλ. ὁ καθένας, ὄντας ἄγευστος τῆς πνευματικῆς
ζωῆς καὶ μὴ ἔχοντας πνευματικὴ ἐμπειρία νὰ ἀσχολῆται μὲ τὸν ἔλεγχο
προσώπων καὶ πραγμάτων; Αὐτὸ τὸ ἔργο τὸ κάνει ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ἁγίων
της, ὅταν χρειασθῆ, καὶ τότε ὁ ἔλεγχος ὠφελεῖ καὶ θεραπεύει.. Εἰρηνεύει.
Χάρι καὶ ἡλικία
. Συνήθως ἐνθυμούμενοι τὴν
μεγάλη αὐτὴ προφητικὴ μορφὴ ὁ νοῦς μας πηγαίνει σὲ ἕνα γέροντα Προφήτη
καὶ ἀγνοοῦμε ὅτι ὁ Πρόδρομος μαρτύρησε γύρω στὰ 30 του χρόνια. Ἐπίσης,
ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς
μητέρας του, πρὶν ἔλθη στὸν κόσμο. Αὐτὸ μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ
ὑπογραμμίσουμε δύο σημεῖα.
. Πρῶτον. Χωρὶς νὰ παραγνωρίζουμε τὴν ἀξία τῆς γενικῆς καὶ
πνευματικῆς πείρας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ζωή, ἐν τούτοις ξέρουμε καλὰ ὅτι ἡ
πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα «ὅπου θέλει πνεῖ». Ἔτσι εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸ
παιδὶ νὰ ἔχη μεγάλη Χάρι καὶ νὰ θεολογῆ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Παναγίου
Πνεύματος, ἐνῶ ἕνας μεγάλης ἡλικίας Χριστιανὸς νὰ ἀγνοῆ ὅλη αὐτὴ τὴν
πορεία τῆς θείας Χάριτος. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ σύνδεσι τῆς
Χάριτος μὲ τὴν ἡλικία. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς
πνευματικῆς τους ζωῆς ἀξιώθηκαν μεγάλων χαρισμάτων τοῦ Παναγίου
Πνεύματος, ποὺ ἄλλοι δὲν ἀξιώθηκαν ποτὲ ἢ ἀξιώθηκαν στὸ τέλος τῆς ζωῆς
τους. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι μέσα στὴν λατρεία καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν
μυστηρίων εἶναι δυνατὸν τὰ παιδιὰ νὰ καταλάβουν πολλὰ πράγματα ποὺ
ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν οἱ μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία.
. Δεύτερον. Οἱ γονεῖς, ἰδιαιτέρως οἱ μητέρες, ἔχουν καθῆκον νὰ προσεύχωνται γιὰ τὰ παιδιά τους, ἰδίως γιὰ τὰ ἔμβρυα ποὺ φέρουν μέσα τους. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι γιὰ νὰ μάθη κανεὶς νὰ προσεύχεται, πρέπει νὰ ὑπάρχουν μερικὲς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι τὸ νὰ ζῆ σὲ μία ἀτμόσφαιρα προσευχῆς καὶ νὰ ἔχει αἷμα προσευχομένων γονέων. Γι’ αὐτὸ οἱ μητέρες πρέπει νὰ προσεύχωνται γιὰ τὰ παιδιὰ τους τόσο κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐγκυμοσύνης, ὅσο καὶ καθ’ ὅλη τὴν ἀνάπτυξί τους. Τότε ὁ Θεὸς θὰ στέλνει τὴν Χάρι Του καὶ θὰ ἐνεργῆ εὐεργετικὰ στὴν ζωή τους.
Χάρι καὶ θάνατος
. Ἡ ἀποκεφάλισι τοῦ Τιμίου
Προδρόμου, δηλ. ἡ βιαία ἔξοδός του ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ φυσικὴ
κατάστασι. Πῶς ἐξηγεῖται αὐτό; Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ ὁ
Πρόδρομος «δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστῆ τὸν φυσικὸ θάνατο, διότι αὐτὸς εἶναι ἡ
καταδίκη τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, τῆς ὁποίας δὲν ἦταν ὀφειλέτης ὁ
ὑπηρέτης τῆς ἐντολῆς, ὁ ὑπήκοος στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς μητρός του.
Οἱ ἅγιοι πρέπει νὰ θυσιάζουν τὴν ζωή τους ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς
εὐσεβείας κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ γιὰ τοὺς ἁγίους τῆς
Ἐκκλησίας κατάλληλος μᾶλλον εἶναι ὁ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ βίαιος θάνατος. Ἔτσι
καὶ ὁ Κύριος ἐγεύθη τοῦ θανάτου. Ὁ Πρόδρομος ἔπρεπε νὰ εἶναι πρόδρομος
καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ…».
. Αὐτὸ συμβαίνει μὲ τοὺς ἁγίους. Ξέρουμε ἀπὸ τὴν
Βιβλικοπατερικὴ διδασκαλία ὅτι ὁ φυσικὸς θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ
πνευματικοῦ θανάτου, τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸν Θεό, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.
Τὸ κέντρον τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο
ἐπιτυγχάνουμε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ καταργεῖται τὸ κράτος τῆς
ἁμαρτίας, ὁπότε φυσικῷ τῷ τρόπῳ πρέπει νὰ καταργῆται καὶ ὁ θάνατος. Ἂν
μετὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὑφίσταται ἀκόμη ὁ θάνατος, αὐτὸ συμβαίνει γιατί
παραμένει τὸ φθαρτὸ τῆς φύσεως, ὄχι πλέον σὰν καταδίκη της ἁμαρτωλῆς
φύσεως, ἀλλὰ σὰν μέσο καταδίκης καὶ καταργήσεως τῆς ἁμαρτίας, ὅπως
ἀκριβῶς μετὰ τὴν ἀναμάρτητη γέννηση τοῦ Χριστοῦ παρέμεινε τὸ φθαρτὸ τοῦ
σώματος χάριν τῶν σωτηριωδῶν παθῶν. Ἔτσι ὁ πιὸ φυσικὸς τρόπος ἐξόδου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ βιαἰα ἔξοδος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πιὸ ἐκλεκτοὶ ἄνθρωποι, φεύγουν διὰ μαρτυρικοῦ θανάτου.
. Ἑπομένως, ἀδελφοί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνη
τὴν θεία Χάρι, τότε ὅλα ἀλλάζουν. Τὰ πιὸ παράξενα γίνονται τὰ πιὸ
φυσικά. Ὁ ἔλεγχος γίνεται θεραπεία καὶ εὐλογία. Ἡ μικρὴ ἡλικία γίνεται
ἄμβων οὐρανίας διδασκαλίας. Τὸ μαρτύριο καὶ ὁ θάνατος γίνονται ὕμνος καὶ
δόξα.
Ἂς ἔχουμε τὶς εὐχὲς τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
ΚΛΗΣΙ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΙΣΙ. ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΤΩΣΙ («Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε…»)
Κλῆσι καὶ ἀπόκλισι. Εὐλογία καὶ πτῶσι.
Ἀπὸ τὸ βιβλίοτοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)«Ὀσμὴ Γνώσεως»Ἐκδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 159-163
«Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα
καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε…».
(Ματθ. κα´ 33 )
. Ὁ οἰκοδεσπότης ἐφύτεψε ἕνα
ἀμπέλι καὶ ἔβαλε γύρω του ἕνα φράκτη. Οἱ γεωργοί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρὸς τῆς
συγκομιδῆς, κακοποίησαν ποικιλοτρόπως τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ
οἰκοδεσπότου. Τελικὰ ἐφόνευσαν καὶ τὸν κληρονόμο τῆς περιουσίας, τὸν υἱὸ
τοῦ Οἰκοδεσπότου. Αὐτὸ ὅμως εἶχε συνέπειες γιὰ τὴν ζωή τους.
. Αὐτὴ μὲ πολὺ λίγα λόγια εἶναι ἡ παραβολὴ ποὺ ἀκούσαμε
σήμερα καὶ μὲ τὴν ὁποία ἤθελε πολλὰ νὰ διδάξει ὁ Κύριος. Τὸ βασικὸ ὄντως
νόημα τῆς παραβολῆς εἶναι ὅτι ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ σκληροκαρδία τῶν
ἀνθρώπων δὲν ἔχουν ὅρια. Οἱ ἄνθρωποι ἀποδεικνύονται ἀνάξιοι τῆς μεγάλης
δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τοὺς Ἰουδαίους γίνεται καὶ μὲ κάθε
Χριστιανό, ἀφοῦ ἡ παραβολὴ ἔχει μία ἐκκλησιολογικὴ ἀναφορά. Θὰ
ἐξετάσουμε στὴν συνέχεια τρία βασικὰ σημεῖα τῆς περικοπῆς.
Ὁ φραγμὸς
. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος
ἀναλύοντας τὴν παραβολὴ λέγει ὅτι μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ὁ Θεὸς
«νόμον ἔδωκεν (στοὺς Ἰσραηλίτες) καὶ πόλιν ἀνέστησεν καὶ ναὸν ὠκοδόμησε
καὶ θυσιαστήριον κατεσκεύασε». Ὁ φραγμὸς εἶναι ὁ Νόμος ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς
γιὰ νὰ φυλάξη τὸν λαό Του ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀποστασία. Ὁ φραγμὸς δὲν
ἦταν γιὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη μόνον ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ
ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι ὁ Θεὸς γιὰ τὴν χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν
πνευματικὴ ζωὴ ἔδωσε τρεῖς Νόμους, ποὺ ἂν καὶ φαίνωνται διάφοροι μεταξύ
τους, ἐν τούτοις ὅμως εἶναι ὁμοιογενεῖς, ἀφοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Λόγου τοῦ
Θεοῦ. Εἶναι πρῶτον ὁ φυσικὸς Νόμος (ἡ συνείδησι) δεύτερον ὁ γραπτὸς
Νόμος, ποὺ δόθηκε στὸν Μωϋσῆ καὶ τρίτον ὁ Εὐαγγελικὸς Νόμος ἢ Νόμος τῆς
Χάριτος.
. Μετὰ τὴν πτῶσι του ὁ ἄνθρωπος σκοτίστηκε καὶ ἔπαθε φοβερὴ
σύγχυσι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ διακρίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ὁ
Θεὸς ἐν τῇ ἀγάπῃ του ἔδωσε τὸν γραπτὸ Νόμο, γιὰ νὰ ὁδηγήση τὸν
ὑπανάπτυκτο πνευματικὰ ἄνθρωπο στὴν κοινωνία μαζί Του καὶ νὰ τὸν
προφυλάσση ἀπὸ τὶς πλάνες. Ὑπ᾽ αὐτὴ τὴν ἄποψι ὁ Νόμος εἶναι σωτηριώδης
φραγμός. Βέβαια ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἔργο τῆς ἐκχύσεως τῶν
ἐνεργειῶν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ ὁ Νόμος βοηθᾶ τὸν ἄνθρωπο νὰ
δέχεται καὶ νὰ διαφυλάσση τὴν θεία Χάρι.
. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ἀναλύει
λεπτομερῶς τὴν εὐεργετικὴ καὶ σωτηριώδη σημασία τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Θὰ
ἀρκεσθοῦμε στὸ νὰ παραθέσουμε μόνον δύο χωρία: «Ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος
καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθὴ» (Ρωμ. ζ´ 12). Ἐπίσης διὰ τοῦ
Νόμου ἀποκτοῦμε ἐπίγνωσι τῆς ἁμαρτίας «διὰ γὰρ Νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας»
(Ρωμ. γ´ 20). Δι᾽ αὐτοῦ φθάνουμε στὴν φυσικὴ γνῶσι, ποὺ εἶναι ἡ
διάκρισι μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Χωρὶς αὐτὴν τὴν διάκρισι ὁ
ἄνθρωπος ζεῖ τὴν παρὰ φύσι ζωή. Ἑπομένως εἶναι μεγάλη ἡ ἀξία τοῦ Νόμου
γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.
. Σήμερα παρατηρεῖται μία ἀναζήτησι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος
φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀκόρεστη ἐπιθυμία νὰ ἀποκτήση προσωπικὲς ἐμπειρίες
ἑνώσεως μὲ τὸν Θεό. Ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ προχωρήση, γιατί δὲν διαθέτει
πρακτικὴ ὑποδομή. Τοῦ λείπει «ὁ φραγμός». Στερεῖται τῆς πρακτικῆς
φιλοσοφίας, ποὺ εἶναι ἡ τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Δὲν γνωρίζει τὸ
θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι εὐάλωτος στὸν πονηρό. Ἄρα ἡ πρακτικὴ
ἀρετὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν ὑψηλῶν πνευματικῶν θεωριῶν. Ὁ
ἅγιος Ἐφραὶμ λέγει ὅτι, ὅπως τὸ σῶμα χωρὶς τὸ πνεῦμα εἶναι νεκρό, ἔτσι
καὶ ἡ γνῶσι χωρὶς τὴν πνευματικὴ ἐργασία εἶναι νεκρά. «Πλάνη ἀνδρὶ τὸ μὴ
εἰδέναι τὰς Γραφάς. Δισσῶς δὲ πλανᾶται ὁ ἐπιστάμενος καὶ καταφρονῶν».
Ἐκεῖνος ποὺ θέτει στὴν ζωή του τὸν «φραγμὸ» τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ,
ἀξιώνεται νὰ προχωρήση στὴν βίωσι τοῦ πνεύματος τοῦ Νόμου, φθάνει στὸν
προφορικὸ λόγο, τὴν προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ
προπτωτικὴ κατάστασι τοῦ ἀνθρώπου.
Βαρλααμισμός Από τον/την Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

Ὁ βαρλααμισμός εἶναι ἕνα συγκεκριμένο ρεῦμα, τό ὁποῖο προηγήθηκε τοῦ Βαρλαάμ καί ἀκολούθησε μετά ἀπό αὐτόν. Στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ θεωρία καί ἡ πράξη τοῦ σχολαστικισμοῦ, πού ἀναπτύχθηκε ἀπό τόν 11ο αἰώνα στόν δυτικό χῶρο καί ἀπέβη ἡ κύρια ἔκφραση τῆς λατινικῆς θεολογίας. Γιά πρώτη φορά οἱ ὀρθόδοξοι ἀνατολικοί γνώρισαν τήν κίνηση αὐτή στό πρόσωπο τοῦ Βαρλαάμ. Ἡ πλειονότητα ἀπό αὐτούς, μέ ὑπέρμαχο τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, τόν ἀντιμετώπισαν ἐπιτυχῶς, μερικοί δέ ἄλλοι ἐπηρεάσθηκαν ἀπό μερικές ἀπόψεις του.
Ἐπειδή δέν θέλω νά ἀδικήσω πρόσωπα καί νοοτροπίες, γι' αὐτό θά ἐπιχειρήσω μιά εὐρύτερη ἀνάλυση γιά τό ποιές ἦταν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, οἱ ὁποῖες κατά διαφόρους τρόπους ἐπηρέασαν καί ἐπηρεάζουν μερικούς σύγχρονους φιλοσοφοῦντες θεολόγους, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται βαρλααμίτες ἤ βαρλααμιστές. Τόν ὅρο βαρλααμίτες τόν χρησιμοποίησε πρῶτος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γιά νά χαρακτηρίση τούς ὀπαδούς τοῦ Βαρλαάμ, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν και ὁ Γρηγόριος Ἀκίνδυνος.
α) Ἡ θεολογική συγκρότηση τοῦ Βαρλαάμ
Κατά τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως μέ τήν περίοδο αὐτή, ὁ Βαρλαάμ ἦταν φορεύς τῆς Ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἄρχισε νά ἀνατέλη στήν ἐποχή του καί θεωροῦσε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο στατικό, περιορίζοντας τήν ἐνέργειά της μόνον στούς βιβλικούς χρόνους καί ἠρνεῖτο τήν τρέχουσα ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τήν ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Συγχρόνως ἀναζητοῦσε μιά νέα αὐθεντία, ἔξω ἀπό τόν Χριστιανισμό, στά πρόσωπα τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας.
Ἔτσι ἑρμήνευε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέ βάση τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί ὄχι μέ βάση τήν ἡσυχαστική παράδοση, ἡ ὁποία διασωζόταν ζωντανή στήν ἀνατολική χριστιανική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, κυρίως στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ὁ Βαρλαάμ ἦλθε σέ διάσταση μέ τόν ἁγιορειτικό μοναχισμό, ὅπως τόν ἐξέφραζε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Ὁ Βαρλαάμ ἦταν φορεύς τῆς Ἀναγεννήσεως, ἡ ὁποία ἄρχισε νά ἀνατέλη στήν ἐποχή του καί θεωροῦσε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο στατικό, περιορίζοντας τήν ἐνέργειά της μόνον στούς βιβλικούς χρόνους καί ἠρνεῖτο τήν τρέχουσα ζωή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τήν ἐμπειρία τῶν μοναχῶν. Συγχρόνως ἀναζητοῦσε μιά νέα αὐθεντία, ἔξω ἀπό τόν Χριστιανισμό, στά πρόσωπα τῶν μεγάλων φιλοσόφων τῆς ἀρχαιότητας.
Ὁ Βαρλαάμ, ὡς πρός τό «γνωσιολογικό κριτήριο», θεωροῦσε ὅτι, σύμφωνα μέ τόν Ἀριστοτέλη, γνωριστό εἶναι μόνο κάθε τί πού προσλαμβάνεται διά τῶν αἰσθητηρίων. Ὡς πρός τό «θεολογικό κριτήριο» θεωροῦσε ὅτι ὁ Θεός, σύμφωνα μέ πλατωνικά καί διονυσιακά πρότυπα, βρίσκεται πέρα ἀπό τά ὅρια τοῦ ἐπιστητοῦ, γι' αὐτό εἶναι πέρα ἀπό κάθε συλλογισμό καί γνώση. Ἔτσι, ὅπως ἔλεγε, δέν μποροῦμε νά κάνουμε λόγο γιά διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, καί δέν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε γνώση τοῦ Θεοῦ, γιατί διαφορετικά θά ἔχουμε γνώση τῆς οὐσίας Του. Ἐπειδή κατ' αὐτόν ἡ ψυχή εἶναι φυλακισμένη στό σῶμα, γι' αὐτό ἀδυνατεῖ νά γνωρίση τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὑπερβατή και ἀπόλυτη, ὁπότε τά ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ εἶναι «πλάσματα τῆς φαντασίας ἤ εἴδωλα» καί γι' αὐτό στήν θεολογία χρησιμοποιοῦνται οἱ διαλεκτικοί συλλογισμοί καί ὄχι οἱ ἀποδεικτικοί, πού στηρίζονται στήν προσωπική ἐμπειρία.
Τό σημαντικό τῆς νοοτροπίας τοῦ βαρλααμισμοῦ εἶναι ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γίνεται βάσει τῆς φιλοσοφίας καί τῶν διαλεκτικῶν συλλογισμῶν καί στοχαστικῶν ἀναλύσεων καί ὄχι βάσει τῆς ζωντανῆς ἐμπειρίας τοῦ ἡσυχα¬σμοῦ, καθώς ἐπίσης ἡ θεολογία, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀντικείμενο ἐμπειρίας τῶν αἰσθήσεων, τῆς φαντασίας καί τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας, καί ὄχι καρπός προ¬σωπικῆς ἐμπειρίας, ὅπως τήν βίωναν οἱ ἡσυχαστές μοναχοί. Ἔτσι, ὅταν ὑποτιμᾶται ὁ ἡσυχασμός, διά τοῦ ὁποίου ἀποκτοῦμε μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «πράξη» καί ἡ «θεωρία», ἀλλά καί ἡ ἄσκηση, κρύβονται μέσα στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό θεωρεῖται ὡς βαρλααμισμός ἤ ἔστω νεοβαρλααμισμός.
Βεβαίως, ὁ Βαρλαάμ δέν παρουσιάσθηκε στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Θεσσαλονίκη ὡς σχολαστικός φιλόσοφος, οὔτε ὡς οὐνίτης μοναχός, ὅπως καί πράγματι ἦταν, ἀλλ' ὡς ὀρθόδοξος μοναχός καί στήν ἀρχή ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση στούς φιλοσοφοῦντες θεολόγους καί σέ ἄλλους Χριστιανούς. Ὅμως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς πού γνώριζε τόν Ἀριστοτέλη καί εἶχε θεοπτικές ἐμπειρίες κατάλαβε πολύ καλά τήν θεολογική διγλωσσία τοῦ Βαρλαάμ, τό ἀστήρικτο θεολογικό του σύστημα, ἀπό πλευρᾶς πατερικῆς παραδόσεως, καί τό «πνευματικό δηλητήριο» πού κρυβόταν κάτω ἀπό τίς ὡραῖες αἰσθητικές καί φιλοσοφικές ἀναλύσεις καί γι' αὐτό τόν ἀπεκάλυψε πλήρως. Ὁπότε, ὁ Βαρλαάμ ἐξαναγκάσθηκε νά ἀναχωρήση ἀπό τόν ὀρθόδοξο χῶρο καί νά καταλήξη στήν λατινική-παπική παράδοση ἀπό τήν ὁποία προερχόταν καί τήν ὁποία ἐξέφραζε.
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΚΕΦΑΛΟ ΤΕΡΑΣ συνεπῶς ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΠΟΛΥΣΩΜΑΤΟ! Ἀπόσπασμα Μηνύματος Μητρ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου
Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε
ἀνθρώπινο σῶμα, χωρὶς νὰ παύση νὰ εἶναι Θεὸς καὶ ὁμίλησε, δίδαξε,
θαυματούργησε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ
ἔστειλε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διὰ τοῦ Ὁποίου ἔκανε τὴν Ἐκκλησία Σῶμα Του.
Ἔτσι, τώρα ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο πνευματική, ἀλλὰ τὸ Σῶμα τοῦ
Χριστοῦ, καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἔχει βαθειὲς
ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅλοι οἱ
Χριστιανοί.
. Ἡ πρώτη ἐκκλησιολογικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ σχέση καὶ
κοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀφηρημένη, ἰδεολογική, συναισθηματική,
ἀλλὰ ψυχοσωματική, ἀφοῦ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή μας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ
καὶ σῶμα, ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό. Μὲ τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρίσμα
γινόμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ τὴν θεία Κοινωνία τρῶμε τὸ
Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ πίνουμε τὸ Αἷμα Του. Ὁ Ἴδιος εἶπε: «Λάβετε φάγετε
τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου», «πίετε ἐξ αὐτοῦ παντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά
μου» (Ματθ. κϛ´ 27-28). Αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνη, ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν
γινόταν ἄνθρωπος. Ἔτσι, τώρα δὲν προσευχόμαστε μόνον στὸν Θεό, ἀλλὰ
μετέχουμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματός Του.
. Ἡ δεύτερη ἐκκλησιολογικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία
δὲν εἶναι ἁπλῶς μία θρησκευτικὴ ὀργάνωση ἢ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ καὶ
φιλανθρωπικὸ σωματεῖο, ἀλλὰ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου κεφαλὴ εἶναι
ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅπως τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔχει μία κεφαλή, γιατί ἂν εἶχε πολλὲς κεφαλὲς θὰ ἦταν τέρας, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία κεφαλὴ ποὺ εἶναι ὁ Χριστός.
Αὐτὸν δεχόμαστε, σὲ Αὐτὸν πιστεύουμε, Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπόλυτος Κύριος τῆς
ζωῆς μας. Καὶ ὅπως ἡ κεφαλὴ ἔχει ἕνα σῶμα, γιατί διαφορετικὰ θὰ ἦταν
τερατώδης ὕπαρξη, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἕνα σῶμα, τὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
. Ἡ ἄποψη ποὺ διατυπώνεται ἀπὸ μερικούς, ὅτι διασπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία καὶ ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν διαφορετικὲς ἀλήθειες, εἶναι κακόδοξη.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη καὶ ὅσοι ἀπομακρύνθηκαν
ἀπὸ αὐτὴν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν γιὰ νὰ ἔχουν κοινωνία μὲ τὴν Κεφαλὴ καὶ
μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώματος, γι’ αὐτὸ στὴν θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου
Βασιλείου προσευχόμαστε: «τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καὶ σύναψον τῇ
ἁγίᾳ σου καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ».
. Ζώντας σὲ μία ἐποχὴ συγχύσεως ἐννοιῶν καὶ πραγμάτων, κυρίως στὰ θεολογικὰ θέματα,
πρέπει νὰ ὀρθοτομοῦμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ὁμολογοῦμε τὴν πίστη μας. Ἕνας
«χριστός», ποὺ καλλιεργεῖ ἁπλῶς τὸ συναίσθημα, ἐνισχύει τὴν κοσμικὴ
ἐξουσία καὶ προωθεῖ τὸ ἐμπόριο εἶναι ἄγνωστος γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
καὶ ἴσως ἀνώφελος γιὰ τὴν κοινωνία. Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα φαίνεται στὸ
γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν Κράτη ποὺ χαρακτηρίζονται ὡς χριστιανικά, τὰ ὁποῖα
ὅμως ζοῦν ἀντιχριστιανικὰ καὶ ἀντιευαγγελικά, καὶ αὐτὸ ἐκδηλώνεται,
ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀπὸ τὸ ὅτι τροφοδοτοῦν μὲ ὅπλα τοὺς ὀπαδοὺς ἄλλων
θρησκειῶν στὴν Μέση Ἀνατολὴ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἑξαφανίζωνται Χριστιανοὶ
ἀπὸ τὴν περιοχὴ αὐτή.
. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὅσο παραμένει κανεὶς στὴν
ἀνόθευτη θεολογία καὶ ζῆ εὐαγγελικά, τόσο ὑμνεῖ καὶ δοξάζει τὸν ζῶντα
Θεό.
[…]
ΠΗΓΗ: osiaefxi.c
«ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ» (-Β´-) «Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ποὺ εἶναι ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν θάνατο, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο, βιώνεται σὲ ὅλες τὶς χῶρες τοῦ κόσμου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς χειρότερες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες».
Ἡ ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος τῶν Χριστιανῶν”
Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Σ. Βλάχου
(Νῦν Μητροπολίτου Ναυπάκτου),
στὸ βιβλίο «Θεραπευτικὴ Ἀγωγή»
-προεκτάσεις στὴν Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία
[Β´]
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας),
ἔκδ. Α´ , 1987, σελ. 214-222.
Μέρος Α´: «ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ» (-Α´)
. Ξέρουμε καλὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ὅτι ὁ Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ζήση τὸ ἴδιο
καλὰ σὲ ὅλα τὰ καθεστῶτα. Γι᾽ αὐτὸν ποὺ ζῆ σύμφωνα μὲ τὰ παραγγέλματα
τοῦ Χριστοῦ ὁ Νέρων, ὁ Διοκλητιανός, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ
Παραβάτης κλπ. εἶναι τὸ ἴδιο. Δὲν τὸν ἐμποδίζουν σὲ τίποτε νὰ ζήση τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ζωή του. Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ποὺ εἶναι ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν θάνατο, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο, βιώνεται σὲ ὅλες τὶς χῶρες τοῦ κόσμου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς χειρότερες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες.
Ἡ πρὸς Διόγνητον ἐπιστολὴ τοῦ Β΄ αἰῶνος εἶναι ἐκφραστική. Οἱ Χριστιανοὶ
“πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολίται
καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξενοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν καὶ πᾶσα
πατρὶς ξένη… Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται.
Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς
νόμους”. Ἐπίσης, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, ὁ Κύριος εἶπε ὅτι οἱ μαθητές
Του θὰ παραμείνουν πρόβατα καὶ ἐν μέσῳ λύκων.
. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: “ἡ ὕβρις οὐκ ἀπὸ τῆς γνώμης τῶν ὑβριζόντων, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς διαθέσεως τῶν πασχόντων ἢ συνίσταται ἢ ἀπολλυται·
οἷόν τι λέγω· ὕβρισέ σε πολλὰ ρητὰ καὶ ἄρρητα· ἂν καταγελάσῃς τῶν
ὕβρεων οὐχ ὑβρίσθης· οὐ γὰρ ἀπὸ τῆς μανίας τῶν ὑβριζόντων, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς
ἀσθενείας τῶν ὑβριζομένων αἱ ὕβρεις καὶ αἱ τῶν ὕβρεων ἀτιμίαι
συνίστανται· ἂν οὖν εἰδῶμεν φιλοσοφεῖν, οὐδὲ ὑβρίζεσθαι δυνάμεθα, οὐδὲ πάσχειν τι τῶν δεινῶν”.
. Συνηθίζουμε νὰ βλέπουμε παντοῦ ἐχθρούς, ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ μᾶς κατασπαράξουν. Αὐτὸ δείχνει τὴν ἀνυπαρξία αὐτογνωσίας καὶ ἀγάπης.
Δὲν ὑπάρχει οὔτε αὐτογνωσία οὔτε ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ Χριστὸς δὲν
ἔβλεπε ποτὲ τὸν ἄνθρωπο σὰν ἐχθρό, ἀλλὰ σὰν ἄρρωστο ποὺ ἔπρεπε νὰ
θεραπευθῆ. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
. δ) Ὅταν χρειασθῆ νὰ μιλήσουμε, τότε ὁ λόγος ποὺ θὰ
χρησιμοποιηθῆ πρέπει νὰ εἶναι λόγος τοῦ Λόγου, ἔκφραση βαθυτάτης ἡσυχίας
καὶ οὐσιαστικὰ ἀποκάλυψη Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴ κάνουμε κανένα κακὸ στοὺς
ἀνθρώπους καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο τῶν ἁγίων
μαρτύρων ἦταν κυρίως καὶ πρὸ παντὸς καρπὸς θεωρίας. Οἱ ἅγιοι ἀπέκτησαν
ἐσωτερικὴ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Θεὸ καὶ ἔδωσαν τὴν
μαρτυρία γι’ Αὐτὸν τὸν “γνωστὸ” Θεό. Ἂν δὲν ἔχουμε ἀποκάλυψη ἢ θεωρία,
δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε εὔκολα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν φθάσαμε σὲ αὐτὴ τὴν
κατάσταση, τουλάχιστον νὰ καθοδηγούμαστε ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ βιώνουν
αὐτὴν τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει κάποτε νὰ μάθουμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη
νὰ λαμβάνουμε διαβεβαίωση τοῦ ἀγῶνος, τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας ἀπὸ
ἁγίους ποὺ ζοῦν μέσα στὴν ἀποκάλυψη καὶ ἔχουν ἐγγύτητα πρὸς τὸν Θεό,
ἑνότητα μαζί Του. Πόσοι ἀπὸ μᾶς κατέθεσαν τὶς πράξεις καὶ τοὺς λόγους
τους σὲ συγχρόνους θεόπτας Πατέρας γιὰ νὰ τὶς ἀνακρίνουν;
. Πέρα ἀπὸ αὐτά, ἂς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ ὑπομνήσω καὶ ἕναν ἄλλο
τρόπο δράσεως σὲ αὐτοὺς τοὺς συγκεχυμένους καὶ πολυτάραχους καιρούς. Ἀντὶ νὰ ἀντιπαρατιθέμεθα πρὸς τοὺς λεγομένους “ἀθέους” καὶ ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας, παρασυρόμενοι στὶς ἀνθρωποκεντρικὲς διαμάχες, ἔστω πρὸς χάριν τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀμυνθῆ, θὰ πρέπει νὰ προχωρήσουμε σὲ μία οὐσιαστικὴ δουλειά. Νὰ
προσφέρουμε ὑγεία στὸν λαό. Δηλαδὴ νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὸ ὀρθόδοξο
πνεῦμα, νὰ μεταμορφώσουμε τὸν λαὸ μὲ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα. Νὰ τὸν
βοηθήσουμε νὰ φθάση στὴν προσωπικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὁπότε τίποτε δὲν θὰ
μπορέση νὰ τὸν κλονίση.
. Καμιὰ ἀνθρώπινη δύναμη, ὅσο ἐμπαθὴς κι ἂν εἶναι, δὲν
θὰ μπορέση νὰ τὸν ἐπηρεάση. Νὰ εἰσαγάγουμε τὸν λαὸ στὴν ἀποφατικὴ μέθοδο
τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, τόσο στὴν διδασκαλία ὅσο καὶ στὴν ζωή. Καὶ
ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ προσφέρεται κυρίως διὰ τῆς προσευχῆς, ἡ
ὁποία δὲν ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ ἰδίως τὴν Θεία
Κοινωνία, θὰ πρέπη νὰ ἐνδιαφερθοῦμε σοβαρὰ γιὰ τὴν εἴσδυση τῶν πιστῶν
στὸν γνόφο τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
«Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ἢ ΑΝΑΖΗΤΑΤΑΙ, ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΛΕΣΘΗ» (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)
Ἀποσπάσματα Ἑπιστολῆς τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
ὅπου ἀποκαλύπτει κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του
(βλ. σχετ.: «ΔΕΝ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ “ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ”, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟΝ ΑΙΡΕΣΕΙΣ καὶ ΣΧΙΣΜΑΤΑ. Ἡ
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἀπώλεσε τὴν “ἑνότητα τῆς πίστεως
καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος” καὶ δὲν δέχεται τὴ θεωρία τῆς
ἀποκατάστασης τῆς ἑνότητας τῶν “εἰς Χριστὸν πιστευόντων”» (Ὁμολογιακὸ
ὑπόμνημα Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου)
τὰ θεολογικὰ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ τῶν κειμένων
ποὺ θὰ εἰσαχθοῦν στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο τὸν προσεχῆ Ἰούνιο.
Ἠλ. στοιχειοθεσία ἀποσπασμάτων: «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»
Στὸ τέλος ἀκολουθοῦν αὐτούσιες καὶ οἱ δύο Ἐπιστολές
. Τίθενται ἐρωτήµατα: Μὲ τὴν φράση: «τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα» ἐννοεῖται τὸ νὰ ἐπανέλθουν οἱ ἐκτὸς αὐτῆς (τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) εἰς τὴν ἑνότητα; Τότε, πῶς γράφεται ἀλλοῦ ὅτι οἱ διµερεῖς θεολογικοὶ διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µὲ τὴν συµµετοχή της στὴν Οἰκουµενικὴ Κίνηση γίνονται «ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν (Ἑπτὰ Οἰκουµενικῶν Συνόδων, τῆς ἀπολεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» (ἄρθρ. 5); Δηλαδή, ἡ ἑνότητα γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεδοµένη ἢ ἀναζητᾶται, ἐπειδὴ ἔχει ἀπολεσθῆ;
. Ἐρωτᾶται: Γιατί ἡ φράση τῆς ἐπικεφαλίδας «πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσµον» κατέληξε στὴν φράση «ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»; Ὑπάρχουν Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες ἐκτός τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας; Ἐπίσης, µὲ τὴν ὑπενθύµιση τῶν συγκεκριµένων Κανόνων τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων ὑπονοεῖται ἡ «βαπτισµατικὴ θεολογία» ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁµολογιῶν»;
. Στὸ περιεχόµενο ὑπάρχουν µερικὲς ἀσάφειες, ὡσὰν νὰ «ἀναγνωρίζωνται» καὶ ἄλλες Ἐκκλησίες, ἐκτός τῆς Μίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὡσὰν νὰ ἐπιχειρῆται ἡ ἑνότητα, ἀπὸ τὴν ὑπάρχουσα διάσπαση.
. Ἀντὶ στὸ κείµενο νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἄνθρωπου, γίνεται λόγος γιὰ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου». Οἱ Πατέρες, ὅµως, ἐπιµένουν συνεχῶς στὸν τονισµὸ τῆς ἐννοίας «ἄνθρωπος», ἐνῶ τὸ «πρόσωπον» ἀποδόθηκε στὸν Θεό. Δὲν γνωρίζω πατερικὰ κείµενα ποὺ νὰ ὁµιλοῦν γιὰ τὴν «ἱερότητα» καὶ τὴν «ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», πράγµα τὸ ὁποῖο εἶναι ἔργο τῆς ρωσικῆς θεολογίας, ὅπως ὁµολογεῖ σαφῶς ὁ Λόσσκυ καὶ στὴν πραγµατικότητα εἶναι ἄποψη τῆς µεταπατερικῆς θεολογίας.
ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.g
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


