Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

Επιτάφιος: Η μέχρι θανάτου αγάπη

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Όλοι μας έχουμε ανάγκη να μας αγαπούν και να μας το δείχνουν, με λόγια και έργα, γιατί από αγάπη δημιουργηθήκαμε και με την αγάπη συντηρούμαστε στη ζωή.  Νιώθοντας την αγάπη, μπορούμε να τολμούμε τα δύσκολα, να συνεχίζουμε την πορεία, ν’ αντέχουμε στις δοκιμασίες.
Αν η ανθρώπινη αγάπη έχει τόση δύναμη, ακόμη πιο πολλή έχει η αγάπη του Θεού μας.  Γιατί ο δικός μας Θεός, ο Θεός των Πατέρων μας, μας αγαπά παράφορα και χωρίς όρια.  Το απέδειξε με το να μοιραστεί μαζί μας την ανθρώπινη ζωή, τον πόνο, το θάνατο.  Κι ακόμα: «την κόλαση ως κατάσταση ύπαρξης, τη στέρηση δηλαδή και την απώλεια του Θεού από την οποία ο άνθρωπος πεθαίνει.  Αυτό φανερώνει εκείνη η κραυγή του Χριστού πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Ματθ.27,46) – αυτή την εμπειρία όχι μόνο τού να εγκαταλείπεσαι από το Θεό αλλά και να στερείσαι το Θεό.  Και η προθυμία του Θεού να μοιραστεί τη δική μας απώλεια του Θεού, σημαίνει κάθοδο μαζί μας στον Άδη» (Μητρ. Antony Bloom)[1].
Ο Επιτάφιος, στον οποίο προσερχόμαστε για να προσκυνήσουμε ευλαβικά κάθε Μεγάλη Παρασκευή, μας δείχνει το μοίρασμα της ζωής και του θανάτου μας από το Θεάνθρωπο.  Εδώ μπορεί ν’ ακουμπήσει ο κάθε πονεμένος, ο κάθε απογοητευμένος, ο κάθε αμαρτωλός, βέβαιος ότι δεν είναι μόνος.
Η αγάπη του Χριστού για τον κάθε ένα, που τον οδήγησε μέχρι το θάνατο, είναι η μόνη ασφάλεια και βεβαιότητα που μπορεί να κάνει:
  • τον αμαρτωλό να μετανοήσει
  • τον απογοητευμένο να ελπίζει
  • τον αγχωμένο να ηρεμήσει
  • το λυπημένο να χαρεί
  • τον πονεμένο ν’ αντέξει
  • το θλιμμένο ν’ αναπαυτεί
Όμως, όσο πραγματικά και αληθινά να είναι τα πιο πάνω, αν δεν βιωθεί στην καρδιά δυναμικά η αγάπη του Θεού, θ’ ακούγονται ως «λόγια χωρίς αντίκρισμα».  Μια αγάπη όμως που έρχεται στην ταπεινή και συντετριμμένη καρδία κι όχι στη σκληρή και εγωκεντρική.
Στη σύγχυση των προβλημάτων, στην ακαταστασία του μέσα και γύρω μας κόσμου, στον όποιο πόνο και στην όποια απογοήτευση, ας είναι η προσέλευση, το άγγιγμα και η προσκύνηση του Επιταφίου, η έκφραση της επιθυμίας μας να γευτούμε πιο πολύ τη Θεϊκή αγάπη και ν’ ανταποκριθούμε στο κάλεσμά της.
«Κύριε Ιησού Χριστέ, εσταυρωμένη αγάπη, η μέχρι Άδου καταβαίνουσα, έλα στη συγχισμένη μας ζωή, στο μέσα μας σκοτάδι, στη σκληρή καρδιά μας, και άρπαξέ μας οδηγώντας μας στο Φως Σου,  για να νιώσουμε την αγάπη Σου˙ και να σε αγαπήσουμε˙ κι αγαπώντας Σε ν’ αγαπήσουμε τα παιδιά Σου και αδέλφια μας, τους «εγγύς και τους μακράν», εκφράζοντάς τους, όπως εσύ σε μας, τη συμπόρευση, το μοίρασμα, τη θυσία.  Αμήν!».

[1] Μικρό Συναξάρι, εκδ. Εν πλω, 2010, σελ. 85.

Πάσχα: Ευφροσύνη αιώνιος

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Μέσα από τον τάφο, το χειροπιαστό σημείο του θανάτου, πετάγεται η Ζωή!
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Όταν όλα του κόσμου τούτου, η αποτυχία, το μίσος, η εγκατάλειψη των οικείων, η φθορά και ο θάνατος κυριαρχούν, Εκείνος τα νικά και Ανασταίνεται!
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Όμως δεν είναι μια νίκη που συνήθως συντρίβει τους ηττημένους ούτε η Ανάστασή Του είναι για τον εαυτό Του.
Η αγάπη νικά το θάνατο κάθε μορφής και «ἐχαρίσατο ἡμῖν Ζωήν τήν αἰώνιον».  Ένεκα αγάπης προς τον άνθρωπο γίνεται άνθρωπος κι ένεκα αγάπης πεθαίνει και ανασταίνεται.  «Κραταιά ὡς θάνατος ἀγάπη» (ἆσμ.8,6).
Στηριγμένοι κι εμείς σ’ αυτή τη δυνατή αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μπορούμε:
  • να ελπίζουμε πως τα αδιέξοδά μας θα έχουν ημερομηνία λήξης∙
  • να προσδοκούμε τη μεταμόρφωση του εαυτού μας, ό,τι και να είμαστε∙
  • να αναμένουμε την «εκ νεκρών ανάστασιν» των αγαπημένων μας και
  • να βεβαιωνόμαστε για την πέραν του τάφου ζωή κι άρα τη συνέχιση της ύπαρξής μας.
Δεν είναι το Πάσχα μια από τις πολλές γιορτές της Εκκλησίας μας, αλλά η «ἑορτή τῶν ἑορτῶν».  Γι’ αυτό μια μεγάλη περίοδος του χρόνου πριν απ’ αυτό – το Τριώδιο – και μια άλλη μετά απ’ αυτό – το Πεντηκοστάριο – εξαρτώνται από το Πάσχα.  Κι ακόμα, το Πάσχα δεν είναι μόνο των «Ελλήνων Πάσχα» ούτε μόνο για τους Ορθοδόξους «όπου γης», αλλά για όλο τον κόσμον, για όλους τους ανθρώπους, για όλη τη φύση.  Όπως και για όλους τους «ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένους».
«Οὐρανοί μέν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν,
γῆ δέ ἀγαλλιάσθω,
ἑορταζέτω δέ κόσμος,
ὁρατός τε ἅπας καί ἀόρατος. 
Χριστός γάρ ἐγήγερται,
εὐφροσύνη αἰώνιος»
                                                                        (Ὠδή α΄, Κανόνας Ἀναστάσεως)
Ναι, ό,τι και να μας συμβαίνει, όπως και να ζούμε, όσα προβλήματα και να υπάρχουν, ας μην τα θεωρήσουμε έτσι ώστε να γίνουν πιο πάνω από την Ανάσταση του Κυρίου και καλύψουν τη χαρά.  Νικήθηκε ο θάνατος δια του θανάτου!  Κι ο δικός μας θάνατος (δυσκολίες, αμαρτίες, ασθένειες) θα νικηθεί αν στηριχτούμε στο μοναδικό νικητή του θανάτου, τον Ιησού Χριστό!
Μαζί με όλο τον κόσμο, «πάλιν καί πολλάκις», με το νου, την καρδιά και το στόμα ας λέμε το χαρμόσυνο χαιρετισμό, το μόνο ουσιαστικό και «καινόν ὑπό τόν ἥλιον».
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!

«Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»! π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Τελικά, εκεί που ταλαιπωρείσαι με τα ερωτήματα για την αλήθεια της ύπαρξης, της παρουσίας και της αγάπης Του, έρχεται Εκείνος και τα διαλύει όλα, όπως την αγκαλιά των ερωτευμένων. «Νυμφίος γάρ ἐστι»…
Ποια λογική και ποια επιχειρήματα μπορούν να σταθούν μπροστά στη Χάρη που βιώνει η καρδιά, όταν θελήσει να έλθει και μάλιστα, κάποτε, σε τόπον άνυδρον, άψυχον και ακατάστατον;
Παραθέτουν (και καλά κάνουν όσοι μπορούν να το κάνουν) «αποδείξεις περί Αναστάσεως του Χριστού». Όσοι όμως πειστήκαν και αλλάξαν την πορεία της ζωής τους, δεν το έκαναν γιατί κάποιος τους έπεισε με τα λόγια του, αλλά γιατί οι ίδιοι μέσα τους βεβαιωθήκαν ότι «Ανέστη ο Κύριος όντως», αρχίζοντας ίσως να ψάχνουν από όσα άκουσαν από άλλους.

Η περίπτωση του Αποστόλου Θωμά θα σηματοδοτεί την ανθρώπινη ταλαιπωρία που αναζητά να συναντήσει το Θεό της καρδιάς, στηριγμένος στο «ἐάν μή ἴδω ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ τόν τύπον τῶν ἥλων, καί βάλω τόν δάκτυλόν μου εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων καί βάλω τήν χεῖρα μου εἰς τήν πλευράν αὐτοῦ, οὐ μή πιστεύσω» (Ιω. 20,25). Αλλά συγχρόνως, θα μας υποδεικνύει πως ο Θεός μας έρχεται ακόμα και για ένα άνθρωπο που αληθινά Τον αναζητά, έστω και με λάθος τρόπο.
Η αποκάλυψη του Αναστάντος κι όχι η ανακάλυψη του ανθρώπου οδηγεί στην πίστη ως σχέση. Γιατί, ποια σημασία μπορεί να έχει η λογική αποδοχή της ύπαρξης του Θεού αν η καρδιά δεν αισθανθεί την παρουσία και την αγάπη Του; Κι αν την αισθανθεί, ποια σημασία έχουν τα λογικά επιχειρήματα;
Αυτό το «ο Κύριός μου και ο Θεός μου!», καταργεί όλες τις απαιτήσεις του μυαλού και βεβαιώνεται μεγαλόπρεπα η πίστη ως βεβαιότητα προσωπικής σχέσης μαζί Του.
Όσα και να ακούσει κανείς από άλλους που Τον είδαν και Τον άκουσαν και Τον ψηλάφησαν (Α΄ Ιω. 1,1) σίγουρα η προσωπική εμπειρία δεν συγκρίνεται. Όχι για να πειστεί η λογική ούτε ως ευκαιρία καύχησης, αλλά ως σιγουριά της γνώσης της αγάπης Του. Τότε ξέρεις χωρίς να πειστείς και απαντούνται τα ερωτήματα χωρίς απάντηση. Αποδέχεσαι το δικό σου σταυρό χωρίς παράπονο, αισθανόμενος ότι Αυτός που σε αγαπά «μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού», δεν θα σε εγκαταλείψει, αλλά σου ετοιμάζει την προσωπική σου ανάσταση.

Ο Θωμάς δέχτηκε την προσωπική αποκάλυψη του Αναστάντος Κυρίου του στη σύναξη των αδελφών του αποστόλων. Στη σύναξη των αδελφών μας, μέσα στην Εκκλησία ως σχέση με τους άλλους κι όχι απορρίπτοντάς τους, με τρόπο, για μια ατομική σωτηρία, θα μας αποκαλυφθεί ο Χριστός, ως κεφαλή της Εκκλησίας. Γιατί  το ατομικό είναι εγωιστικό. Το προσωπικό δείχνει την ιδιαιτερότητα του προσώπου. Κι ως πρόσωπα μας αποκαλύπτεται με τρόπο προσωπικό, δηλαδή ξεχωριστό και μοναδικό, κατανοητό στον καθένα.
Τότε δέχεσαι την αποκάλυψή Του ως έκφραση της προσωπικής Του αγάπης, συντρίβεσαι και ανορθώνεσαι και ομολογείς με όλη την ύπαρξή σου «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Η έξυπνη κίνηση (Η περίπτωση των Μυροφόρων γυναικών) π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

(Η περίπτωση των Μυροφόρων γυναικών)
          π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Η Τρίτη Κυριακή από το Πάσχα ονομάζεται Κυριακή των Μυροφόρων. Στην Εκκλησία διαβάζεται το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη διαδικασία της ταφής του Κυρίου από τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία και την πορεία των Μυροφόρων γυναικών προς τον τάφο την επομένη ημέρα από το Σάββατο. Τόσο στον Ιωσήφ όσο και στις Μυροφόρες διαφαίνεται μια τόλμη, αφού η ατμόσφαιρα των ημερών είναι αρκετά απογοητευτική, ζοφερή και καθόλου ελπιδοφόρα. Ο Κύριός τους είναι νεκρός!
Αν και τα Ευαγγέλια γράφτηκαν αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα, ωστόσο τα καταγράφουν με μια αμεσότητα, χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης ζοφερών σημείων και με ειλικρίνεια. Κι εμείς, αρκετούς αιώνες μετά, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι είναι αληθινά, στο σημείο που επιβεβαιώνουν τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες.
Στη ζωή μας υπάρχουν φορές που όλα γύρω μας είναι μαύρα. Κάθε ελπίδα έχει εκπνεύσει, καμία βοήθεια δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, από πουθενά δεν μπορούμε να πιαστούμε. Βρισκόμαστε μπροστά στην άβυσσο και στη «σκιά του θανάτου». Σ’ αυτή την οριακή κατάσταση, όπου κι ο Θεός μας φαίνεται να «έχει πεθάνει», να μην υπάρχει, βιώνουμε ό,τι εβίωσαν τότε οι μαθητές του Χριστού την Παρασκευή και το Σάββατο.
Ωστόσο οι Μυροφόρες γυναίκες, «Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη», αφού ετοιμάστηκαν από την προηγούμενη με την αγορά των αρωμάτων, όταν ο κόσμος κοιμόταν, πολύ πρωΐ, «έρχονται επί το μνημείο» - στο σημείο δηλαδή που βεβαιώνει το αμήν της ανθρώπινης ιστορίας. Αλλά, επειδή Αυτός που τοποθετήθηκε στον τάφον αυτό δεν είναι μόνο άνθρωπος, το μνημείο γίνεται η απαρχή της Ζωής, ο τάφος ζωηφόρος και ο θάνατος πεθαίνει.
Ενώ οι μαθητές μένουν στην εμπειρία του θανάτου, οι Μυροφόρες με το να νικήσουν τη μέσα τους απόγνωση και να κάνουν την κίνηση προς τον τάφο, που η καρδία τους υπαγόρευε, έζησαν την εμπειρία της Ανάστασης.
Στις φορές εκείνες που η ζωή μέσα μας φαίνεται να πεθαίνει, η «έξυπνη κίνηση» προς τη Ζωή, το νικητή του θανάτου, ως την τελευταία ελπίδα, θα ζωογονήσει την ύπαρξή μας και θα ανατρέψει την πορεία της ζωής μας, μεταποιώντας το θάνατο σε ζωή.
Ο άνθρωπος που πιστεύει ότι «Ανέστη ο Κύριος όντως», δε μπορεί ν’ απελπίζεται ούτε για τα προβλήματά του, ούτε για τα πάθη του και τις αποτυχίες του. Ποια σημασία μπορεί να έχει ο εαυτός μας, όποιος και να είναι, μπροστά στην Αναστάντα Κύριο; Εκείνος κατευθύνει τη ζωή μας, αν την εμπιστευτούμε στα χέρια Του με πλήρη εμπιστοσύνη, ακόμα και τότε που όλα μέσα και γύρω μας δείχνουν θάνατο. Ο νικητής του θανάτου αδυνατεί να νικήσει το δικό μας θάνατο;

Η πραγματική παραλυσία π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Η περίπτωση του παραλύτου της Βηθεσδά, που η εκκλησία μάς παρουσιάζει την τέταρτη Κυριακή του Πάσχα, νομίζω ότι κρύβει μια παρεξήγηση.
Ο Χριστός πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα, πλησιάζοντας η Μεσοπεντηκοστή, και κατευθύνεται προς τη δεξαμενή που γύρω της ανέμεναν τη θεραπεία τους «πλήθος πολύ των ασθενούντων», τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι. Γιατί κατά διαστήματα άγγελος Κυρίου κατέβαινε στη δεξαμενή και «εταράσσετο το ύδωρ», ώστε ο πρώτος που έμπαινε στο νερό να θεραπεύεται από οποιαδήποτε ασθένεια. Εκεί, λοιπόν, συναντά ο Κύριος τον παράλυτο που ανέμενε 38 χρόνια τη θεραπεία του. Μάταια όμως, καθώς «δεν είχε άνθρωπο» να τον βοηθήσει, ώστε  πρώτος να μπει στην κολυμβήθρα, κατά την ομολογία του προς τον Χριστό που τον ρωτά αν θέλει να γίνει καλά.
 Αυθόρμητα θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι ο κόσμος γύρω του ήταν σκληρός, απάνθρωπος, άσπλαχνος μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Όμως, μήπως τελικά ο ίδιος ήταν η αιτία που «δεν είχε άνθρωπο»; Πώς είναι δυνατό για 38 χρόνια να μην είχε δημιουργήσει μια σχέση που θα τον οδηγούσε στη θεραπεία του; Άραγε η δική του σκληρότητα, ο δικός του εγωκεντρισμός και η δική του παραξενιά ήταν τα αίτια της απομόνωσης  του και γι’ αυτό η συνεχιζόμενη αναπηρία του;
Σήμερα δεν υπάρχει η «κολυμβήθρα της Βηθεσδά» στα Ιεροσόλυμα. Κι ούτε χρειάζεται. Υπάρχει η Εκκλησία του Χριστού, όπου γης, που δέχεται όλους ό,τι και να ’ναι, όπως και να ’ναι. Μέσα εκεί, ως τρόπος ζωής, μεταμορφώνεται ο καθένας. Γίνεται ο εγωιστής, ταπεινός. Ο φίλαυτος, άνθρωπος αγάπης. Ο σκληρός, σπλαχνικός. Ο άσωτος, τέκνο Θεού.
Η μεταμόρφωση, βέβαια, δεν γίνεται με τρόπο μαγικό, εύκολο και άμεσο, χωρίς την ενεργό και πρακτική συγκατάθεση τού ανθρώπου. Χρειάζεται άσκηση, προσπάθεια, χρόνο και τρόπο, που θα κάνει τη χάρη του Θεού να καρποφορήσει «καρπόν εκατονταπλασίονα».
Οι όποιες προσωπικές ατασθαλίες, αναπηρίες και αμαρτίες, δεν προέρχονται πάντα από τους άλλους. Κι αν αυτό συμβαίνει, η ευθύνη για το πώς θα σταθούμε σ’ αυτές είναι δική μας και μόνο. Τα γεγονότα της ζωής μπορεί να μην προέρχονται από μας, όμως από μας πηγάζει η θετική ή αρνητική στάση.
Ο παράλυτος στη Βηθεσδά μετέφερε στους άλλους την αιτία της συνέχισης της αναπηρίας του, που εξέφραζε την αναπηρία της ζωής του. Πόσες φορές δεν είμαστε και ’μείς όπως εκείνον!..
Ο Χριστός ανατρέπει τα καθιερωμένα και μας ανοίγει τα μάτια για να δούμε την αλήθεια που ελευθερώνει και σώζει. Αυτό πραγματώνεται σ’ όσους θέλουν με ειλικρίνεια. Τότε μια νέα ζωή αρχίζει γι’ αυτούς «μέσα στο φώς του Χριστού». Αλλιώτικα βλέπουν τον κόσμο, τον εαυτό τους, τη ζωή. Η παραλυσία που κυριαρχούσε στην ύπαρξή τους υποχωρεί. Τώρα μπορούν να βαδίσουν χωρίς εξαρτήσεις από τους άλλους, αλλά μαζί με τους άλλους να χαρούν το δώρο της ζωής και να ευχαριστούν από καρδιάς το Δωροδότη.

Εκκρεμότητες π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Ζούμε με ανθρώπους ατελείς, ασθενείς, ελλιπείς.  Όπως, βέβαια, είμαστε κι εμείς!  Αφού δεν έχουμε φτάσει στην α-πάθεια, το φωτισμό του Θεού, όπου θα μπορούμε να πούμε «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός», σημαίνει πως ο άτσαλος εαυτός μας θα μας ταλαιπωρεί και θα ταλαιπωρεί.
Δεν είναι τα πιο πάνω δικαιολογία για όσα λέμε ή κάνουμε που δυσκολεύουν τους γύρω μας, τους πληγώνουν και τους φέρνουν, ενδεχομένως, και σε οριακές καταστάσεις.  Είναι, απλά, η διάγνωση που, ως διάγνωση, «είναι η μισή θεραπεία», αναγκαία για να συνειδητοποιήσουμε πως χρειάζεται να πάμε πιο πέρα, να διορθωθούμε, ν’ αλλάξουμε.
Όμως, αντιλαμβανόμαστε εμπειρικά πόσο δύσκολο είναι ν’ αλλάξουμε τις συνήθειές μας, να διορθώσουμε τον κακό εαυτό μας, ακόμα κι αν βλέπουμε σε τι απομόνωση μάς οδηγεί και σε τι πνευματικά βάραθρα μάς ρίχνει.  Φαίνεται πως ένα δυνατό τράνταγμα, που προέρχεται από εσωτερικό πόνο ένεκα μετάνοιας ή από εξωτερική δοκιμασία, χρειάζεται για να μας οδηγήσει στην ταπεινή θέα του εαυτού μας και στη συγκαταβατική αποδοχή των γύρω μας με τις ατέλειές τους.
Πέρα από το τι θα γίνει στο μέλλον και τι αλλαγές μπορεί να προκαλέσει στον εσωτερικό μας κόσμο, ώστε να γίνουμε πιο «γλυκείς κι ελκυστικοί» για τους άλλους, για ν’ αναπαύονται κοντά μας, είναι αναγκαίο να τακτοποιήσουμε τις εκκρεμότητές μας μαζί τους.
Όπως μια πληγή, αντί να ασχοληθούμε μαζί της για να τη θεραπεύσουμε, την αγνοούμε ή τη σκεπάζουμε με αναλγητικές αλοιφές, επειδή μας πονεί, έτσι και οι παρεξηγήσεις, οι καχυποψίες, οι συμπεριφορές που πληγώνουν, σκεπάζονται, αγνοούνται, δεν ασχολούμαστε.  Ωστόσο «αλήθειες που τις αποσιωπούμε γίνονται δηλητήριο»[1].
Αν οι μεταξύ μας συγκρούσεις, εσωτερικές ή εξωτερικές, είναι αναπόφευκτες, κι αν το τέλος της ημέρας παραπέμπει στο τέλος της ζωής, είναι αυτονόητο γιατί ο Απόστολος Παύλος (Εφ. 4,26) συμβουλεύει να τακτοποιούνται οι σχέσεις μέχρι τη δύση του ήλιου.
Η πείρα των αγίων Πατέρων και Μητέρων μας μάς λέει ότι η τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων μας, στις μεταξύ μας σχέσεις, προκαλεί πολλή χαρά, ενώ η διατήρησή τους όχι μόνο τη διώχνει αλλά φέρνει ταραχή και σύγχυση.  Γι’ αυτό ο διάβολος, που δεν θέλει να έχει ο άνθρωπος χαρά, μεγαλοποιεί τους λόγους των συγκρούσεων, εδραιώνει την απόσταση, δικαιολογεί τη σιωπή.
Μακάρι να τολμούμε να τακτοποιούμε τις εκκρεμότητές μας, για να ξεδιαλύνουμε τις παρεξηγήσεις, να ενώνουμε τις καρδιές μας, για να ανοίγεται έτσι η αγκαλιά του Θεού μας και να γευόμαστε από το «νυν αιώνα» την ασάλευτη Βασιλεία Του, την αιώνια χαρά του Παραδείσου.

[1] Ρωμαιοκαθολικός Πατριάρχης Μάξιμος Δ΄, επιστολή του προς τον Πάπα.

Σε ποιους αποκαλύπτεται ο Θεός; π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

                                                                                              π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Όσοι αληθινά θέλουν να τους συναντήσει ο Χριστός και να Τον γνωρίσουν, η περίπτωση της Σαμαρείτισσας γυναίκας του Ευαγγελίου της πέμπτης Κυριακής μετά το Πάσχα γίνεται ελπίδα και προσδοκία. Γιατί δείχνει τον τρόπο και τη βάση με την οποία έρχεται και αποκαλύπτεται.
Η Σαμαρείτισσα, αν και είχε σκοτεινό ηθικό ιστορικό με αρκετούς άνδρες να έχει ζήσει, εν τούτοις στο βάθος της καρδιάς της αναζητούσε την αλήθεια της ζωής που είχε ζήσει με το Θεό. Προβληματιζόταν για το πού και πώς να λατρεύει το Θεό των πατέρων της.
Ποιος μπορεί να ερμηνεύσει τον όποιο τρόπο ζωής οποιουδήποτε ανθρώπου, όταν αγνοούμε τα βαθύτερα αίτια  του δικού μας τρόπου ζωής; Γιατί ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι πάντα αυτό που δείχνει. Στην άσωτη και διεφθαρμένη ζωή του μπορεί να κρύβει την επιθυμία της ουσιαστικής κοινωνίας και σχέσης με τον άνθρωπο, που, όμως, δεν καταφέρνει να πετύχει.
Η Σαμαρείτισσα ομολογεί στο Χριστό την άσωτη ζωή της, με το να του πει ότι «δεν έχω άνδρα», ενώ πήρε πέντε άνδρες και αυτός με τον οποίο συζούσε δεν ήταν άνδρας της. Αλλά πίσω από αυτή τη ζωή κρυβόταν ο πόθος της, ίσως ασυνείδητος και απροσδιόριστος, να δοθεί στον Ένα που καλύπτει όλες τις ανάγκες. Γιατί χωρίς να θέλει να δοθεί, ως δείγμα εγωκεντρισμού και αυτάρκειας, σε άνθρωπο, πώς θα δοθεί στον Θεό «ὅν οὐχ  ἑώρακε»;
Ενδεχομένως να διερωτόμαστε κάποτε τι να συμβαίνει στον εαυτό μας και δεν αισθανόμαστε τη χάρη του Θεού, την αγάπη και την παρουσία Του;  Γιατί, άραγε, να περνούν τα χρόνια μας χωρίς την εμπειρική γνώση Του;  Αν ειλικρινά υπάρχει αυτός ο προβληματισμός, νομίζω ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο. Αν, πέρα απ’ αυτόν τον προβληματισμό, μεταθέτουμε το πρόβλημα στο Χριστό, βρισκόμαστε σε λάθος δρόμο.
Ο Χριστός αποκαλύπτεται σε όσους στο βάθος της καρδιάς τους θέλουν να Τον συναντήσουν και να πορευτούν τη ζωή Του, με ό,τι αυτό σημαίνει. Σε όσους αρκούνται στα λίγα δίνει λίγα, σε όσους θέλουν πολλά δίνει πολλά. Πώς, άλλωστε, θα γινόταν διαφορετικά αφού σέβεται την ελευθερία μας;  Δεν θα ήταν άδικος αν μας αποκάλυπτε το Φως Του παραπάνω απ’ό,τι θέλουμε και αντέχουμε;
Στη Σαμαρείτισσα  πήγε σε χρόνο που δεν περίμενε και σε κατάσταση ηθική που δεν ταίριαζε. Κατανοούμε τότε το απρόβλεπτο και ξαφνικό της παρουσίας τού Χριστού στη Ζωή μας, όταν πορευόμαστε απογοητευμένοι από τη ζωή μας και αναζητώντας Τον. Η γεμάτη πάθη και σκοτάδι ύπαρξή μας φαίνεται πως δεν Τον εμποδίζει να μας αποκαλυφθεί, όταν γνωρίζει πως θα ανταποκριθούμε στην κλήση Του για νέα ζωή. Γιατί ξέρει τη δυναμική της μετάνοιας που μεταποιεί τις πόρνες σε οσίες, τους τελώνες σε μαθητές, το ληστή σε κάτοχον του Παραδείσου και την αμαρτωλή Σαμαρείτισσα γυναίκα σε ιεραπόστολο και φωστήρα πολλών ανθρώπων, ώστε να ονομαστεί  «Φωτεινή ισαπόστολος και μεγαλομάρτυς».