Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,


 
Ἡ ἀπὸ πολλῶν ἤδη δεκαετιῶν προετοιμαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνῆλθε καὶ ἐπεράτωσε τὶς ἐργασίες της στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἀπὸ 19-26 Ἰουνίου τοῦ τρέχοντος ἔτους.
Μολονότι βασικὴ ἐπιδίωξη τῆς «Συνόδου», κατὰ τοὺς ὀργανωτές της, ἦταν ἡ ἐνίσχυση καὶ ἡ φανέρωση τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων, δυστυχῶς κατορθώθηκε τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ἡ διαίρεση καὶ ἡ διάσπαση, καὶ σὲ ἐπίπεδο ἡγεσίας καὶ στὸ χῶρο τοῦ πληρώματος τῶν πιστῶν.
 
 
 Ἡ «Σύνοδος» καταστρέφει τὴν ἑνότητα καὶ προκαλεῖ διαιρέσεις
 
Ἀπὸ τὶς δεκατέσσαρες (14) αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες ἀπουσίαζαν οἱ τέσσαρες (4), δηλαδὴ οἱ ἐκκλησίες Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὲς ἀπουσίαζε βέβαια καὶ τὸ ποίμνιο ποὺ ἐκπροσωποῦν, μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ συνόλου τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν. Ἡ ἀπουσία τους δὲν ὀφειλόταν σὲ λόγους ἀνάγκης, λόγῳ δυσμενῶν συνθηκῶν στὶς περιοχές τους, πολεμικῶν συγκρούσεων, φυσικῶν καταστροφῶν, ἐπιδημιῶν κ.τ.λ., ἀλλὰ στὴν φανερὴ καὶ ἐκφρασθεῖσα διαφωνία τους γιὰ τὸν κανονισμὸ λειτουργίας τῆς «Συνόδου» καὶ γιὰ πολλὲς ἀντιπατερικὲς καὶ ἀντορθόδοξες θέσεις τῶν κειμένων ποὺ εἶχαν προετοιμασθῆ. Ἐζήτησαν ἁρμοδίως τὴν ἀναβολὴ τῆς «Συνόδου», ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀποφασισθεῖσα ὡς ἀπαραίτητος ὅρος τῆς συγκλήσεως ὁμοφωνία, καὶ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότης, ἀλλὰ τὸ αἴτημά τους προσέκρουσε «εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων», ἀνοικτά, φαίνεται, σὲ ἄλλες φωνὲς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν διαίρεση τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τὴν διάβρωση τῆς δογματικῆς τους αὐτοσυνειδησίας.
Ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας ἀπουσίαζαν οἱ περισσότεροι, διότι κατὰ μοναδικὴ πρωτοτυπία στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ προφανῆ ἀντικανονικότητα ἔγινε ἐπιλογή, μὲ διαβλητὰ κριτήρια, μικροῦ ποσοστοῦ ἐπισκόπων, μὲ καταστρατήγηση καὶ περιφρόνηση τῆς ἰσότητος τῶν ἐχόντων τὴν ἀρχιερωσύνη, προγραμματισμένη καὶ σκόπιμη διαίρεση τοῦ σώματος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀποκλεισμό, διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ἐπισκόπων, τῶν προβληματισμῶν, τῶν ἀγωνιῶν, τῶν ἐρωτημάτων, τῶν σκέψεων καὶ προτάσεων τοῦ ποιμνίου.
Καὶ τὸ χειρότερο, πρωτοφανέστερο καὶ πλέον ἀπαράδεκτο· δὲν διαφυ­λάχθηκε ἡ ἑνότης καὶ ἡ ἰσότης οὔτε καὶ αὐτῶν τῶν ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος στήν «Σύνοδο», ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρέθηκε ἡ δυνατότης νὰ ψη­φίζουν. Ἔπαυσε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν συνοδικὴ ἱστορία καὶ στὴν κανονικὴ παράδοση νὰ ἰσχύει ἡ ἰσότιμη καὶ ἰσόκυρη συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐπισκόπων. Ἐψήφισαν τὶς ἀποφάσεις μόνον οἱ δέκα (10) παρόντες προκα­θήμενοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐλέχθη ὀρθῶς ἀπὸ τὸν παρόντα στὴν «Σύνοδο» λογιώτατο Σέρβο ἐπίσκοπο Μπάτσκας κ. Εἰρηναῖο Μπούλοβιτς, ἔδρασαν «ὡς συλλογικός τις πάπας». Στὴν πράξη ὑπονομεύε­ται τὸ συνοδικὸ πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ ὑπευθύνους πατριαρχικοὺς κύκλους ὑποστηρίζεται παρρησίᾳ καί «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ἡ παπικῆς ἐμπνεύσεως ἀρχὴ ὅτι ὁ προκαθήμενος δὲν εἶναι «primus inter pares» (=πρῶτος μεταξὺ ἴσων), ἀλλά «primus sine paribus» (=πρῶτος ἄνευ ἴσων). Αὐτὴ ἡ προσβολὴ τῆς ἰσότητος τῶν ἐπισκόπων καὶ ἡ σταδιακὴ διείσδυση τοῦ μοναρχικοῦ παπικοῦ πολιτεύματος στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτολμήθηκε στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης. Δικαιολογημένα ἀρκετοὶ ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀρνήθηκαν ὑπ᾽ αὐτὲς τὶς ἀντισυνοδικές, ἀντικανονικές, παπίζουσες, αὐταρχικὲς καὶ μοναρχικὲς συνθῆκες, νὰ λάβουν μέρος στή «Σύνοδο» ὡς διακοσμητικὰ στοιχεῖα, ὡς «γλάστρες» ἢ ὡς μέλη τῆς συνοδείας τῶν προκαθημένων, οἱ ὁποῖοι μόνοι εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζουν καὶ νὰ ψηφίζουν.
Τὸ τραγελαφικὸ καὶ παράλογο ὅλου αὐτοῦ τοῦ ἀντισυνοδικοῦ σκηνικοῦ, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε τὰ σπέρματα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διασπάσεως, φάνηκε σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. Μνημονεύουμε τὶς πιὸ χαρακτηριστικές. Ἀπὸ τὴν εἰκοσιπενταμελῆ (25) ἀντιπροσωπία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας οἱ δεκαεπτὰ (17) ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ πιὸ προβληματικὸ κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον»· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐψήφισε ὁ προκαθήμενος, θεωρεῖται ψηφισμένο ἀπὸ ὅλους, μολονότι ἡ πλειοψηφία τὸ ἀπέρριψε. Στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου τέσσαρες ἐπίσκοποι (4) δὲν ὑπέγραψαν τὸ ἴδιο κείμενο. Καὶ γιὰ νὰ μὴ φαίνεται τὸ κενὸ στὸν χῶρο τῶν ὑπογραφῶν, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, χωρὶς ἐξουσιοδότηση, τοὺς ὑποκατέστησε καὶ ὑπέγραψε «ἀντ᾽ αὐτῶν». Στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ὑπῆρχε ὁμόφωνη συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας νὰ προταθοῦν συγκεκριμένες διορθώσεις ποὺ κατεδάφιζαν ἐν πολλοῖς τὶς οἰκουμενιστικὲς δομὲς τοῦ ἐπίμαχου κειμένου, ὁ Μακαριώτατος ἀρχιεπίσκοπος, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, ἔπεισε ἐξωσυνοδικὰ τὴν ἀντιπροσωπία καὶ ὑπεχώρησαν, πλὴν τοῦ μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, στὸ πιὸ κρίσιμο σημεῖο τοῦ κειμένου, στὴν ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος στοὺς ἑτεροδόξους αἱρετικούς.
Ἡ μόνη μάχη μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως ποὺ δόθηκε στὴν Κρήτη, καὶ παραδόθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι εὔκολα στὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἦταν ἡ ἀντικατάσταση τῆς φράσεως τοῦ κειμένου «ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολο­γιῶν», ποὺ ἀναγνώριζε τὶς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, μὲ τὴν φράση «ἄλλων χριστιανικῶν κοινοτήτων καὶ ὁμολογιῶν», ποὺ ἐπρότειναν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἄλλων ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀπέρριπτε ὀρθοδόξως τὴν χρήση τοῦ ὅρου «ἐκκλησίες» γιὰ τοὺς αἱρετικούς. Δυστυχῶς ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ, πλὴν ἑνός, ἐγκατέλειψαν τὴν ὀρθόδοξη πρόταση, χωρὶς συνοδικὴ ἐξουσιοδότηση, καὶ δέχθηκαν νὰ προτείνουν τὴν παρηλλαγμένη, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς ἀντιφατική, παράλογη καὶ ἐν πολλοῖς δυσερμήνευτη καὶ ἀκατανόητη φράση «τῶν ἄλλων ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν καὶ ὁμολογιῶν», ἡ ὁποία οὔτε τοὺς αἱρετικοὺς ἱκανοποιεῖ πλήρως, διότι τὸ «ἑτεροδόξων» καταργεῖ τό «ἐκκλησιῶν», οὔτε τοὺς Ὀρθοδόξους διότι τὸ «ἐκκλησιῶν» ἀναιρεῖ τὸ «ἑτεροδόξων». Ὅπως σωστὰ ἐλέχθη, οἱ ἔξυπνοι εἰσηγητές, ἀλλὰ καὶ οἱ ψηφίσαντες τὴν δῆθεν συμβιβαστικὴ καὶ εἰρηνοποιὸ φράση, κοροϊδεύουν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ, καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἀρνοῦνται ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι ἐκκλησίες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι εἶναι ἐκκλησίες· τὸ «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες» εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τό «πόρνη παρθένος», «σκοτεινὸ φῶς», «ψεύτικη ἀλήθεια», «ὑγιὴς ἀσθένεια» καὶ «ἄθεη θεοσέβεια».

Μόσχα: “η Σύνοδος στην Κρήτη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πανορθόδοξη, ούτε οι αποφάσεις αυτής μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ως μη εκφράζουσες πανορθόδοξη ομοφωνία”


Πάντες πλην Φαναρίου και Αθηνών
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Στις 4 Δεκεμβρίου 2017 κορυφώθηκαν στη Μόσχα οι εκδηλώσεις για τα εκατό χρόνια από την αποκατάσταση του εκεί Πατριαρχείου και στη μνήμη των υπό το αθεϊστικό και ολοκληρωτικό καθεστώς των μπολσεβίκων Νεομαρτύρων.
Κορυφώθηκαν με Θεία Λειτουργία, στην οποία συμμετέσχον πάντες οι Πατριάρχες και οι Προκαθήμενοι των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, καθώς και εκπρόσωποι των Πατριαρχών Βουλγαρίας και Γεωργίας. Πάντες πλην του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου. Δεν έστειλαν ούτε εκπρόσωπό τους.
Προ καιρού είχαμε γράψει για τον προβληματισμό του Οικουμενικού Πατριάρχου και της αυλής του, αν έπρεπε να συμμετάσχει ή όχι στις εκδηλώσεις της Μόσχας. Τελικά επεκράτησε η άποψη να μη συμμετάσχει. Και επικράτησε γιατί, όπως μας ελέχθη, ο κ. Βαρθολομαίος δεν συγχωρεί στον Πατριάρχη της Μόσχας το ότι, με την απουσία του, «σαμποτάρισε» τη Σύνοδο στην Κρήτη. Τον θεωρεί επίσης υπαίτιο για την απουσία από αυτήν των άλλων τριών Πατριαρχείων, Αντιοχείας, Βουλγαρίας και Γεωργίας. «Θα συναντηθεί με τον Κύριλλο μόνον όταν ζητήσει από τον Οικουμενικό Πατριάρχη δημοσίως συγγνώμη για την απουσία του από τη Σύνοδο στην Κρήτη», μας είπε άνθρωπος του Φαναρίου. Αν ισχύει ο λόγος αυτός, θυμίζει τον Πάπα Γρηγόριο Ζ΄, τον Αυτοκράτορα Ερρίκο Δ΄ και τον πύργο της Κανόσα.... «Αυτό ποτέ δεν θα γίνει» διαβεβαιώνει το Πατριαρχείο της Μόσχας. «Ο Κωνσταντινουπόλεως οφείλει να ζητήσει συγγνώμη από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς για τη στάση και τη νοοτροπία του».
Η απουσία του κ. Βαρθολομαίου από τη Μόσχα προκάλεσε αρνητικά σε βάρος του σχόλια από τους άλλους Πατριάρχες και Προκαθημένους των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, που παρέστησαν στις εκδηλώσεις. Θεωρήθηκε ότι εξακολουθεί να μην συμβάλει στην ενότητα της Ορθοδοξίας. Αντί να μεταβεί στη Μόσχα και να προστεί των εκδηλώσεων, για να δείξει στο Ορθόδοξο πλήρωμα τι σημαίνει αγιότητα και ψυχική ανωτερότητα και έμπρακτα να διδάξει την ταπείνωση και τη χριστιανική αγάπη, προτίμησε να επιδείξει έναντι της Ρωσικής Εκκλησίας, ρεβανσισμό, αλαζονεία και πείσμα.
Οι του Πατριαρχείου της Μόσχας είναι ικανοποιημένοι από τις εξελίξεις. Με την παρουσία στη Ρωσική πρωτεύουσα όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, ουσιαστικά πλην αυτού της Κωνσταντινούπολης, απέδειξαν ότι η Σύνοδος στην Κρήτη δεν είχε κανένα αρνητικό αποτέλεσμα γι’ αυτό. Αντίθετα, με τις εκδηλώσεις για τα γενέθλια του Πατριάρχου Κυρίλλου και για την επέτειο της 100ετίας από της αποκαταστάσεως του Πατριαρχείου, πέτυχαν να δείξουν ότι συμβάλλει στην ενότητα της Ορθοδοξίας και ότι όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες συμβαδίζουν μαζί του, πλην του Φαναρίου, που έτσι φάνηκε απομονωμένο.
Οι του Πατριαρχείου της Μόσχας, πιο συγκεκριμένα, πέτυχαν να συλλειτουργήσει ο Πατριάρχης Αντιοχείας με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Ήταν η πρώτη φορά που συλλειτούργησαν οι Προκαθήμενοι των δύο πρεσβυγενών Πατριαρχείων, μετά τη διακοπή της μεταξύ τους κοινωνίας, που αποφάσισε ο Αντιοχείας, λόγω της εκ μέρους του Ιεροσολύμων ιδρύσεως Μητροπόλεως στο Κατάρ. Πέτυχαν να παραστεί ο Πατριάρχης Ρουμανίας, που δεν είχαν, λόγω Μολδαβίας, τις καλύτερες των σχέσεων. Η επίσκεψη του Πατριάρχου Κυρίλλου στη Ρουμανία βοήθησε στην προσέγγισή τους. Πέτυχαν να παραστούν, έστω και με αντιπρόσωπο, οι Πατριάρχες Βουλγαρίας και Γεωργίας, που έχουν εσωτερικά προβλήματα και ο Γεωργίας επί πλέον δέχεται πιέσεις να διατηρεί ψυχρές σχέσεις με τη Μόσχα, λόγω της Οσσετίας και της Αμπχαζίας. Πέτυχαν ο Αλεξανδρείας, ως προεστώς της λατρευτικής συνάξεως, να εκφωνήσει λόγο – ύμνο για την Εκκλησία της Ρωσίας. Όπως είπε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «τυγχάνει της αδιαπτώτου πνευματικής συναντιλήψεως της Αδελφής Ορθοδόξου Ρωσικής Εκκλησίας». Πέτυχαν συμπερασματικά,, από απόψεως εκκλησιαστικής γεωστρατηγικής, να φανεί παράγοντας ενότητας για τους Ορθοδόξους.
Σημειώνεται ότι τις ημέρες πριν από τη συγκέντρωση των Πατριαρχών και των Προκαθημένων στη Μόσχα είχε συνεδριάσει η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ρωσίας. Κατ’ αυτήν ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων παρουσίασε τα αποτελέσματα της μελέτης των ντοκουμέντων της Συνόδου στην Κρήτη. Κατά την παρουσίαση σημείωσε ότι η αποτυχία της παρουσίας όλων των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στην Κρήτη οφείλεται στο ότι τον Ιούνιο του 2016 το Φανάρι κατήργησε την αρχή της ομοφωνίας, την οποία είχαν αποφασίσει οι Προκαθήμενοι στην Κωνσταντινούπολη. Και αφού εξήγησε τους λόγους της διαφωνίας και απουσίας των Πατριαρχείων Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας σημείωσε: «Το παγκόσμιο πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν εκπροσωπήθηκε στη Σύνοδο της Κρήτης και για τον λόγο αυτόν η Αγία Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας κατά τη συνεδρίασή της, στις 15 Ιουνίου 2016 αποφάσισε ότι “η Σύνοδος στην Κρήτη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πανορθόδοξη, ούτε οι αποφάσεις αυτής μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ως μη εκφράζουσες πανορθόδοξη ομοφωνία”».
Στην ενημέρωση της Ιεραρχίας ο κ. Ιλαρίων σημείωσε ακόμη ότι η απόφαση της Συνόδου στην Κρήτη για τη Διασπορά πρέπει να συζητηθεί σε πανορθόδοξο επίπεδο και πως στο θέμα «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο υπόλοιπος χριστιανικός κόσμος» δεν υπήρξε ομοφωνία μεταξύ των συμμετασχόντων. Όπως είπε, 21 συμμετασχόντες από τους 161 δεν υπέγραψαν το σχετικό κείμενο, από τους οποίους οι 17 ήσαν από τους 25 εκπροσώπους της Σερβικής Εκκλησίας. Άφησε ακόμη μιαν υπόνοια ότι η απόφαση της Συνόδου της Κρήτης δεν ήταν ξεκάθαρη ως προς το θέμα της πολιτικής ενώσεως των ομοφυλοφίλων.
Θετική εξέλιξη για τη Ρωσική Εκκλησία είναι και η αίτηση του «Πατριάρχου Ουκρανίας» και πρώην Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου να αποκατασταθεί η ευχαριστιακή κοινωνία των υπ’ αυτόν σχισματικών της Ουκρανίας με την «μητέρα Ρωσική Εκκλησία». Αν συμβεί αυτό βελτιώνεται και ενισχύεται η θέση του Πατριαρχείου της Μόσχας έναντι των πιέσεων που δέχεται από την Ουκρανική κυβέρνηση και αποδυναμώνεται το όπλο, που επισείει το Φανάρι, να ανακηρύξει μονομερώς την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας στην Ουκρανία.
Η απουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου από τις εκδηλώσεις της Μόσχας πέρασε απαρατήρητη. Για να δικαιολογηθεί η απουσία του ελέχθησαν δύο εκδοχές. Η μία ήταν για να μην προκαλέσει περαιτέρω ένταση στη σχέση του με τον κ. Βαρθολομαίο. Αυτή απορρίφθηκε ασυζητητί, με την απλή λογική ότι χειρότερες δεν μπορούν να γίνουν μετά την αγωγή, που έχει καταθέσει σε βάρος του Οικ. Πατριάρχου, για το κτήμα Προμπονά και τον εντός αυτού Ναό και, εν πάση περιπτώσει, πήγαν όλοι οι άλλοι Έλληνες Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοποι (Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Κύπρου, Αλβανίας).

Η δεύτερη εκδοχή ήταν ότι προτιμά να βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους και οικείους στην Αθήνα, στη Ζάλτσα και στα Οινόφυτα, παρά ανάμεσα στους Πατριάρχες και στους Προκαθημένους. Στην εκδοχή αυτή υπήρξε το σχόλιο ότι είναι προσβλητική προς όλους όσοι έκαμαν τον κόπο και μετέβησαν στη Μόσχα, με την προσθήκη ότι η πρωθιεραρχική ευθύνη και τα καλώς εννοούμενα πνευματικά και ποιμαντικά οφέλη της Ορθοδοξίας επιβάλλουν την παρουσία τους σε πανορθόδοξες συνάξεις. Σημειώνεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος παλαιότερα ήταν η πιο προβεβλημένη, η πιο ζωντανή, η πιο ελεύθερη, η με μεγαλύτερο ιεραποστολικό έργο Εκκλησία, παράδειγμα για όλες τις άλλες τοπικές Εκκλησίες.-


Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Τα 11 ψέματα στο κείμενο της Ι. Συνόδου προς τον Λαό


Αγανάκτηση και ιερά οργή αισθάνομαι από την ενέργεια της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά την οποία την προσεχή Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017, αρχή της εκκλησιαστικής περιόδου του Τριωδίου, θα κατασκανδαλίσει το φιλόχριστο ποίμνιο της Πατρίδας μας, διανέμοντας το κατάπτυστο κείμενο της Ιεράς Συνόδου  “Προς το Λαό”. Σε αυτό προπαγανδίζεται η ψευδοσύνοδος του Κολυμπαρίου Κρήτης, η ονομαζόμενη από τους Οικουμενιστές, “Αγία και Μεγάλη Σύνοδος”.
Με ένα τετρασέλιδο κείμενο η Ιεραρχία της Εκκλησίας μας, γεμάτο ψεύδη και έντεχνες παραλείψεις, παρερμηνεύοντας τις αιρετικές αποφάσεις της ψευδοσυνόδου, επιχειρεί να τις παρουσιάσει ως ακραιφνώς Ορθόδοξες, αποκρύπτοντας την τραγική και σοκαριστική αλήθεια. Ότι δηλαδή, πρόκειται για σκοτεινές αποφάσεις, που επιχειρούν να αλώσουν τις ψυχές του Ορθοδόξου λαού, και να τις οδηγήσουν στην προσφιλή οδό για τους αιρετικούς, της απώλειας.
Εκατοντάδες χιλιάδες έντυπα θα διανεμηθούν στους εκκλησιαζομένους της Κυριακάτικης θείας Λειτουργίας σε όλη την Ελλάδα. "Πρόθυμα" θα αναγγελθεί το “χαρμόσυνο” γεγονός, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε να ζητήσει την υπακοή του (άβουλου κατ’ αυτούς) ποιμνίου και να επιβάλει την υποχρεωτική αποδοχή των “δεσμευτικών” αποφάσεων της ψευδοσυνόδου. Πρόκειται για ενορχηστρωμένη προσπάθεια, να περάσει “λαου - λαου” στο λαό, η πολυπόθητη ενότητα.
Με την παρούσα εργασία, επιχειρώ να καταδείξω στα πνευματικά μου τέκνα, αλλά και σε όλους τους φίλους που παρακολουθούν τις διαδικτυακές δράσεις μου, την απάτη που προκύπτει από το κείμενο της Ιεράς Συνόδου. Αν θέλει Ο Θεός, σε επόμενη εργασία μου θα ασχοληθώ με τις μερικές δεκάδες πονηρές παραλείψεις του κειμένου, που αποδεικνύουν πως η Σύνοδος της Κρήτης είναι αιρετική.
Τα 11 ψέματα στο κείμενο της Ι. Συνόδου προς τον Λαό
Εφημέριος του Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης
Θεσσαλονίκη 4/2/2017
(Με κόκκινα γράμματα είναι τα σημεία του κειμένου “Προς το λαό” όπου εντοπίζονται τα ψεύδη. Μετά από κάθε ψεύδος παραθέτω την άποψή μου ως απάντηση στην Ιεραρχία. Δώστε ιδιαίτερη προσοχή και στις υποσημειώσεις. Όσοι προτιμάτε μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο σε μορφή pdf στο τέλος της δημοσίευσης).
Ψέμα 1ο «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς, προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη
Η αλήθεια: Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς προκειμένου να τους παραπλανήσει καθησυχάζοντάς τους σχετικά με τις αποφάσεις που πάρθηκαν στην λεγομένη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.
Προκαλεί αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι, η Ιερά Σύνοδος καταδέχεται να απευθυνθεί στον πιστό λαό, επτά ολόκληρους μήνες από την ολοκλήρωση των εργασιών της Συνόδου.[1]
Ό,τι ήταν να μάθουμε για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών εξ απόψεως ενημερώσεως, δηλαδή το πού, το πότε, το ποιοί συμμετείχαν και ποιοί όχι, την παρουσία των αιρετικών παρατηρητών, των πρακτόρων της C.I.A. κτλ., το έχουμε ήδη μάθει. Ως πλήρωμα της Εκκλησίας της Ελλάδας το μόνο που περιμέναμε με αγωνία ήταν μια ενημέρωση σχετικά με το αν η Ιεραρχία αποδέχθηκε ή όχι τις αιρετικές αποφάσεις της λεγομένης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου[2]. Η κοινοποίηση, άλλωστε, των αποφάσεων στο πλήρωμα της Εκκλησίας είναι και υποχρέωση της Ιεραρχίας σύμφωνα με το άρθρο 13 του (άκρως προβληματικού) Κανονισμού Οργανώσεως και Λειτουργίας της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου»: «αἱ ὑπογραφεῖσαι συνοδικαί ἀποφάσεις, ὡς καί τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀποστέλλονται διά Πατριαρχικῶν Γραμμάτων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τούς Προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἵτινες καί κοινοποιοῦν αὐτά εἰς τάς Ἐκκλησίας αὐτῶν ἀντιστοίχως, ἔχουν δέ πανορθόδοξον κῦρος».

π. Θεόδωρος Ζήσης: Νέα συμπληρωματική αποτίμηση της "Συνόδου" της Κρήτης


Ὁμότιμος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
Εἰσαγωγικὰ
Ἔχουν γραφῆ καὶ λεχθῆ πολλὰ καὶ σημαντικὰ γιὰ τὴν λεγόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ συνῆλθε στὸ Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ἀπὸ 19-26 Ἰουνίου τοῦ 2016. 
Ἡ προετοιμασία της διήρκεσε περισσότερα ἀπὸ πενήντα χρόνια, τὰ ἀποτελέσματα ὅμως καὶ οἱ ἀποφάσεις της διέψευσαν τὶς προσδοκίες τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος καὶ ἐπιβεβαίωσαν τὶς ἀνησυχίες ἐξεχόντων κληρικῶν καὶ θεολόγων, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ Ἅγιοι Ἰουστῖνος Πόποβιτς καὶ Παΐσιος Ἁγιορείτης, οἱ ὁσιακῆς βιοτῆς Γέροντες Δανιὴλ Κατουνακιώτης καὶ Φιλόθεος Ζερβάκος, ὁ ὁμολογητὴς ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ἄλλοι. Οἱ ἀνησυχίες τους συνίσταντο εἰς τὸ ὅτι ἡ μεθοδολογία καὶ ἡ θεματολογία τῆς «Συνόδου» δὲν ἀκολουθοῦσαν τὸν ὀρθόδοξο πατερικὸ δρόμο, τὸ δὲ κίνητρο τῶν ὀργανωτῶν δὲν ἦταν ἡ ἐπίλυση ἐπειγόντων καὶ φλεγόντων ποιμαντικῶν καὶ δογματικῶν προβλημάτων, ἀλλὰ ἡ ὑποστήριξη τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἡ συνοδικὴ εἰσαγωγή του μέσα στὴν Ἐκκλησία. Προέβλεπαν ὅτι ἀπὸ «τοιαύτην σύνοδον» δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ περιμένει τίποτε, παρὰ ἕνα καὶ μόνο· σχίσματα καὶ αἱρέσεις καὶ διάφορες ἄλλες συμφορές, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος παρακλητικὰ πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ζητοῦσε νὰ μὴ συμμετάσχουν στὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου οὔτε στὴν ἴδια τὴν Σύνοδο, «ἐὰν ἀτυχῶς συγκληθῇ»1.
Πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς «Συνόδου» κατεβλήθησαν πολλὲς προσπάθειες καὶ διατυπώθηκαν προτάσεις ἐκ μέρους τοπικῶν ἐκκλησιῶν, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μεμονωμένων ἱεραρχῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ λαϊκῶν μὲ διπλῆ κατεύθυνση: νὰ βελτιωθοῦν καὶ διορθωθοῦν ὀρθοδόξως τὰ ἑτοιμασθέντα προσυνοδικὰ κείμενα καὶ ὁ κανονισμὸς λειτουργίας τῆς «Συνόδου», καὶ ἐὰν αὐτὸ χρονικὰ δὲν ἦταν ἐφικτό, νὰ ἀναβληθεῖ ἡ σύγκληση τῆς «Συνόδου», μέχρις ὅτου ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀπαραίτητη ὁμοφωνία, χωρὶς τὴν ὁποία κατὰ τὸν ὁμοφώνως ψηφισθέντα Κανονισμὸ ἡ «Σύνοδος» δὲν μποροῦσε νὰ προχωρήσει, καὶ οἱ ἀποφάσεις ποὺ θὰ ἐλάμβανε στὴν ἀντίθετη περίπτωση θὰ ἦσαν ἄκυρες καὶ μὴ δεσμευτικές.
Ἀτυχῶς μὲ συνοδικὸ πραξικόπημα ἡ «Σύνοδος» συνεκλήθη, μὲ ἀπουσία τεσσάρων ἐκκλησιῶν, καὶ τὰ κείμενα δὲν βελτιώθηκαν σὲ οὐσιώδη θέματα ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὴν ἐπιχειρούμενη συνοδικὴ κατοχύρωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, παρὰ μόνον σὲ ἐλάχιστα ἐπουσιώδη καὶ δευτερεύοντα, μὲ συνέπεια νὰ ὑπάρξει ἀναταραχὴ μεταξὺ τῶν πιστῶν, ποὺ ἔφθασε μέχρι τὴν διακοπὴ τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἀπὸ Ἁγιορεῖτες μοναχούς, ἀλλὰ καὶ κάποιων ἐπισκόπων ποὺ ὑπέγραψαν ἤ ὑποστήριξαν τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» ἤ ποὺ δὲν καταδικάζουν τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ὅπως αὐτὸ συμβαίνει στὴν Ρουμανία, στὴν Ἑλλάδα, στὴν Ρωσία, ἰδιαίτερα στὴν Μολδαβία.
Ἐμεῖς, ὡς κληρικὸς τῆς ἑνιαίας καὶ ὄχι ὁμοσπονδιακῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὡς διδάσκαλος τῆς Θεολογίας, ἐπράξαμε πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸ τῆς «Συνόδου» καὶ μετὰ τήν «Σύνοδο», ὥστε νὰ ἀποφευχθοῦν αἱρετίζουσες παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐφθάσαμε καὶ μέχρι τὴν διακοπὴ τῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου, ὁ ὁποῖος στὴν σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸν Νοέμβριο τοῦ 2016 ἀποδέχθηκε καὶ ἐπήνεσε τὶς ἀποφάσεις τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης καὶ διένειμε στὶς ἐνορίες τὸ συνοδικὸ φυλλάδιο «Πρὸς τὸν Λαό», ποὺ παραπλανοῦσε τοὺς πιστοὺς πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀποδοχῆς τῆς «Συνόδου». Τώρα βρισκόμαστε ὑπὸ δικαστικὴ ἐπισκοπικὴ δίωξη μὲ ἀνυπόστατες καὶ ψευδεῖς κατηγορίες, μολονότι σύμφωνα μὲ τὸν 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἐπὶ Μ. Φωτίου (861), αὐτὸς ποὺ διακόπτει τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ τιμωρεῖται, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τιμᾶται, διότι ἀποτειχίζεται (= χωρίζεται) ὄχι ἀπὸ ἀληθινὸ ἐπίσκοπο, ἀλλὰ ἀπὸ ψευδεπίσκοπο, καὶ δὲν προκαλεῖ σχίσμα, ἀλλὰ διασώζει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὰ σχίσματα καὶ τὶς αἱρέσεις2. Στὰ πλαίσια λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῆς «Συνόδου» τῆς Κρήτης μὲ σειρὰ ὁμιλιῶν καὶ εἰσηγήσεων σὲ ἡμερίδες, συνέδρια καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις ἔχουμε κρίνει ἐπανειλημμένως τὶς ἀποφάσεις τῆς Κρήτης. Ὅλα αὐτὰ μάλιστα ἔχουν ἀποτελέσει ὑλικὸ τριῶν βιβλίων μας μὲ τοὺς ἑξῆς τίτλους: 1. Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νὰ ἐλπίζουμε ἤ νὰ ἀνησυχοῦμε; (Θεσσαλονίκη 2016) 2. Ἡ διακονία μου στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Ἀντωνίου Θεσσαλονίκης. Ἀπάντηση στὸν μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (Θεσσαλονίκη 2017) καὶ 3. Μετὰ τὴν «σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου καὶ ἡ δικαστική μου δίωξη, Θεσσαλονίκη 2017. Εἰς αὐτὰ προστέθηκε ἐσχάτως καὶ τὸ μικρὸ βιβλίο Δὲν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις (Θεσσαλονίκη 2017).

Το φρόνημα των Οικουμενικών Συνόδων σε αντιδιαστολή προς το φρόνημα της "Συνόδου της Κρήτης"


Πρωτοπρεσβύτερος
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621 - agotsopo@gmail.com
Πάτρα   15 . 6 . 2018
Ἐπὶ τῇ συμπληρώσει διετίας…
Τὸ  φρόνημα  τῶν  Οἰκουμενικῶν  Συνόδων σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ φρόνημα τῆς «Συνόδου τῆς Κρήτης»
Ὁ Συνοδικὸς θεσμὸς ἀποτελεῖ τὸν θεοπαράδοτο καὶ ἁγιοπνευματικὸ τρόπο διοικήσεως ὅλων τῶν ὑποθέσεων τῆς Ἐκκλησίας μας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἀκόμα καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία ὑπῆρχε ἡ ὕψιστη αὐθεντία μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ Ἀποστολικὴ αὐθεντία, ὁ συνοδικὸς θεσμὸς λειτουργοῦσε παράλληλα μὲ αὐτή.

Κορύφωση τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τῆς πρώτης Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος (Πράξ. 15, 2-29). Ὅμως ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ συνοδικὴ λειτουργία στὴν πρώτη Ἐκκλησία: Ἡ ἴδια ἡ Πεντηκοστὴ ἐξεικονίζεται ὡς Σύνοδος, ἐνῶ ἀμέσως μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ματθία, λίγο ἀργότερα τῶν ἑπτὰ Διακόνων καὶ ὅλες οἱ ἱεραποστολικὲς ἐξορμήσεις γίνονταν πάντοτε μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ ὄχι μὲ ἀπόφαση ἑνὸς Ἀποστόλου ἢ μόνο τῶν Ἀποστόλων.

Μελετώντας τὸν θεοπαράδοτο καὶ ἁγιοπνευματικὸ συνοδικὸ θεσμὸ στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καθίσταται σαφὲς ὅτι αὐτὸς δὲν ἀφορᾶ ἁπλῶς στὴ διοίκηση - μὲ τὴ στενὴ ἔννοια τοῦ ὃρου - τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀγγίζει τὸν πυρήνα τῆς ἴδιας της τῆς ὑπάρξεως. Καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ πρώτιστο ἔργο καὶ ἀποστολὴ του εἶναι ἡ ἐν Ἀληθείᾳ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ καὶ ἡ τυχὸν περιφρόνηση ἢ κακοποίηση τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ σὲ μία τοπικὴ Ἐκκλησία, πολὺ σύντομα ὁδηγεῖ καὶ σὲ ἀλλοίωση τῆς πίστεως καὶ ὁριστικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ περίπτωση τοῦ Πατριαρχείου τῆς περιωνύμου παλαιᾶς Ρώμης ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας. Αὐτὴ ἡ τραγικὴ ἱστορικὴ πραγματικότητα μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀσχολούμαστε σοβαρὰ στὸ μέτρο τῶν μικρῶν δυνατοτήτων μας μὲ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης, δύο χρόνια τώρα μετὰ τὴ σύγκλισή της.

Ἂν ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος θεωρεῖται ἡ γενέθλια Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀπαρχὴ κάθε Ὀρθοδόξου Συνόδου, κορύφωση τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ ἔχουμε στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀποτελοῦν τὶς κατ’ ἐξοχὴν ἔκτακτες δωρεὲς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὶς ὁποῖες ἔχει προσφέρει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν Ἐκκλησία Του νὰ βγεῖ ἀπὸ ἐξαιρετικὰ δύσκολες καταστάσεις. Ἔτσι, οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἔχουν καταγραφεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ παράδοση ὡς ἡ τελειότερη καὶ ὑψηλότερη ἔκφραση καὶ φανέρωση τοῦ συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ καὶ κάθε Σύνοδος ποὺ θέλει νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὀφείλει νὰ ἔχει ὡς πρότυπο, στὸ ὁποῖο νὰ κατατείνει, τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου



Κείμενο μεταφρασμένο στὰ Ἂγγλικὰ: Intervention and text in the Hierarchy of the Church of Greece (November 2016)


Ἄκουσα μέ προσοχή τήν Εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου καί τόν εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο στόν ὁποῖο ὑποβλήθηκε, γιά τήν ὁμολογία τήν ὁποία ἔδωσε στήν ἀρχή καί γιά τίς προτάσεις του.
Μέ τά ὅσα θά ὑποστηρίξω στήν συνέχεια θά κάνω μερικές προεκτάσεις. Ἔχω συγγράψει ἕνα κείμενο πού θά καταθέσω στά Πρακτικά, ἐνῶ ἀναγκαστικά θά τονισθοῦν μερικά σημεῖα περιληπτικά γιά τό κρίσιμο ἕκτο κείμενο μέ τίτλο «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ λοιπός Χριστιανικός κόσμος».
1. Ἡ προετοιμασία γιά τήν Σύνοδο αὐτή δέν ἦταν ἐπαρκής. Τό κείμενο πού καταρτίσθηκε ἀπό τήν Ε΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη δέν ἦταν σέ γνώση τῆς Ἱεραρχίας. Τό λάβαμε μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τούς Προκαθημένους, τόν Ἰανουάριο 2016. Ἔπρεπε νά γίνη συζήτηση στήν Ἱεραρχία, πρίν ὑπογραφῆ ἀπό τούς Προκαθημένους.
Ἐπίσης, οἱ ἀντιπρόσωποί μας στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη ἐνημέρωσαν τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο ὅτι τό τελικό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», «ἐκφράζει ἀπόλυτα τήν πανορθόδοξη θέση στά συγκεκριμένα θέματα μέ τρόπο ἰσορροπημένο καί στό πλαίσιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ὅπως αὐτή διετυπώθη καί διεσώθη ἀπό τήν πατερική καί συνοδική παράδοση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».
Αὐτές, ὅμως, οἱ διαπιστώσεις δέν εἶναι ὀρθές, γιατί τό κείμενο, ὅπως διατυπώθηκε ἀπό πολλούς, ἦταν προβληματικό, γι’ αὐτό καί διορθώθηκε.


Παρατηρεῖ κανείς στό τελικό κείμενο ἀντιφαντικά σημεῖα. Κατά τήν γνώμη μου δέν εἶναι κείμενο θεολογικό, ἀλλά διπλωματικό. Ὅμως, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν στηρίζεται σέ διπλωματικά κείμενα, ὅπως φάνηκε στήν ἱστορία ἀπό τήν «Ἔκθεση» τοῦ Ἡρακλείου καί τόν «Τύπο» τοῦ Κώνσταντος.


2. Ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κρήτη, ὅπως ἐπανειλημμένως ἔχω τονίσει, ἦταν Σύνοδος τῶν Προκαθημένων μέ τίς συνοδεῖες τους.
Παρακολουθώντας τήν ὅλη ἐργασία τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχουν καί θετικά σημεῖα, τά ὁποῖα ἀναφέρθησαν στήν εἰσήγηση καί τά ἔχω ἐπισημάνει σέ κείμενό μου τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τό τονίσουμε αὐτό. Τά πρῶτα πέντε κείμενα εἶναι γενικά καλά, ὑπάρχουν καί μερικές ἐλλείψεις, γι’ αὐτό χρειάσθηκε νά ἐκφράσω γραπτῶς τίς ἐπιφυλάξεις μου σέ δύο περιπτώσεις. Τά δύο ἀπό τά πέντε κείμενα τά ὑπέγραψα μέ ρητές ἐπιφυλάξεις, ὡς πρός τήν ἔννοια τοῦ προσώπου καί ὡς πρός τίς ἐκκλησιολογικές συνέπειες τῶν μικτῶν γάμων.
3. Τό κείμενο πού ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς Συνόδου ἦταν τό ἕκτο, μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Τό τελικό κείμενο ἔχει πολλά προβλήματα, παρά τίς μερικές γενικές καλές διατυπώσεις. Μάλιστα, ὅταν δημοσιευθοῦν τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, ὅπου ἀποτυπώνονται οἱ αὐθεντικές ἀπόψεις αὐτῶν πού ἀποφάσισαν καί ὑπέγραψαν τά κείμενα, τότε θά φανῆ καθαρά ὅτι στήν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί κυρίως ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἡ διολίσθηση ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος.
Τό ἕκτο αὐτό κείμενο δέν ἦταν ὥριμο γιά ἀπόφαση καί ὑπογραφή, γι’ αὐτό καί προτείναμε διάφορες διορθώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν πέρασαν καί τίς ὁποῖες ἐπεσήμανα σέ ἕνα κείμενό μου, τό ὁποῖο ἀπέστειλα σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἱεραρχίας. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι διορθώθηκε τό κείμενο στίς τέσσερεις γλῶσσες καί μετά τήν λήξη τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου.
Πάντως, παρατηρεῖ κανείς στό τελικό κείμενο ἀντιφαντικά σημεῖα. Κατά τήν γνώμη μου δέν εἶναι κείμενο θεολογικό, ἀλλά διπλωματικό. Ὅμως, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν στηρίζεται σέ διπλωματικά κείμενα, ὅπως φάνηκε στήν ἱστορία ἀπό τήν «Ἔκθεση» τοῦ Ἡρακλείου καί τόν «Τύπο» τοῦ Κώνσταντος.
Ἔπειτα, κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου στήν Κρήτη ἐλέχθησαν διάφορα παραποιητικά τῆς ἀληθείας, ὅσον ἀφορᾶ τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, τήν Σύνοδο τοῦ 1484 καί τό Συνοδικό κείμενο τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, τό 1848, σέ σχέση μέ τήν λέξη Ἐκκλησία στούς ἀποκομμένους Χριστιανούς ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.


Ὁ Λούθηρος, ἀλλά κυρίως ὁ Καλβίνος καί ὁ Σβίγκλιος, γιά νά δηλώσουν τήν ταυτότητά τους, ὅταν ἀποσπάσθηκαν ἀπό τήν Ρώμη, ἀνέπτυξαν τήν θεωρία περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ αὐτή τήν ἄποψη ἡ ἑνότητα τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, ἐνῶ οἱ ἐπί γῆς ὁρατές Ἐκκλησίες εἶναι διεσπασμένες καί ἀγωνίζονται νά βροῦν τήν ἑνότητα.

Στὰ ἐνδότερα τῆς ἐν Κολυμπάρι Συνόδου.


Κριτικὴ στὶς σχετικὲς δηλώσεις τοῦ κ.Βλ.Φειδᾶ.

Toῦ Βασίλειου Εὐσταθίου

Δρ. Φυσικοῦ, πτ. ΕΚΠΑ Κ.Θεολογίας
Ὁ κ. Βλάσιος Φειδᾶς, ὁμότιμος Καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σὲ Σεμιναριακὴ διάλεξή του μὲ θέμα: « Ἡ ἐκκλησιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σύμφωνα μέ τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου»., στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στὶς 22/12/2016 ἔκανε κάποιες δηλώσεις βαρυσήμαντες, δεδομένου τὸ κύρος του στὸν ἀκαδημαϊκὸ θεολογικὸ χῶρο καὶ τὴν συμβολή του στὴν πραγματοποίηση τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ὡς βασικό στέλεχός της, μὲ τὰ περισσότερα ἴσως ἱστορικο-κανονικοῦ χαρακτῆρος καί περιεχομένου ζητήματά της νὰ ἔχουν στηριχθεῖ στὸ κῦρος καί τίς γνώσεις του, τὶς ὁποῖες δηλώσεις δημοσίευσε ὁ θεολόγος κ. Δ. Κ. Ἀναγνώστου, ποὺ παρευρέθηκε στὴν διάλεξη καὶ τὴν ἠχογράφησε.
Σὲ αὐτὴ τὴν διάλεξη λοιπὸν κατ᾿ ἀρχὴν εἰπώθηκαν κάποιες πολὺ σοβαρὲς ἀλήθειες, ὅπως τὸ ὅτι τὸ τελικὸ καὶ περισσότερο ἀμφιλεγόμενο κείμενο τῆς Συνόδου περὶ τῶν σχέσεων «τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸν λοιπὸ χριστιανικὸ κόσμο», προέκυψε ἀπὸ τὴν συνένωση δύο ξεχωριστῶν καὶ πολὺ διαφορετικῶν κειμένων μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάμιξη στοιχείων πού ἀφοροῦν σέ πολυμερεῖς διαλόγους, μέ στοιχεῖα πού ἀφοροῦν σέ διμερεῖς διαλόγους (δύο ἐντελῶς διαφορετικές περιπτώσεις καί καταστάσεις), πράγμα ποὺ ὁ ὁμιλητὴς χαρακτήρισε εὔστοχα καὶ εἰλικρινὰ ὡς καταστροφικό. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ δήλωσή του ὅπου παραδέχεται ὅτι οἱ ἀντιδράσεις τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν ἔναντι τῆς Μεγάλης Συνόδου, οἱ ὁποῖες ἀπείχαν ἀπὸ αὐτήν, δὲν ὀφείλονται σὲ πολιτικοὺς λόγους, ἀλλὰ εἶναι καθαρὰ ἐκκλησιαστικοὶ (καὶ μάλιστα, κατὰ τὴν γνώμη του, ὑποκινούμενοι ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, τὸ ὁποῖο καὶ ἐνέπλεξε τοὺς πολιτικοὺς παράγοντες).
Βέβαια λίγο παρακάτω ὁ κ.Φειδᾶς σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόρριψη ἐκ μέρους τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας τῶν Ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης λέει: «Ποιός τούς ζήτησε τή γνώμη τους; Ποιός τούς ἀνέθεσε νά τήν κρίνουν; Ἀγνοοῦν ὅτι μόνο Δογματικά Κείμενα Οἰκουμενικῶν Συνόδων τίθενται σέ κρίση». Ἐδῶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἄν ἐννοεῖ ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δεν εἴχε δογματικὰ κείμενα, ἤ ὅτι εἴχε, ἀλλά δὲν ἤταν πανορθόδοξη μὲ οἰκουμενικὸ κύρος, ὅπου μὲ δεδομένη τὴν ὅλη στάση τοῦ ὁμιλητὴ πρὸς τὴν Σύνοδο ὡς ἑνὸς ἐκ τῶν παραγόντων αὐτῆς θεωρώντας αὐτὴν ἔγγυρη (ἄλλωστε παρακάτω καταλήγει ξεκάθαρα σὲ αὐτὸ μὲ τὴν φράση «Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐπέτυχε τό σκοπό της ἐφ’ ὅσον πραγματοποιήθηκε» καὶ ἄν βέβαια συμβαῖνει αὐτὸ τότε θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖται πανορθόδοξη καὶ οἱ ἀποφάσεις της νὰ εἶναι ὑποχρεωτικοῦ χαρακτήρα, ὅπως αὐτὴ ἐπεδίωκε), τότε δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἰσχύει τὸ πρῶτο. Ὅμως ἐννοῶντας ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δεν εἴχε δογματικὰ κείμενα, τότε πῶς μποροῦμε νὰ προσδώσουμε στὶς ἀποφάσεις της ὑποχρεωτικὸ χαρακτήρα ὡς ἔχων οἰκουμενικὸ κύρος, ἀφοῦ οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἤταν οἰκουμενικὲς περιλαμβάνοντας πάντα δογματικὰ κείμενα; Ὅμως στὴν πραγματικότητα στὰ κείμενα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καὶ μάλιστα στὸ ἕκτο βρίσκουμε καὶ δογματικὸ χαρακτήρα, καὶ ἐπομένως οἱ λόγοι ἀποχῆς τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν εἶναι ἁπλὰ ἐκκλησιαστικοὶ ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ ὁμιλητής, ἀλλὰ μποροῦν νὰ εἶναι καὶ θεολογικοὶ μὲ δογματικὸ χαρακτήρα, ὅπως καὶ ὅντως συμβαίνει τουλάχιστον στὶς περιπτώσεις τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Γεωργίας. Αὐτὸ ἀποσαφηνίστηκε πλήρως στὶς σχετικὲς συνοδικὲς ἀποφάσεις ποὺ ἔλαβαν (μὲ ἀναλυτικὴ θεολογικὴ τεκμηρίωση τῆς θέσης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας). Τώρα στὴν ἐρώτηση τοῦ ὁμιλητὴ «Ποιός τούς ζήτησε τή γνώμη τους; Ποιός τούς ἀνέθεσε νά τήν κρίνουν;», ἀπαντάμε ὅτι γενικῶς οἱ διοργανωτές τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης δὲν ζήτησαν τὴν γνώμη τοῦ πληρῶματος τῆς ἐκκλησίας, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἐπισκόπων, ἐκτὸς τῶν προκαθημένων, ποὺ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τελικὰ ἀγνόησαν τοὺς τέσσερεις ποὺ δὲν παρευρέθηκαν (ἀξιώνοντας μάλιστα ἕνα τέτοιο «Συνοδικό» σύστημα νὰ «ἀποτελεῖ τὸν ἁρμόδιον καὶ ἔσχατον κριτὴ περὶ τῶν θεμάτων πίστεως»).