Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Δελτίο Τύπου Σεβ. Μητροπολίτου Κονίτσης κ. Ανδρέου για την δολοφονία του Βορ/τη Κ. Κατσίφα



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ & ΚΟΝΙΤΣΗΣ
Ἐν Δελβινακίῳ τῇ 30ῇ Ὀκτωβρίου 2018
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. ΑΝΔΡΕΑΣ, ἔκανε τὶς ἀκόλουθες Δηλώσεις :
«Ὅταν στὶς ἀρχὲς τοῦ 1991 γκρεμίστηκαν τὰ ἠλεκτροφόρα συρματοπλέγματα στὴν Ἀλβανία, καὶ ἄρχισε δειλὰ – δειλὰ νὰ φυσάῃ ἄνεμος ἐλευθερίας, ὕστερα ἀπὸ τὴν ὀλέθρια λαίλαπα τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ κόσμος ἀνάσανε μὲ ἀνακούφιση. Ὅλοι πίστευαν, ὅτι τὸ τελευταῖο ἔγκλημα τῶν Ἀλβανῶν, ἡ δολοφονία τῶν 4 Ἑλλήνων παλληκαριῶν στὸ Ἀλύκο στὶς 12 Δεκεμβρίου 1990 θὰ ἀποτελοῦσε πλέον παρελθόν, μαζὶ μὲ τὴν κομμουνιστικὴ δικτατορία τῶν Χότζα – Ἀλία.
Ὅμως, γρήγορα ἡ αἰσιοδοξία παραχώρησε τὴν θέση της στὴν νέα ἀλβανικὴ τρομοκρατία καὶ τὸ ἔγκλημα, σὲ βάρος τῶν Ἑλλήνων τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἔτσι, τὸν Αὔγουστο τοῦ 2010 δολοφονεῖται ἕνα παλληκάρι ἀπὸ τὴν Χειμάρρα, ὁ Ἀριστοτέλης Γκούμας. Τὸ “ἔγκλημά” του ; Μιλοῦσε Ἑλληνικά ! Καὶ τώρα, στὶς 28 Ὀκτωβρίου 2018, ἔρχεται ἡ δολοφονία τοῦ λεβέντη Κωνσταντίνου Κατσίφα, ἀπὸ τὸ Βουλιαράτι τοῦ Ἀργυροκάστρου, ἐπειδὴ ὕψωσε τὴν Ἑλληνικὴ Σημαία – μεγάλων διαστάσεων – στὸ στρατιωτικὸ κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ του, ὅπου εἶναι θαμένοι ἑκατὸ περίπου ἥρωες τοῦ Ἔπους τοῦ 1940. Τὸ γενναῖο Ἑλληνόπουλο, προτοῦ ἐκτελεστῆ, φώναξε – ὅπως μετέδωσαν τὰ ἀλβανικὰ μέσα ἐνημερώσεως - “Ζήτω ἡ Ἑλλάς – Ζήτω ὁ Ἑλληνισμός”. Κι’ ὕστερα, ἀφοῦ σύρθηκε βάναυσα 60 -70 μέτρα πάνω στὸ χῶμα καὶ στὶς πέτρες, τοῦ δόθηκε ἡ χαριστικὴ βολή. Αὐτὸ τὸ διεπίστωσε καὶ τὸ ἔχει καταγγείλει γιατρός, μέλος τοῦ Πανελληνίου Συλλόγου Βορειοηπειρωτικοῦ Ἀγώνα, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ ἄλλους νέους τῆς ΣΦΕΒΑ εἶχαν ἐπισκεφθῆ τὴν περιοχή, γιὰ νὰ γιορτάσουν, μαζὶ μὲ τοὺς Βορειοηπειρῶτες τὴν ἐθνικὴ ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940.
Τώρα, οἱ Ἀλβανοὶ θὰ προβάλλουν συνεχῶς χίλιες δυὸ δικαιολογίες, γιὰ νὰ καλύψουν τὸ ἔγκλημά τους. Ὅμως, ὅ,τι κι’ ἄν κάνουν δὲν μποροῦν νὰ κρύψουν τὸ μῖσος τους γιὰ τὸν Βορειοηπειρωτικὸ Ἑλληνισμό, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν νὰ τὸν σβήσουν ἀπὸ τὶς πατρογονικές τους ἑστίες.
Καλοῦμε τὴν Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ τὶς ἁρμόδιες Ἀρχὲς νὰ ἐπιμείνουν στὴν διαλεύκανση τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος. Προκειμένου δὲ νὰ σταματήσῃ ὁ κατατρεγμὸς τῶν Βορειοηπειρωτῶν ἀπὸ τοὺς ἀδίστακτους Ἀλβανούς, ἀπευθυνόμαστε σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς καλοῦμε νὰ συνειδητοποιήσουν, ὅτι ἡ μοναδικὴ λύση γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τὴν βάρβαρη γειτονικὴ χώρα εἶναι μία :
Η ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Αὐτὸ ἐτόνιζε ὁ μεγάλος καὶ ἅγιος Προκάτοχός μου, ἀείμνηστος Μητροπολίτης ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, αὐτὸ τονίζω καὶ ἐγὼ ὁ ταπεινὸς διάδοχός του. Ἄς τὸ ἀκούσουν ὅλοι. Ἄν, ὅ μὴ γένοιτο, δὲν γίνῃ αὐτό, “οὐκ ἔσται παῦλα τῶν δεινῶν”. Πάντως, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε σκοπό, μὲ κανένα τρόπο, νὰ γίνουμε νεκροθάφτες τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τελεία καὶ παῦλα”.
(Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως).

Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς: Όταν η "Νέα Εποχή" παραμερίζει την Χριστιανική Διδασκαλία




ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 29η Οκτωβρίου 2018

ΟΤΑΝ Η «Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ» ΠΑΡΑΜΕΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Όπως είναι γνωστό η «Νέα Υδροχοϊκή Εποχή», στην οποία ζούμε, διαρκώς εξαπλώνεται. Έχει κατορθώσει να διαποτίσει με την αντίχριστη ιδεολογία της μέγα μέρος της ανθρωπότητος και έχει διαμορφώσει νέα δεδομένα, καταστροφικά και ολέθρια, για την πνευματική της πορεία. Εδώ και αιώνες φρόντισαν τα σκοτεινά κέντρα της, που ρυθμίζουν τις τύχες της ανθρωπότητος, να εισαγάγουν σ’ αυτήν μια νέα πρωτόγνωρη «πνευματικότητα», η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο αντίποδας της γνήσιας πνευματικότητος, που είναι καρπός της Χάριτος του παναγίου Πνεύματος. Η νέα αυτή «πνευματικότητα» πηγάζει από τον σκοτεινό και ερεβώδη κόσμο του αποκρυφισμού, της μαγείας και του δαιμονισμού.

Ο όρος «Νέα Εποχή» (New Age), είναι παρμένος από την αστρολογία, σύμφωνα με την οποία, κατά την αντίληψη των αποκρυφιστών και θεοσοφιστών, ο ήλιος γυρίζει γύρω από ένα κεντρικό άξονα και η περιστροφή του διαρκεί χιλιάδες χρόνια. Η τροχιά του διαιρείται σε 12 μέρη και αποτελεί τον ζωδιακό κύκλο. Για να περάσει από το ένα ζώδιο στο άλλο, χρειάζεται γύρω στα δύο χιλιάδες χρόνια. Αυτές είναι οι εποχές. Σε κάθε εποχή κυριαρχεί ένας νέος διδάσκαλος, ένας «αβατάρ»-Μεσσίας, που φέρνει νέες αλήθειες στη γη. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εποχή του Χριστιανισμού, η εποχή των Ιχθύων, πέρασε και μπήκαμε σε μια νέα εποχή, την εποχή του Υδροχόου. Ο Χριστιανισμός ο οποίος κυριάρχησε στην εποχή των ιχθύων έχει πλέον χρεοκοπήσει διότι κράτησε την ανθρωπότητα στο πνευματικό «σκοτάδι» και την οπισθοδρόμηση. Τώρα με την έλευση του «φωτός», της «Νέας Εποχής», η ανθρωπότητα θα οδηγηθεί στην «πραγματική αλήθεια», το «φωτισμό» και την «ευημερία»! Σύμφωνα με την ιδεολογία των οπαδών της «Νέας Εποχής», περιμένουμε ένα νέο Μεσσία, τον Μεσσία της «Νέας Εποχής», ο οποίος θα είναι συγχρόνως, ένας παγκόσμιος πολιτικός ηγέτης, που θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα, αλλά και θρησκευτικός, που θα ενώσει όλες τις θρησκείες. Θα εγκαταστήσει μια νέα τάξη πραγμάτων, τόσο σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο όσο και σε θρησκευτικό. Αυτοί είναι οι δύο κεντρικοί στόχοι της «Νέας Εποχής». Στο κίνημα αυτό συστεγάζονται και αλληλοπεριχωρούνται η θεοσοφία ο αποκρυφισμός, και ο νεογνωστικισμός, ενώ η μασονία και ο διεθνής σιωνισμός βρίσκονται σε παράλληλη πορεία. Οι ίδιοι οι εκφραστές της αυτοπροσδιορίζονται, ως «ένα δυναμικό ρεύμα πνευματικής αναζήτησης, που αναπροσανατολίζει την ανθρώπινη συνείδηση σε νέες πηγές αληθείας», και που ως γνώρισμα έχει την «πύρινη αγάπη», την «πνευματικότητα» και «την καθολική ελευθερία μέσα στην αναδυόμενη παγκόσμια κοινότητα πέρα από διακρίσεις φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ή ιδεολογικές». Οι παρά πάνω θέσεις και απόψεις, φαίνονται βέβαια πολύ ελκυστικές, εντυπωσιάζουν, και γίνονται εύκολα αποδεκτές. Κατά βάθος όμως δεν αποτελούν τίποτε άλλο, παρά το προσωπείο της «Νέας Εποχής», στην προσπάθειά της να παραπλανήσει και να διαβρώσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Πίσω από το προσωπείο κρύβεται μια άλλη, σκοτεινή και εφιαλτική πραγματικότητα. Διότι τίποτε από όσα επαγγέλλεται και διακηρύσσει η Νέα Εποχή, δεν είναι νέο. Απολύτως τίποτα. Αντιθέτως η Ορθόδοξη Εκκλησία, το μόνο αληθινά νέο και καινό το οποίο βιώνει και ομολογεί εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια είναι η ενσάρκωση του Θεού Λόγου, όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Με την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, «επιτελείται το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον».

Βασικό «δόγμα» της «Νέας Εποχής» είναι ότι δεν υπάρχει προσωπικός Θεός, αλλά μια απροσδιόριστη «Συμπαντική Δύναμη ή Ενέργεια», η οποία διαχέεται στο σύμπαν και «ενεργοποιεί» τα πάντα. Πραγματικός «θεός» είναι ο άνθρωπος, ο οποίος κρύβει μέσα του τη «θεότητα», σε λανθάνουσα μορφή και ο οποίος καλείται να συνειδητοποιήσει τη «θεότητά» του και να την ενεργοποιήσει, μέσω συγκεκριμένων πρακτικών (γιόγκα, διαλογισμός, μαγεία, κ.α.) για να γίνει, με τις δικές του δυνάμεις «αληθινός θεός». Είναι η πραγμάτωση του ολέθριου «ευαγγελίου του όφεως», προς τους Πρωτοπλάστους «έσεσθε ως θεοί» (Γεν.3,5). Κατόπιν αυτού ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη σωτηρίας και σωτήρος, αλλά καλείται ο ίδιος να «σώσει» τον εαυτό του από την «άγνοια της θεϊκής του φύσεως» και να αυτοπραγματωθεί. Με αυτή την τερατώδη και σατανική δοξασία όμως ακυρώνεται το μυστήριο της Θείας Ενανθρωπήσεως και παραμερίζεται το θεανδρικό Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το οποίο υποβιβάζεται σε έναν σημαντικό άνθρωπο, σε έναν «αβατάρ» του Ινδουισμού και τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τον Βούδα, τον Κρίσνα, τον Μωυσή, τον Πυθαγόρα, τον Ιησού, το Μωάμεθ, τον Κρισναμούρτι, κ. α.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ: Υφίσταται εν τη Ορθοδόξω Καθολική Εκκλησία δικαιοδοτική αρμοδιότης εφ' όλης της Εκκλησίας εκτός της αρμοδιότητος της Οικουμενικής Συνόδου;


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833, Fax +30 210 4518476, Email:impireos@hotmail.com
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 18ῃ Ὀκτωβρίου 2018
ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΕΝ ΤΗι ΟΡΘΟΔΟΞΩι ΚΑΘΟΛΙΚΗι ΕΚΚΛΗΣΙΑι ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΣ ΕΦ’ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ;
Μέ ἀφορμή τήν ἐξέλιξη τοῦ Οὐκρανικοῦ λεγομένου ζητήματος τίθεται ἀναποδράστως τό ἀνωτέρω ἐρώτημα πρός διερεύνησι καί διασάφησι διότι ἀποτελεῖ τήν «λυδία λίθο» κατανοήσεως τοῦ προβλήματος ὅπως τίθεται σήμερον.Ἀσφαλῶς τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως κατά τό Κανονικό Δίκαιο τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἔχει κατά τούς θείους καί ἱεορύς κανόνας Γ΄ τῆς Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ΚΗ΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τά πρεσβεῖα τιμῆς μεταξύ τῶν Πατριαρχικῶν Θρόνων,μετά τόν Θρόνο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης στήν Ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Μετά δέ τήν σχᾶσι καί ἔκπτωσι ἐξ Αὐτῆς τοῦ Θρόνου τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης τυγχάνει ὁ πρῶτος Θρόνος στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία καί ἔχει τό κανονικό καί ἔννομο δικαίωμα τῆς τιμητικῆς προεδρίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τῆς προεδρίας συγκληθησομένης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί κατά ταῦτα τοῦ συντονισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὡς συμβαίνει μέ ὅλες τίς προεδρίες ἀνά τόν κόσμο διϊστορικῶς. Ἀπονέμει δέ αὐτοκεφαλία καί αὐτονομία σέ ἐκκλησιαστικές δομές, ὑπό τόν ὅρο τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἀποφάσεών Του, ἀπό τήν ὁποθενδήποτε συγκληθησομένη Οἰκουμενική Σύνοδο. Τά ἀνωτέρω βεβαίως ἰσχύουν ἐπειδή δέν κατορθώθηκε εἰσέτι ἡ συναπόφαση τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἀποδοχή διαδικασίας ἀπονομῆς τῆς αὐτοκεφαλίας καί τοῦ αὐτονόμου πού συζητεῖται ἐπί πενήντα ἔτη καί προβλέπει αἴτησι τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, συναίνεσι τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας καί ἔγκρισι τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Κατά ταῦτα τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο δύναται νά χορηγήσει αὐτοκεφαλία σέ ἐκκλησιαστική δομή πού τό ζητεῖ καί πού πληροῖ τούς κανονικούς ὅρους, ἀλλά στήν συγκεκριμένη περίπτωση τῆς Οὐκρανίας ἐγείρεται τό θέμα ὅτι ἡ μόνη κανονική ἐκκλησιαστική δομή τῆς χώρας, πού μέ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Δ΄ἀπό τό 1686 διοικεῖται ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας δέν ἐπιθυμεῖ καί δέν ἐπιδιώκει σήμερα τήν ἀνακήρυξη της σέ αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία. Τήν αὐτοκεφαλία τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπιδιώκουν ὁ δυτικόφιλος οὐνίτης Πρόεδρος τῆς χώρας Πέτρο Ποροσένκο, τό κοινοβούλιο τῆς χώρας καί δύο σχισματικές ἐκκλησιαστικές δομές, ἡ«Οὐκρανική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία-Πατριαρχεῖο Κιέβου», πού ἀποσπάστηκε τό 1992 ἀπό τό Ρωσσικό Πατριαρχεῖο μέ σκληρές ἐπιθέσεις καί ἀναθέματα κατά τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας μέ ἐπικεφαλής τόν καθηρημένο καί ἀναθεματισμένο πρώην Μητροπολίτη Κιέβου μοναχό Φιλάρετο (Ντενισένκο) καί ἡ«Οὐκρανική Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», πού δημιουργήθηκε τό 1921 ἀπό τίς Σοβιετικές Ἀρχές καί ἕνεκεν τῆς συμπράξεώς της μέ τούς Ναζί κατακτητές τῆς χώρας κατεδιώχθη καί συνέπτυξε «ἐκκλησία τῶν κατακομβῶν» καί μετά ταῦτα ἀνεβίωσε τό 1980 ἀπό τόν αὐτοπροσδιοριζόμενο ὡς «Πατριάρχη» Μστισλάβ πού ζοῦσε στή Δύση καί σήμερα διοικεῖται ἀπό τόν αὐτοπροσδιοριζόμενο ὡς «Μητροπολίτη Κιέβου καί πάσης Οὐκρανίας» Μακάριο Μαλέτιτς.
Τό Σεπτό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπέστειλε δύο ἐξάρχους γιά τήν διερεύνηση τοῦ θέματος καί ἀπεφάσισε Συνοδικῶς νά χορηγήσει αὐτοκεφαλία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας ἀπροσδιορίστως πρός τό παρόν καί βέβαια ὄχι στήν ἀναγνωριζομένη ὑπό πάντων καί ὑπό τοῦ Σεπτοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κανονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν Μητροπολίτη Ὀνούφριο πού κανονικῶς ἐξαρτᾶται ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας πού δέν τό ἐπιθυμεῖ καί δεύτερον ἀπεκατέστησε στήν κανονική τάξη τίς δύο σχισματικές «Ἐκκλησιαστικές» δομές μέ τούς ἐπικεφαλής των, τῶν ὁποίων τήν κανονική κατάσταση οὐδεμία ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας ἀνεγνώριζε. Εἰδικώτερα ὁ μοναχός Φιλάρετος Ντενισένκο, κληρικός τυγχάνων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὡς Μητροπολίτης Κιέβου τό 1992 καθηρέθη ἐκ τοῦ ὑψηλοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης ὑπουργήματος καί μετά ταῦτα ἀνεθεματίσθη γιά τήν πρόκλησι σχίσματος ἀλλά καί γιά ἑτέρας ἀντικανονικάς αὐτοῦ ἐνεργείας, ὁ δέ ἕτερος οὐδεμία κανονική χειροτονία κέκτηται προερχόμενος ἐξ «Ἱεραρχίας» μιᾶς μορφῆς «ζώσης Ἐκκλησίας» τοῦ Σοβιετικοῦ Καθεστῶτος πού συνεστήθη τό 1921.
Τό κρίσιμο ἑπομένως θέμα πού τίθεται ἀπό κανονικῆς ἐπόψεως στό συγκεκριμένο ζήτημα εἶναι ἐάν ἡ ἀπόφασις τελείας συνόδου προεδρευομένης ὑπό Πατριάρχου ὡς εἶναι ἡ σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι ἀνέκκλητος ἤ δύναται νά ἐκκληθῆ ἐνώπιον ἄλλης Πατριαρχικῆς συνόδου. Τό θέμα αὐτό ἀπησχόλησε τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία μετά τήν σύνοδο τῆς Σαρδικῆς καί τούς κανόνες Γ΄, Δ΄ καί Ε΄. Πρῶτος ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης Ζώσιμος ἐπικαλούμενος τούς κανόνες τῆς Σαρδικῆς, ὡς κανόνες δῆθεν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, διεξεδίκησε δικαιώματα ὑπάτου δικαστοῦ ἐπί τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Β. Ἀφρικῆς καί ἀξίωσε τήν ἀποκατάσταση τοῦ καθαιρεθέντος ἀπό τόν ἐπίσκοπο SiccaΟὐρβανό πρεσβυτέρου Ἀπιαρίου. Οἱ ἀφρικανοί ἐπίσκοποι ἀπέκρουσαν διαρρήδην τό ὑπό τοῦ ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης Ζωσίμου καί τοῦ διαδόχου του Βονιφατίου Κελεστίνου Α΄ ἀξιούμενο δικαίωμα ὑπάτου δικαστοῦ τῶν ἐκκλησιῶν τους τό 424. Προηγουμένως ἡ ἐν Καρθαγένῃ τοπική σύνοδος μέ τόν ΛΣΤ (31) κανόνα της (κατ’ ἀρίθμησιν «Πηδαλίου»), ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνεται ἀπαράλακτος καί μέ τόν ΡΛΔ (129)κανόνα τῆς ἰδίας συνόδου νομοθέτησε: «Ὁμοίως ἤρεσεν, ἵνα οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ διάκονοι καὶ οἱ λοιποὶ κατώτεροι κληρικοί, ἐν αἷς ἔχουσιν αἰτίαις, ἐὰν τὰ δικαστήρια μέμφωνται τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οἱ γείτονες ἐπίσκοποι ἀκροάσωνται αὐτῶν καί, μετὰ συναινέσεως τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τὰ μεταξὺ αὐτῶν διαθῶσιν οἱ προσκαλούμενοι παρ’ αὐτῶν ἐπίσκοποι. Διό, εἰ καὶ περὶ αὐτῶν ἔκκλητον παρέχειν νομίσωσι, μὴ ἐκκαλέσωνται εἰς τὰ πέραν τῆς θαλάσσης δικαστήρια, ἀλλὰ πρὸς τοὺς πρωτεύοντας τῶν ἰδίων ἐπαρχιῶν, ὡς καὶ περὶ τῶν ἐπισκόπων πολλάκις ὥρισται. Οἱ δὲ πρὸς περαματικὰ δικαστήρια διεκκαλούμενοι, παρ᾽ οὐδενὸς ἐν τῇ Ἀφρικῇ δεχθῶσιν κοινωνίαν» καί τό σημαντικόν εἶναι ὅτι οἱ κανόνες τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου ἐπικυρώθησαν ὁρισμένως καί ὀνομαστικῶς ἀπό τόν Β΄ κανόνα τῆς ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἁπλῶς δέ ἀπό τόν Α΄ τῆς Δ΄ καί τόν Α΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἑπομένως ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία ἐδέχθη ὅτι τά ὑπό τοῦ Γ΄,Δ΄ καί Ε΄ κανόνων τῆς Σαρδικῆς, ὁριζόμενα ἀφοροῦσαν εἰδικό προνόμοιο πού ἀπενεμήθη στόν τότε Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης διά τούς ὑπ’ αὐτόν ὑπαγομένους Ἐπισκόπους καί μόνον καί ὄχι περί ἀναθέσεως ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας σέ αὐτόν. Σχετικά ὁ Ζωναρᾶς λέγει: «Οὔτε οὖν τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου ἐστίν ὁ κανών, οὔτε πᾶσας τάς ἐκκλήτους ἀνατίθησι αὐτῷ ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ» (Σ.Γ.241), ὁ δέ Βαλσαμών ἀναφέρει: «εἰδικόν γάρ ἐστί τοῦτο εἰς τάς ἐκκλησιαστικάς ὑποθέσεις τοῦ Πάπα καί κρατεῖν ὀφείλει ἔνθα ἐξεφωνήθη» (Σ.Γ.239). Συνεπῶς ἡ ἀπαίτησις τοῦ τότε Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης γιά προνόμιο ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας ἀπερρίφθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διότι ἔγινε δεκτή ἡ κανονική διάταξι τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος διά τῆς Ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι θά ἀφορίζονται οἱ κληρικοί ἑτέρου ἐκκλησιαστικοῦ κλίματος πού θά ἐκκαλοῦν ἐνώπιον τοῦ ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης τάς ὑποθέσεις των.
Στήν Ὀρθόδοξο Καθολική Ἐκκλησία ἐπί τῇ βάσει τῶν Θ. καί Ἱ. Κανόνων Θ΄ καί ΙΖ΄ τῆς ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού διακελεύουν: «Εἰ δὲ πρὸς τὸν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην, ἐπίσκοπος ἤ κληρικὸς ἀμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καὶ ἐπ’ αὐτῷ δικαζέσθω», σέ προσβολή δι’ ἐκκλήτου δέν ὑπόκειται, δηλ. τυγχάνει ἀνέκκλητος ἐκδοθεῖσα καταδικαστική ἀπόφασις ὑπό τελείας Συνόδου,συνελθούσης κατ’ ὀρθήν ἐφαρμογή τοῦ ΚΗ΄ἀποστολικοῦ Κανόνος καί τοῦ Δ΄ κανόνος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου, ὅπως εἶναι ἡ ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἐξάρχου τῆς Διοικήσεως τελοῦσα Γενική Σύνοδος τῶν Μητροπολιτῶν ἤ ἡ ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Πατριάρχου τελοῦσα Σύνοδος τοῦ οἰκείου Πατριαρχικοῦ κλίματος. Τόσον ὁ Θ΄ ὅσο καί ὁ ΙΖ΄ κανόνες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου θέτουν διαζευκτικό ἤ στήν ἴδια κανονική πρόβλεψη γιά τόν Ἔξαρχο τῆς Διοικήσεως καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως καί παρέχουν δυνατότητα ἰσοτίμου προσφυγῆς καί ἑπομένως δέν ἀνιδρύουν οἱ κανόνες γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως ὑπερτάτη δικαστική ἁρμοδιότητα καί ἕτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Ἔξαρχο δέ τῆς Διοικήσεως θεωροῦν τόν Πρόεδρο τοῦ οἰκείου Πατριαρχικοῦ κλίματος. Ὁ Βαλσαμών ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Αἱ ψῆφοι τῶν Πατριαρχῶν ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκεινται, Ν ΡΚΓ΄, κβ, Β.Γ.α.λη «ὁ μακαριώτατος πατριάρχης ἐκείνης τῆς διοικήσεως μεταξύ αὐτῶν ἀκροάσθω, κακεῖνα ὁριζέτω ἅτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κανόσι, καί τοῖς νόμοις συνάδει, οὐδενός μέρους κατά τῆς ψήφου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου», στήν δέ «Ἐπαναγωγή» ΙΑ΄,6(J.G.R. τ Β΄, 260) «Τό τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδέ ἀναψηλαφᾶται ὑφ’ ἑτέρου, ὡς ἀρχή καί αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων», ὁ δέ Ἱερός καί Μέγας Φώτιος στά «Νομοκανονικά» του Θ, α΄ (Σ.Α. 169) γράφει: «οὔτε γάρ ἐκκαλοῦντο αἱ τῶν Πατριαρχῶν ψῆφοι». Κατά ταῦτα ἡ δικαστική κρίσις οἱασδήποτε Ἁγίας καί Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς Συνόδου πού ἀποτελεῖ κατά τό κανονικό μας δίκαιο τελεῖα Σύνοδο καί ἐκφέρεται μετά ἀπό ἐκδίκαση ποινικῆς ὑποθέσεως τυγχάνει ἀνέκκλητος δυναμένη μόνον νά ἐκκληθῆ ἐνώπιον Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Π. Παναγιωτάκου «Σύστημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Τό ποινικό Δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας» σελ. 836 ἑπ., ΑΘΗΝΑΙ 1962).
Ὑπομνηματίζων ὁ θεοφώτιστος Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τόν Θ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στίς σελ. 192-193 «Πηδάλιο» ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλ. 1998, «ἀπαντῶν» στόν ἐξωμότη καί ἐξουνιτισθέντα Βησσαρίωνα καί στούς ὅπως ἀναφέρει Παπιστές Βίνιον καί Βελαρμῖνον, ἀναφέρεται στό ζήτημα μέ ἐξαίρετη κανονική ἀνάλυση λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ δῆλόν ἐστι ά. διατί ἐν τῇ δ΄. πράξει τῆς ἐν Χαλκηδόνι ταύτης Συνόδου ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος ἐνεργήσας ὑπερόρια, καί λαβών τήν Τύρον ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν της Φώτιον, καί δούς αὐτήν εἰς τόν Βηρυτοῦ Εὐσέβιον, καί καθελών καί ἀφορίσας τόν Φώτιον, ἐμέμφθη καί ἀπό τούς ἄρχοντας, καί ἀπό ὅλην τήν Σύνοδον διά τοῦτο. Καί ἀγκαλά ἐπροφασίσθη πολλά, μέ ὅλον τοῦτο ὅσα ἐκεῖ ἐνήργησεν, ἀκυρώθησαν ὑπό τῆς Συνόδου, καί ὁ Φώτιος ἐδικαιώθη, καί τάς ἐπισκοπάς τῆς Τύρου ἔλαβε.Διό καί ὁ Ἐφέσου Ἰσαάκ ἔλεγεν εἰς Μιχαήλ τόν πρῶτον τῶν Παλαιολόγων, ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἐκτείνει τήν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐπί τά Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (κατά τόν Παχυμέρην βιβλ. στ'. κεφ. ά)• β'. ὅτι οἱ πολιτικοί καί βασιλικοί νόμοι δέν προσδιορίζουσιν ὅτι ἡ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως μόνον κρίσις καί ἀπόφασις δέν δέχεται ἔκκλητον, ἀλλ΄ ἀορίστως ἑκάστου Πατριάρχου καί τῶν Πατριαρχῶν πληθυντικῶς. Λέγει γάρ Ἰουστινιανός Νεαρά ρκγ΄, ὁ Πατριάρχης τῆς Διοικήσεως ἐκεῖνα ὁριζέτω, ἅτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς Κανόσι καί τοῖς νόμοις συνάδει, οὐδενός μέρους κατά τῆς ψήφου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου. Καί ὁ σοφός Λέων ἐν τῷ ά. τίτλ. τῆς νομικῆς αὐτοῦ ἐπιτομῆς, λέγει, τό τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδέ ἀναψηλαφᾶται ἀπό ἄλλον, ὡς ἀρχή ὅν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐξ αὐτοῦ γάρ πάντα τά κριτήρια, καί εἰς αὐτό ἀναλύει. Καί ὁ Ἰουστινιανός πάλιν βιβλ. γ. κεφ. β. τῆς συναγωγῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὁ ἁρμόδιος Πατριάρχης ἐξετάσει τήν ψῆφον, μή δεδιώς ἔκκλητον, καί βιβλ. ά. τιτλ. δ΄ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διαταγῆς, οὐκ ἐκκαλοῦνται αἱ τῶν Πατριαρχῶν ψῆφοι, καί πάλιν βιβλ. ά. τίτλ. δ'. κεφ. κθ΄ κατά τῶν ἀποφάσεων δέ τῶν Πατριαρχῶν, ἐνομοθετήθη ἀπό τούς πρό ἡμῶν Βασιλεῖς νά μή γίνεται ἔκκλητος. Λοιπόν ἀνίσως κατά τούς Βασιλεῖς τούτους, οἵτινες συμφωνοῦσι μέ τούς ἱερούς Κανόνας, αἱ ψῆφοι τῶν Πατριαρχῶν πάντων δέν δέχονται ἔκκλητον, ἤτοι δέν ἀναβιβάζονται εἰς ἄλλου Πατριάρχου κριτήριον, πῶς ὁΚωνσταντινουπόλεως δύναται ταύτας νά ἀνακρίνη; καί ἄν ὁ παρών Κανών τῆς δ΄ἀλλά καί ιζ΄ αὐτῆς, σκοπόν εἶχε νά ἔχῃ ὁΚωνσταντινουπόλεως τήν ἔκκλητον τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν, πῶς οἱ Βασιλεῖς ἤθελαν θεσπίσουν ἐκ διαμέτρου ὅλον τό ἐναντίον, εἰς καιρόν ὅπου αὐτοί ἐγίνωσκον ὅτι οἱ μή συμφωνοῦντες τοῖς Κανόσι πολιτικοί νόμοι μένουσιν ἄκυροι;γ΄. ὅτι, ἄν δώσωμεν κατά τούς ἀνωτέρω Παπιστάς ὅτι ὁ Κωνσταντινουπόλεως κρίνει τούς Πατριάρχας, καί ἀνακρίνει τάς κρίσεις αὐτῶν, ἐπειδή ὁ Κανών δέν κάμνει ἐξαίρεσιν τίνος καί τίνος Πατριάρχου, ἄρα κρίνει ὁ αὐτός καί ἀνακρινεῖ καί τόν Ρώμης, καί οὕτως ἔσται ὁΚωνσταντινουπόλεως καί πρῶτος καί ἔσχατος καί κοινός κριτής πάντων τῶν Πατριαρχῶν καί αὐτοῦ τοῦ Πάπα».
Συνεπῶς κανονικό δικαίωμα ἐπανεξετάσεως τῆς ὑποθέσεως τοῦ Μοναχοῦ Φιλαρέτου Ντενισένκο μετά τίς ἀποφάσεις τῆς τελείας Πατριαρχικῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἔχει μόνον ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ὅπως ἄλλωστε ὁ Σεπτός Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 1203/29.8.1999 Πατριαρχικόν Του Γράμμα πρός τόν Μακαριστόν Πατριάρχην Μόσχας κυρόν Ἀλέξιον ἀποδέχεται γράφων: «Εἰς ἀπάντησιν πρός σχετικό τηλεγράφημα καί γράμμα τῆς Ὑμετέρας λίαν ἀγαπητῆς καί περισπουδάστου Μακαριότητος, ἐπί τοῦ ἀνακύψαντος προβλήματος ἐν τῇ καθ’Ὑμᾶς ἀδελφῇ Ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ρωσσίας, ὅπερ πρόβλημα ὡδήγησε τήν Ἱεράν Σύνοδον αὐτῆς ὅπως προβῇ, δι’οὕς οἷδεν αὕτη λόγους, εἰς τήν καθαίρεσιν τοῦ ἄχρι πρότινος ἐκ τῶν τά πρῶτα φερόντων Συνοδικοῦ μέλους αὐτῆς Μητροπολίτου Κιέβου κυρίου Φιλαρέτου, ἐπιθυμοῦμεν ἵνα γνωρίσωμεν τῇ Ὑμετέρᾳ Ἀγάπῃ ἀδελφικῶς ὅτι ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα εἰς τό ἀκέραιον τήν ἐπί τοῦ θέματος ἀποκλειστικήν ἀρμοδιότητα τῆς ὑφ’ Ὑμᾶς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἀποδέχεται τά Συνοδικῶςἀποφασισθέντα περί τοῦ ἐν λόγῳ, μή ἐπιθυμοῦσα τό παράπαν ἵνα παρέξῃ οἱανδήτινα δυσχέρειαν εἰς τήν καθ’ Ὑμᾶς ἀδελφήν Ἐκκλησίαν».
† ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Δ' Θεολογικό Συνέδριο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου: «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία»


Δ' Θεολογικό Συνέδριο Ἱ.Μητροπόλεως Ναυπάκτου: «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία»
Τό Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018, στήν Ναύπακτο πραγματοποιήθηκε,  μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου, τό Δ' Θεολογικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, μέ γενικό θέμα «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία».
Στήν αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τῆς Μητροπόλεως πού παρά τίς ἔκτακτες καιρικές συνθῆκες ἦταν ἀσφυκτικά γεμάτη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ Συνεδρίου, 9:00 πμ. μέχρι τό τέλος στίς 2:00 μμ., παρέστησαν οἱ Ἀρχές τοῦ τόπου, Κληρικοί, μοναχοί καί μοναχές καί πολλοί πιστοί. 
Οἱ Εἰσηγητές καί τά θέματα πού ἀνέπτυξαν ἦταν ἐπιγραμματικά: –Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος: «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία». –Μαρίνα Κολοβοπούλου, Ἐπίκουρος Καθηγήτρια Ε.Κ.Π.Α: –«Ἡ προσφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Γένος κατά τήν Τουρκοκρατία». –Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος, Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.: «Ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ μέ τούς θεολόγους τῆς Τυβίγγης». Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.: –«Ὁ μύθος περί ξένων ἐπιδράσεων στά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου». –Λάμπρος Σιάσος, Καθηγητής Α.Π.Θ.: «Ὑπῆρξεν Μεθόδιος ὁ Ἀνθρακίτης «τέρας ἀποφώλιον»; Ζητήματα θεολογικῆς ἀκρισίας κατά τόν ΙΗ΄ αἰώνα».  –Γεώργιος Παναγόπουλος, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Α.Ε.Α. Βελλᾶς: «Ἡ Φιλοκαλία τῶν ἁγίων Μακαρίου καί Νικοδήμου ὡς συνέχεια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως».
Τό Συνέδριο ἄρχισε μέ ἐπίκαιρους ὕμνους ἀπό χορό ἱεροψαλτῶν μέ χοράρχη τόν κ. Παντελῆ Ἀναστασόπουλο καί ἀμέσως μετά ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος κήρυξε τήν ἔναρξή του.
Δ' Θεολογικό Συνέδριο Ἱ.Μητροπόλεως Ναυπάκτου: «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία»
*
Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀβύδου κ. Κύριλλος ἀνέγνωσε τό Μήνυμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρός τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου γιά τό Συνέδριο. Μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ Παναγιώτατος ἔγραφε:
«Ἐπαινοῦμεν τήν χριστοτερπῆ μέριμναν ὑμῶν διά τήν ὀργάνωσιν θεολογικῶν συνεδρίων, τά ὁποῖα συνάγουν ἐπί τό αὐτό μύστας τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης, κληρικούς καί λαϊκούς θεολόγους, νέους ἀνθρώπους μέ πνευματικά ἐνδιαφέροντα καί ἄλλους πολλούς, πρός μελέτην καί συζήτησιν σημαντικωτάτων διά τήν ὀρθόδοξον ἡμῶν αὐτοσυνειδησίαν θεμάτων, ὡς τό ἀντικείμενον τῆς παρούσης συνάξεως, ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ὁποίου θά προσεγγισθῇ καί ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διά τήν ἑνότητα καί τήν ταυτότητα τοῦ Γένους κατά τήν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας, διά τήν διατήρησιν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν αὐτοσυνειδησίας, καί γενικώτερον, διά τήν διάσωσιν καί ἀνάπτυξιν τοῦ ἡμετέρου πολιτισμοῦ. ...
Καθ’ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς Τουρκοκρατίας, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἦτο ὁ πνευματικός φάρος διά τό Γένος, ἡ ἀκένωτος πηγή ἐκ τῆς ὁποίας τοῦτο ἤντλει δύναμιν καί ἐλπίδα διά τήν ἐπιβίωσιν καί τήν διαφύλαξιν τῆς ἰδιοπροσωπίας του. Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία προσέφερεν εἰς τό πλήρωμά της οὐχί ἁπλῶς “βοήθειαν”, ἀλλά “Ἀλήθειαν”, τόν προσανατολισμόν πρός τόν Χριστόν τήν “αὐτοαλήθειαν”, καί πρός τά σωτηριώδη ἀκατάλυτα διδάγματα αὐτοῦ, τήν ἀφοσίωσιν εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν μετοχήν εἰς τήν λειτουργικήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἁπλότητα καί τήν ὀλιγάρκειαν, τήν εὐχαριστιακήν χρῆσιν τοῦ κόσμου,  τήν ἐλευθερίαν  “ἐκ καθαρᾶς καρδίας”. Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας “ἐν τῷ κόσμῳ” ἦτο διά τούς πιστούς πρόγευσις τῆς «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» δόξης τῆς Βασιλείας, τῆς ἐσχατολογικῆς πληρώσεως τῆς Θείας Οἰκονομίας.
Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, θεωροῦμεν ἄτοπον κάθε μορφῆς ὑποτίμησιν τῆς πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς καταστάσεως τοῦ Γένους κατά τήν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας. ...
Προσευχόμεθα καί εὐχόμεθα, ἡ νέα γενεά τῶν Ὀρθοδόξων νά κατανοήσῃ τήν ζωτικήν σημασίαν τῆς μελέτης καί τῆς οἰκειώσεως τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Παραδόσεως, νά ἐμπνευσθῇ ἐκ τῆς πίστεως καί τῆς ἀφοσιώσεως τῶν Πατέρων ἡμῶν εἰς Χριστόν, ὅτι  "οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία∙ οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς" ...».
Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Νέας Ἰωνίας κ. Γαβριήλ ἀνέγνωσε τό Μήνυμα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος καί Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κ. Ἱερωνύμου, ὁ ὁποῖος μεταξύ ἄλλων τόνισε:
«Διαπιστώνει κανείς ὅτι σέ καιρούς ἐμπερίστατους γιά τόν Ἑλληνισμό, ὅπως οἱ χρόνοι τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ θλίψεις τῆς δουλείας δέν στάθηκαν ἱκανές νά ἀνακόψουν τό χάρισμα τῆς θεολογικῆς ἀναζητήσεως καί μελέτης. Καθώς σημειώνεται ἀπό ἕναν ἠπειρώτη λόγιο τῆς ἐποχῆς “ἡ ἡμετέρα διάλεκτος πολιτεύεται καί ἡ εὐσέβεια τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κηρύττεται καί διδάσκαλοι σπουδαῖοι κοσμοῦσι τάς ὁμηγύρεις τῶν τε Ἀρχιερέων καί τῶν κληρικῶν καί ἀπ’ ἄμβωνος συνεχῶς κηρύττουσι λόγους”.  Ἡ Ὀρθοδοξία, εἴτε ὡς κοινή πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἴτε ὡς θεολογική ἔκφραση εἴτε κυρίως ὡς βίωμα καί πράξη ζωῆς, δέν γνώρισε τήν ἅλωση, οὖσα ἐκείνη μάλιστα ἡ ὁποία προσέδιδε τό στοιχεῖο τῆς ταυτότητος πού ξεχώριζε τόν Ἕλληνα ἀπό τόν ἀλλόθρησκο ἥ τόν ἑτερόδοξο. ...
 Ὀφείλονται εὐχαριστίες πρός ὑμᾶς, Σεβασμιώτατε, γιά ὅσα σοφῶς προσφέρετε μετ’ ἐπιστήμης, ὥστε τό εὖρος τῆς πνευματικῆς αὐτῆς κληρονομίας νά καρποφορεῖ ἀδιαλείπτως, νά ἀναπτερώνει καί νά φωτίζει τίς ψυχές στούς σημερινούς καιρούς...».
Στήν συνέχεια ὁ Βουλευτής Αἰτωλοακαρνανίας κ. Δημήτριος Κωνσταντόπουλος ἀπηύθυνε χαιρετισμό:
«...Δέν εἶναι ὑπερβολή νά ποῦμε, ὅτι μέσα ἀπό τή θεολογία διατηρήθηκε ἡ πίστη, ἡ γλώσσα καί ἡ ἑλληνικότητα στήν Τουρκοκρατία, κάτι πού ἀντίστοιχα δέ συνέβη σέ ἄλλες περιοχές ὅπου ἡ θεολογία δέν ἀναπτύχθηκε.
Ἡ πίστη καί ἡ ἱστορία τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Οἱ ἡσυχαστές, νεομάρτυρες καί οἱ φιλοκαλικοί πατέρες μέ τό ἔργο τους διαφύλαξαν καί τίς δυό. Ἀκόμα καί κατά τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας καί τῆς ὑποδούλωσης μάλιστα σέ ἀλλόθρησκους, ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθοδοξία συνέχισε νά ἐπιτελῆ τό ἔργο της».
Ἐπανέλαβε τόν λόγο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας ὅτι «τό Βυζάντιο δέν ὑπῆρξε ποτέ μέρος τοῦ Μεσαίωνα» καί εἶπε ὅτι εἶναι μιά μεγάλη ἀλήθεια. «Τόσο κατά τούς Βυζαντινούς χρόνους ὅσο καί ἀργότερα ἀκόμα καί ἐπί Τουρκοκρατίας, ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε ρατσιστική, οὔτε σκοταδιστική. Ἀντίθετα, μέ ἐκπροσώπους της μέσα ἀπό τό λαό δίδαξε τήν ἀγάπη, τήν ἀλληλεγγύη, τήν πίστη, τήν παιδεία, τήν παράδοση. ...
Στό Σεβασμιώτατο νά εὐχηθῶ νά συνεχίση τό θεάρεστο πνευματικό του ἔργο, καθώς καί νά ἔχει ὑγεία καί δύναμη γιά συνέχεια στό πλούσιο συγγραφικό του ἔργο, ὅπου γιά ὅλους μας ἀποτελεῖ πηγή ἀπαντήσεων σέ ἀναζητήσεις τῶν θεολογικῶν προβληματισμῶν μας».
Ἡ Ἀντιπεριφερειάρχης κ. Χριστίνα Σταρακᾶ στόν χαιρετισμό της ἀνέφερε:
«Εὐτυχῶς γιά τήν Ναυπακτία καί τήν Αἰτωλοακαρνανία τά θεολογικά συνέδρια πού διοργανώνει, ὡς θεσμό πιά μέ τήν εὐκαιρία τῆς ὀνομαστικῆς του ἑορτῆς ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Ἱερόθεος, ἔχουν στεριώσει γιά τά καλά καί ἀποτελοῦν σπουδαῖο πνευματικό γεγονός γιά ὅλη τήν χώρα πλέον. ...
Πρόκειται γιά θέματα πού θά παρουσιάσουν κορυφαῖοι μελετητές καί καθηγητές καί οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τό συνέδριο μέ τήν παρουσία τους.
Τό ἔχω πεῖ πολλές φορές, γιατί τό πιστεύω ἀκράδαντα, πώς ὁ Μητροπολίτης μας ἐκτός ἀπό εὐρυμαθῆς, ἐρευνητής καί δάσκαλος, εἶναι κι ἕνας θρησκευτικός ἡγέτης πού χτίζει γέφυρες καί ἀνοίγει πνευματικούς ὁρίζοντες γιά ὅλους μας.
Εἶμαι σίγουρη ὅτι οἱ συμπολίτες μας περιμένουν νά ἀκούσουν τίς ὁμιλίες καί τά συμπεράσματα τούτου τοῦ 4ου Θεολογικοῦ Συνεδρίου ἀπό ἀνθρώπους πού δίνουν νόημα στήν εἰλικρινῆ καί ἀδιάκοπη στό πέρασμα τῶν χρόνων σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Πολιτεία».
Ὁ Δήμαρχος Ναυπακτίας κ. Παναγιώτης Λουκόπουλος συνεχάρη τούς εἰσηγητές τοῦ Συνεδρίου πού τιμοῦν μέ τήν παρουσία τους καί τήν γνώση τους τήν πόλη μας, ὑπογράμμισε τήν σημασία τοῦ θέματος, πού ἀναφέρεται σέ μιά πολύ δύσκολη περίοδο, περίοδο ἀνάγκης γιά τήν Πατρίδα, πού ὡς γνωστόν τότε καί οἱ φίλοι «κλείνουν τήν πόρτα». Ἐκεῖνα τά χρόνια ἡ Ἐκκλησία στάθηκε δίπλα στόν λαό καί τόν βοήθησε.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Μεσολογγίου καί Ναυπάκτου κ. Χρῆστος Παΐσιος, ὑπογράμμισε τήν σημασία καί τό βάθος τοῦ θέματος καί πρότεινε ὡς ἐπίσης σημαντικό θέμα νά μελετηθῆ κάποτε καί ἡ «Δικαιοσύνη στήν Τουρκοκρατία», ἀφοῦ τοὐλάχιστον τήν ἀπόδοση τοῦ οἰκογενειακοῦ δικαίου τήν εἶχε ἀναλάβει ἡ Ἐκκλησία.
*
Στήν συνέχεια παρατίθενται οἱ περιλήψεις τῶν εἰσηγήσεων.
Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος: «Ἡ Θεολογία στήν Τουρκοκρατία».
Ἡ πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως στούς Ὀθωμανούς διαμόρφωσε ἄλλες συνθῆκες γιά τήν ζωή τῶν ὑποδούλων Χριστιανῶν Ρωμηῶν καί τήν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀνέλαβε, ὡς Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τήν εὐθύνη γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διαφύλαξη τῆς παραδόσεώς της.
Ὅμως ἡ διάσπαση τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τῆς Εὐρώπης καί ἡ ἔντονη πολεμική πού ἀναπτύχθηκε μεταξύ τῶν Λατίνων καί τῶν Προτεσταντῶν δημιούργησε διάφορα προβλήματα καί στούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, καί θεολογία κλήθηκε νά λάβη θέση ἔναντιν αὐτῶν.
Βεβαίως, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία πού ἀναπτύχθηκε τόν 14ο αἰώνα καί ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ πέρασε καί στό ὑπόδουλο Γένος. Ὅμως, ὡς πρός τήν ὁρολογία δέχθηκε διάφορες ἐπιδράσεις.
Τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἐγράφησαν ἀπό ὀρθοδόξους διάφορες «Ὁμολογίες», οἱ ὁποῖες σέ μερικά θέματα, ὅπως τό «προπατορικό ἁμάρτημα» καί τήν «μετουσίωση» στήν θεία Εὐχαριστία καί σέ ἄλλα σημεῖα, ἐπηρεάσθηκαν ἄλλοτε ἀπό τούς Λατίνους Ρωμαιοκαθολικούς, καί ἄλλοτε ἀπό τούς Προτεστάντες.
Ὑπῆρξαν ὅμως καί ἰσχυρές ὀρθόδοξες θεολογικές ἀντιστάσεις, ὡς πρός τίς δυτικές ἐπιρροές. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία, μέ τόν πρωτεύοντα ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διατήρησε τήν αὐτοτέλεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοδιοίκησεώς της, ἀναπτύχθηκε ὁ μοναχισμός μέ τήν ἡσυχαστική παράδοση, καί ἐμφανίσθηκαν οἱ νεομάρτυρες πού διαφύλαξαν τήν ὀρθόδοξη πίστη καί αὐτοσυνειδησία. 
Τελικά, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, διαφύλαξε τήν πίστη καί τήν ζωή της, τόσο ἔναντι τῶν κατακτητῶν, ὅσον καί ἔναντι τῶν ἑτεροδόξων χριστιανικῶν ἰδεολογιῶν.
Μαρίνα Κολοβοπούλου, Ἐπίκουρος Καθηγήτρια Ε.Κ.Π.Α: –«Ἡ προσφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Γένος κατά τήν Τουρκοκρατία».
Ἡ εἰσηγήτρια ἄρχισε τόν λόγο της ἀπό τό περιστατικό τοῦ Α' βιβλίου τῶν Βασιλειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν ὁ λαός ζήτησε ἀπό τόν Σαμουήλ βασιλιά, καί ἐνῶ ὁ Σαμουήλ τούς μετέφερε τά βαριά δικαιώματα πού θά εἶχε ὁ βασιλιάς ἐπάνω τους, αὐτοί ἐπέμεναν. Δέν ἤθελαν νά καθοδηγοῦνται ἀπό τήν προφητεία, ἀλλά ἀπό τήν βασιλεία. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀναγκάσθηκε, μετά τήν Ἅλωση νά ἐξασκῆ καί τήν προφητεία-ἱερωσύνη καί τήν βασιλεία-διοίκηση. Καί ὅμως κάτω ἀπό τίς συνθῆκες αὐτές, βοηθοῦσε τούς Ρωμηούς νά βαστάζουν τά βάρη τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ –τόνισε μάλιστα ὅτι τά λεγόμενα «προνόμια» πού δίνονταν στό Πατριαρχεῖο δέν σήμαιναν βεβαίως καλύτερη ἀντιμετώπισή του ἀπό ὅ,τι τούς Ὀθωμανούς, ἀλλά ἀποδεικνύουν ἀκριβῶς ὅτι ὑπῆρχε αὐτός ὁ ζυγός– καί προστάτευε τό πλήρωμα ἀπό τόν προσυλητισμό τῶν μισιοναρίων καί τῶν προτεσταντῶν.
Ἡ διατήρηση τῆς ταυτότητος τοῦ Γένους, τῆς παραδόσεως καί τῆς γλώσσας του μέ τίς πρωτοβουλίες τοῦ Πατριαρχείου καί τόν ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας, κυοφορήθηκε στό περιβάλλον τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Καί αὐτή ἡ πολυποίκιλη προσφορά ἀποτυπώθηκε στά ἐπαναστατικά συντάγματα, καί στό παρόν Σύνταγμα τῆς πατρίδος μας, μέ τήν προμετωπίδα «Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί ὁμοουσίου καί ἀδιαιτέρου Τριάδος».
Κάλεσε δέ ἡ εἰσηγήτρια τούς πολιτικούς νά σεβασθοῦν καί νά διατηρήσουν αὐτήν τήν προσφορά.
Ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος, Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.: «Ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ μέ τούς θεολόγους τῆς Τυβίγγης».
Ὁ Θεοφιλέστατος παρουσίασε τήν ἀλληλογραφία τῶν Θεολόγων τῆς Τυβίγγης μέ τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β' τόν Τρανό, πάνω στήν Αὐγουστέα Ὁμολογία τοῦ Λούθηρου. Συζητήθηκαν θέματα ὅπως ἡ Γραφή καί ἡ Παράδοση, τό filioque, οἱ Ἅγιοι καί ἡ πρεσβεία τους, ἡ Χάρη καί τά ἔργα, τά Μυστήρια, ἰδιαιτέρως γιά τό ἅγιο Χρίσμα. Ὁ Πατριάρχης κατέγραψε τίς ἀπόψεις του, πού εἶναι κατά βάση ἀπόψεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, σέ τρεῖς ἐπιστολές ἐξαντλητικά. Καί βλέποντας τίς διαφορές τους καί ὅτι οἱ Θεολόγοι τῆς Τυβίγγης ἔμεναν ἀμετακίνητοι στίς ἀπόψεις τους καί ἐπανέρχονταν στά ἴδια θέματα, τούς ζήτησε εὐγενικά νά σταματήσουν τόν διάλογο.
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος Καθηγητής Ε.Κ.Π.Α.: –«Ὁ μύθος περί ξένων ἐπιδράσεων στά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου».
Ὁ π. Γεώργιος, ἀναπτύσσοντας τό θέμα, ἀναφέρθηκε σέ 4 κυρίως βιβλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, γιά τά ὁποῖα κατηγορήθηκε ὅτι εἴτε εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν δυτική θεολογία (στά βιβλία Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν καί Ἐξομολογητάριον), εἴτε ὅτι τά εἶχε ἀντιγράψει μεταφράζοντάς τα ἀπό τά ἰταλικά (τά βιβλία Ἀόρατος πόλεμος καί Γυμνάσματα πνευματικά). Αὐτό τό συμπεραίνουν ἀπό τήν ὁρολογία καί τίς διατυπώσεις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ὅπως γιά τήν ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ μέ ἔργα μετανοίας, γιά τήν ὀργή ἤ προσβολή τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἁμαρτία, καθώς καί ἀπό τήν περιπτωσιολογία τῶν ἁμαρτημάτων κλπ. Ὁ π. Γεώργιος χαρακτήρισε τίς ἀπόψεις αὐτές ἀντιεπιστημονικές, γιατί δέν προϋποθέτουν καλή γνώση τῶν ἔργων τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Ὁ ἐρευνητής ὀφείλει νά διαβάζη τά ἴδια τά ἔργα καί νά κατανοῆ καλῶς τί ἐννοεῖ ὁ συγγραφέας. Ἔτσι, ὑποστήριξε, καί μέ βάση νεώτερες ἔρευνες, ὅτι τά ἔργα αὐτά εἶναι ἐντεταγμένα στήν ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ δέ τυχόν χρήση ὅρων τῆς δυτικῆς θεολογίας, γίνεται μόνον καί μόνον γιατί «κάθε βιβλίο εἶναι παιδί τῆς ἐποχῆς του», δηλαδή ἐπηρεάζεται φραστικά ἀπό τήν ὁρολογία πού ἐπικρατεῖ. Γιά δέ τά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, τά θεωρούμενα ὡς ἀντίγραφα ἀπό παρόμοια δυτικά ἐγχειρίδια, εἶπε ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος δέν γνώριζε ἰταλικά, ὁπότε δέν τά μετέφρασε αὐτός, ἀλλά ὅταν μεταφράσθηκαν ἀπό τά ἰταλικά στά ἑλληνικά, τοῦ τά ἔδωσε ὁ ἅγιος Μακάριος Κορίνθου προκειμένου νά συγγράψη ἀντίστοιχα ὀρθόδοξα βιβλία. Ὁ ἅγιος Νικόδημος πῆρε ἀπό τά βιβλία αὐτά τήν ἀφορμή γιά νά συγγράψη ἐξ ὑπαρχῆς ὀρθόδοξα βιβλία.
Λάμπρος Σιάσος, Καθηγητής Α.Π.Θ.: «Ὑπῆρξεν Μεθόδιος ὁ Ἀνθρακίτης «τέρας ἀποφώλιον»; Ζητήματα θεολογικῆς ἀκρισίας κατά τόν ΙΗ΄ αἰώνα».
Ὁ εἰσηγητής παίρνοντας, ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα, τήν περίπτωση τοῦ Μεθοδίου Ἀνθρακίτη, Κληρικοῦ καί δασκάλου τοῦ 18ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος κατηγορήθηκε ὅτι δίδασκε μαθήματα πού λυμαίνονταν τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί καταδικάσθηκε, καθαιρέθηκε καί τοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ ἄδεια διδασκαλίας, ἀναφέρθηκε σέ «θεολογικές ἀκρισίες», ὄχι μόνο τοῦ 18ου  αἰῶνος, ἀλλά ὅλων τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας, μέχρι καί τῶν ἡμερῶν μας. Τήν κριτική του ξεκινᾶ μέ τήν παράθεση ἀποσπάσματος ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς Πατριαρχικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀπάλλαξε τόν Ἀνθρακίτη, μετά δύο ἔτη, ἀπό τήν καταδίκη. Τό περιεχόμενό της τοῦ δίνει τήν ἀφορμή νά μιλήση, γιά τήν σταδιακή σύγκλιση, ἀπό τόν 15ο αἰώνα, τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας καί τῆς θύραθεν φιλοσοφίας, ἡ ὁποία σύγκλιση (μίξης τῶν ἀμμίκτων) ἐν συνεχεία παγιώθηκε, δημιουργώντας πολλές ἀλλοιώσεις στόν ἐκκλησιαστικό βίο καί τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.
Σέ αὐτήν τήν μίξη τῶν ἀμμίκτων, ὡς παράδειγμα ἐκκλησιαστικῆς κριτικῆς πρός τήν θύραθεν φιλοσοφία παρουσιάζει τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στήν ὁποία ἡ θύραθεν σοφία παρομοιάζεται μέ ἰοβόλο ὄφι, ἀπό τόν ὁποῖο πρέπει νά ἀποκοπῆ ἡ κεφαλή καί ἡ οὐρά, δηλαδή ἡ πεπλανημένη περί θεῶν δόξαν καί ἡ ἐν τοῖς κτίσμασι μυθολογία, καί ἀπό τό ἐνδιάμεσο νά ληφθῆ (ὅ,τι εἶναι ἐπωφελές) ὡς μιά φυσική γνώση, ὡς «φύσεως δῶρον, οὐχί ἄνωθεν πεμφθέν».
Μιλώντας γιά τήν σταδιακή ἐξάρτηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας ἀπό σχήματα τῆς θύραθεν φιλοσοφία, ἐπισημαίνει ὅτι «ὑπό αὐστηράν κριτικήν οἱ δουλεῖες τῆς σημερινῆς δημόσιας θεολογίας κρίνονται βαρύτερες ἐκείνων τῆς τουρκοκρατίας».
Ἐν τέλει τό ἐρώτημα πού ἔθεσε στόν τίτλο τῆς εἰσήγησής του, δέν τό ἀπαντᾶ, ἀλλά τό ἀφήνει «ὡς κατ’ οἶκον καί ἐν τοῖς κελλίοις ἄσκησιν» τῶν ἀκροατῶν του.
Γεώργιος Παναγόπουλος, Ἀναπληρωτής Καθηγητής Α.Ε.Α. Βελλᾶς: «Ἡ Φιλοκαλία τῶν ἁγίων Μακαρίου καί Νικοδήμου ὡς συνέχεια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως».
Ἡ εἰσήγηση διαιρεῖται σέ δύο μέρη. Στό πρῶτο παρουσιάζεται ἕνα ἁδρομερές περίγραμμα τῆς νηπτικῆς ἀγωγῆς τῆς Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, τῆς γνωστῆς συλλογῆς πατερικῶν ἀσκητικῶν κειμένων, πού ἐκδόθηκε στό 1782 στήν Βενετία μέ ἐπιμέλεια τῶν ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου πρώην Μητροπολίτου Κορίνθου. Στό δεύτερο ἐπιχειρεῖται νά διαυγασθῆ τό προφητικό καί ἀποστολικό ὑπόβαθρο τῆς φιλοκαλικῆς πνευματικότητας, οὕτως ὥστε νά τεκμηριωθῆ ἡ θέση ὅτι ἡ Φιλοκαλία μαρτυρεῖ τήν ἐκκλησιαστική Παράδοση στήν αὐθεντικότερη ἐκδοχή της.
*
Τό Συνέδριο καλύφθηκε ἀπευθείας ἀπό τόν Ρ/Σ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας μέ τήν εὐλογία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, καί θά ἀναμεταδοθῆ μαγνητοσκοπημένο ἀπό τόν Τ/Σ Λύχνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, ἐπίσης μέ τήν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κ. Χρυσοστόμου. Καί ἡ ἠχογράφηση καί ἡ τηλεοπτική λήψη θά ἀναρτηθοῦν στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ναυπάκτου www.parembasis.gr.
Μετά τίς εἰσηγήσεις ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Νέας Ἰωνίας κ. Γαβριήλ ἔκανε σύντομο σχόλιο τῶν ὅσων ἀκούσθηκαν καί ἀκολούθησε σοβαρή συζήτηση ἐπί τῶν θεμάτων τῶν εἰσηγήσεων, μέ ἐξίσου σημαντικές ἀπαντήσεις τῶν εἰσηγητῶν.
Τό θέμα τοῦ Συνεδρίου εἶναι πολύ σημαντικό, καί ἔγινε πρόταση γιά μελλοντικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, μέ κάποια ἄλλη πτυχή του, ἐν ὄψει μάλιστα καί τῶν ἐκδηλώσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τόν ἑορτασμό τῶν διακοσίων (200) ἐτῶν ἀπό τήν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821.
 Ἀπό τό Γραφεῖο Τύπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

"ΟΥΚ ΕΣΜΕΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΟΦΟΤΕΡΟΙ"




ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ
«Οὐκ ἐσμὲν τῶν Πατέρων σοφώτεροι»
Ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου στὴ Μεγίστη Λαύρα

Τὸ παρὸν κείμενο περιλαμβάνει (α) εἰσαγωγή, (β) διάγραμμα τῆς ἐπιχει­ρηματολογίας τῆς ὁμιλίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στὴν Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας, τὴν 7η Ὀκτωβρίου τρ.ἔ., (γ) ἀναίρεση τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. Βαρθο­λομαίου (σὲ 8 παραγράφους), (δ) ἐνδει­κτικὴ ἐπισήμανση αἱρέσεων στὰ κείμενα τῶν οἰκουμενικῶν διαλόγων καὶ τῶν οἰκουμενι­στῶν, δηλ. (1) τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006) καὶ (2) θέσεως τοῦ Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφό­ρου, (ε) ἐπίλογο καὶ (στ΄) σύνοψη τοῦ παρόντος κειμένου.


A. Εἰσαγωγὴ

Καθὼς ἤδη εἴχαμε προαναγγείλει στὴ σύντομη ἀνακοίνωση ποὺ ἐκδόθη­κε ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στὴν Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας Ἁγίου Ὄρους, τὸ Σάβ­βατο 7 Ὀκτωβρίου, προβαί­νουμε σὲ ἐκτενῆ ἀνάλυση καὶ κριτικὴ τῆς ὁ­μιλίας του, τῆς ἀντιφωνήσεως, δηλαδή, πρὸς τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἡγούμενο τῆς Μονῆς π. Πρόδρομο.
Ὅπως ἔχει ἤδη ἐπισημανθῆ σὲ παλαιότερα κείμενα, ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καλύπτεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἑτερο­δόξους, ὡς «ἀγαπισμός»· οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀναφερόμενοι στὴν ἀρχαία μορφὴ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδὴ στὴν αἵ­ρεση τῆς «Γνωσιμαχίας», ἐπεσήμαναν ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν αἱρετικὴ πε­ριφρόνηση τῶν δογμάτων, χάριν δῆθεν τῶν καλῶν πράξεων. Χα­ρακτηριστικῶς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκη­νός, στὸν ὁποῖον ἀργότε­ρα παραπέμπει καὶ ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης[1], γράφει στὸ σύγ­γραμμά του Περὶ αἱρέσεων: «Γνωσιμάχοι· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνθί­στανται σὲ κάθε γνώση τοῦ χριστιανισμοῦ, καθὼς λέγουν ὅτι “ἐκεῖνοι ποὺ ἀνα­ζητοῦν κάποιες γνώσεις στὶς θεῖες Γραφές κάνουν κάτι περιττό· διότι δὲν ζητεῖ τίποτε ἄλλο ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ Χριστιανὸ παρὰ καλὲς πράξεις. Εἶ­ναι λοιπὸν καλύτε­ρο νὰ πορεύεται κανεὶς μὲ περισσότερη ἁπλότητα καὶ νὰ μὴ πολυπραγμονεῖ γιὰ κανένα δόγμα διαπραγματεύσεως γνώσε­ων”»[2]. Δυστυχῶς, ἡ ὁμιλία τοῦ Οἰκουμε­νικοῦ Πατριάρχου ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἀγαπισμὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τονί­ζουσα ἐμφαντικῶς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπακοή καὶ παρασιωπῶσα τεχνηέντως τὴν ἀξία τῶν δογμάτων τῆς Πίστε­ως καὶ τὴν ἐμμονὴ σὲ αὐτά, ἀρετὴ ἐπαινού­μενη ἀπὸ τοὺς Πατέρες[3]· πολὺ χειρό­τερα, ὅμως, ἀποκρύπτει ὅσα φοβερὰ ἔχουν διαπραχθῆ εἰς βάρος τῆς Ὀρθο­δόξου Πίστεως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως τῶν τελευταίων δεκαε­τιῶν. Ἀληθῶς, θὰ δείξει ἐν συντομίᾳ τὸ παρα­κάτω κείμενο, παρουσιάζον­τας «ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα», ὅτι ἡ πατριαρχικὴ ὁμι­λία, παρὰ τὶς διαβεβαιώσεις γιὰ τὸ ἀ­παρασάλευτον τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, μαρτυρεῖ εἴτε ἄγνοια τῆς ἐκ­κλη­σιολογίας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, εἴτε ἀνεξήγητη λη­σμοσύνη τῶν φοβερῶν πτώσεων τῶν ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν σὲ ἔγγραφη ἀρνησιπι­στία ἢ ἑτεροδοξία. Ἡ μόνη τρίτη ἐκδοχή, τὴν ὁποί­αν δὲν θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ παραδε­χθῆ, εἶναι ὅτι ὁ συντάκτης τῆς ὁμι­λίας ἐμπαίζει τοὺς ἀκροατές, ἰ­σχυριζόμενος ὅτι ὁ διάλογος μὲ τοὺς ἑτεροδόξους – κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τώρα διενεργεῖται – προβάλλει καὶ ὁμολογεῖ τὴν Ὀρθοδοξία, καθὼς πρέπει, πρὸς σωτηρίαν.

Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ




Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ Κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. Βαρθολομαίου


Ἄν συμφωνεῖτε μέ τό κείμενο ἐναντίον τῆς «Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου», παρακαλοῦμε πατῆστε ἐδῶ, καί συμπληρῶστε τή φόρμα ἐπικοινωνίας (τά πεδία μέ ἀστερίσκο εἶναι ἀπαραίτητα).

Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία· ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.

1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»
«Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία».
«Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2].
Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
«Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3].  
«Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4].
Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5] 
Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
«Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της. Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες [...] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
«Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο [...] Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7].
Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν «ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
«Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται [...]»[8].
Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
«Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].

2. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ΄ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].

3.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»
Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός - ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].

4. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη
Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13] τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14], καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων:  γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]. Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19].
Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή «ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί «οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή [...] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει [...] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία - ἑνωμένη καί ἁγία - ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].

5. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ - «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]. Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32]
Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ - «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται «εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34] καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].

6. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία
Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία [...] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν [...] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ου αἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη [...] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]. Καί ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].

7. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων ;
Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].
Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.

8. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα
Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, [...] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44]. Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45] (ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται [...] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46]. Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48].
Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]. Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].

«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]

Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές 8100 περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.
Τελευταία ανανέωση (22/8/2015)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail: synaxisorthkm@gmail.com. Ἐπισημαίνεται ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη στό e-mail ἡ ἀναγραφή ὀνοματεπωνύμου, ἐπαγγέλματος (ἤ ἰδιότητος) καί τόπου διαμονῆς, μέ πεζούς καί τονισμένους χαρακτῆρες, πρός ἀποφυγήν λαθῶν (π.χ. παρατονισμῶν) στήν καταγραφή τοῦ ὀνόματος καί τοῦ ἐπωνύμου· ὄχι μόνον ὄνομα ἤ e-mail.


[1]. ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ. 5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014) http://www.amen.gr/article18151 (παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network, http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace ... Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]. Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]. Ματθ. 16, 18.
[14]. Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ὁμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἱερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]. Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, Μελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]. Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]. Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]. Ἐφ. 1, 22.23
[24]. Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]. Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]. Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]. Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «... ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]. Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, http://www.impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30]Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]. ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, αὐτόθι, σ. 27.
[33]. Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]. Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]. Ἰω. 15, 4-6
[37]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]. Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β', σ. 794ἑξῆς.
[39]. Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]. Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]. Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας  5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «... ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]. Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]. «Theology and Eucharist» (§6), http://www.schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]. Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]. Γαλ. 5, 10