Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Νέα ομολογιακή παρέμβαση εν όψει της Μεγάλης Συνόδου από τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Δημ. Τσελεγγίδη



Νέα ομολογιακή παρέμβαση
εν όψει της Μεγάλης Συνόδου
από τον καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
κ. Δημ. Τσελεγγίδη

Θεσσαλονίκη10/2/2016

Πρός τήν Ἱερά Σύνοδο
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰ. Γενναδίου 14115 21 Ἀθήνα
Κοινοποίηση:
σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος


Μακαριώτατε Ἅγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐν ὄψει τῆς μελλούσης νά συνέλθει Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, θά ἤθελα νά θέσω γιά ἀκόμη μία φορά, εὐλαβῶς, ἐνώπιόν Σας κάποιες θεολογικοῦ χαρακτήρα σκέψεις μου, πού ἐλπίζω νά Σᾶς φανοῦν ἀξιοποιήσιμες.
Ἀπό μία ἔρευνα, πού πραγματοποίησα, διαπίστωσα μέ δυσάρεστη ἔκπληξη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος -ἀπό τό 1961 πού ἄρχισαν οἱ Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις γιά τήν παραπάνω Μεγάλη Σύνοδο- δέν ἀσχολήθηκε μέ τίς ἀποφάσεις τῶν Διασκέψεων αὐτῶν σέ ἐπίπεδο Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Τοῦτο εἶχε ὡς συνέπεια, νά φτάσουμε στήν δυσχερῆ σημερινή ἐκκλησιαστική κατάσταση. Νά ἔχουμε δηλαδή ἐκκλησιαστικές ἀποφάσεις γιά τά κρίσιμα θέματα μιᾶς Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, γιά τίς ὁποῖες, ὅμως, ὑπάρχει σοβαρό ἔλλειμμα συνοδικῆς καλύψεώς τους ἀπό τήν Τοπική Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, ὅπως προβλέπεται, ἄλλωστε, ἀπό τίς Προσυνοδικές Διασκέψεις.
Αὐτήν τή στιγμή βρισκόμαστε ἐκκλησιαστικῶς στό προτελευταῖο στάδιο τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων τῆς Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου. Φρονῶ, ὅτι τά πράγματα –παρά τήν ἐξαιρετική σοβαρότητά τους– εἶναι ἀκόμη ἰάσιμα. Ὡς γνωστόν, τό Συνοδικό Σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἀποτελεῖ ἁγιοπνευματική ἐκκλησιαστική λειτουργία, ὄχι μόνο γιά τά θέματα τῆς διοικήσεως καί τῆς ζωῆς της, ἀλλά καί γιά τήν ἀκριβῆ διατύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της. Εἰδικότερα, φρονῶ, ὅτι τό συνοδικό ἔλλειμμα τῶν παρελθόντων 55 ἐτῶν μπορεῖ σίγουρα νά θεραπευθεῖ τώρα, ἐφόσον οἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπικειμένης Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, σχετικά μέ τά θέματα τῆς μελλούσης Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, θά εἶναι σύμφωνες μέ τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεώς της.
Καί κάτι ἄλλο, συναφές, καί ἐξαιρετικά σοβαρό. Διάβασα, προσεκτικά, τόν δημοσιευμένο προσφάτως «Κανονισμό Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» καί ἔχω νά Σᾶς καταθέσω μία θεολογικοῦ-δογματικοῦ χαρακτήρα παρατήρησή μου.
Συγκεκριμένα, στό Ἄρθρο 12, μέ θέμα «ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΙΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ», σημειώνονται τά ἑξῆς σημαντικά: «Ἡ ψηφοφορία ἐπί τῶν συζητηθέντων καί ἀναθεωρηθέντων ὑπό τῆς Συνόδου κειμένων ἐπί τῶν θεμάτων τῆς ἡμερησίας διατάξεως,
1. συνδέεται πρός τάς αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας καί ὄχι πρός τά καθ’ ἕκαστον μέλη τῶν ἐν τῇ Συνόδῳ ἀντιπροσωπειῶν αὐτῶν, συμφώνως πρός τήν ὁμόφωνον σχετικήν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, 
2. ἡ κατά Ἐκκλησίας καί ὄχι κατά τά μέλη αὐτῶν ψήφισις ἐν τῇ Συνόδῳ τῶν κειμένων δέν ἀποκλείει τήν ἀρνητικήν θέσιν ἑνός ἤ καί πλειόνων ἀρχιερέων μιᾶς ἀντιπροσωπείας αὐτοκεφάλου τινός Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τῶν γενομένων τροπολογιῶν ἤ καί ἐπί ἑνός κειμένου γενικώτερον, ἡ διαφωνία τῶν ὁποίων καταχωρίζεται εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, καί 
3. ἡ ἀξιολόγησις τῶν διαφωνιῶν αὐτῶν εἶναι πλέον ἐσωτερικόν ζήτημα τῆς εἰς ἥν ἀνήκουν αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δύναται νά ὑποστηρίξῃ τήν θετικήν ψῆφον αὐτῆς ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἐσωτερικῆς πλειονοψηφίας, ἐκφράζεται δέ ὑπό τοῦ Προκαθημένου αὐτῆς, διό καί δέον ὅπως προβλεφθῇ εἰς αὐτήν ὁ ἀναγκαῖος χῶρος καί χρόνος δι᾽ ἐσωτερικήν συζήτησιν ἐπ᾽ αὐτοῦ». 
Στό Ἄρθρο αὐτό βλέπουμε, ὅτι ἡ ὁμοφωνία τῆς Μεγάλης Συνόδου περιορίζεται στή μία ψῆφο κάθε Τοπικῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Οἱ ἐπιμέρους διαφωνίες -ἐφόσον αὐτές συμβαίνει νά ἀποτελοῦν μειοψηφία, στό πλαίσιο τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν- ἀφήνονται ὡς «ἐσωτερική ὑπόθεσή τους», πρᾶγμα πού εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο γιά τήν συγκεκριμένη Πανορθόδοξη Σύνοδο, ὅταν μάλιστα συμβαίνει τό θέμα τῆς διαφωνίας νά εἶναι γιά δογματική ὑπόθεση. Καί ἡ περίπτωση αὐτή εἶναι πάρα πολύ πιθανή. Λόγου χάρη, τό θέμα τῆς αὐτοσυνειδησίας καί τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας, πού πραγματεύεται τό Κείμενο: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ», εἶναι θέμα ἐκκλησιολογικό, δηλαδή κατεξοχήν δογματικό. Κατά συνέπεια, δέν εἶναι θεολογικά ἐπιτρεπτό, ἕνα Κείμενο πού προωθεῖται πρός ἔγκριση, ἀπό τή μία μεριά νά εἰσηγεῖται οὐσιαστικά τήν Προτεσταντική θεωρία τῶν «κλάδων» -νομιμοποιώντας μέ τήν ἀποδοχή του τήν ὕπαρξη πολλῶν Ἐκκλησιῶν μέ πολύ διαφορετικά δόγματα- καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ «Κανονισμός Ὀργανώσεως καί Λειτουργίας τῆς Συνόδου» αὐτῆς νά ἀγνοεῖ στήν πράξη τούς ἐνδεχόμενους μειοψηφοῦντες Ἱεράρχες τῶν ἐπιμέρους Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί νά μήν λαμβάνει σοβαρώτατα ὑπόψη τίς θεολογικές τοποθετήσεις τῆς ἐπισκοπικῆς συνειδήσεώς τους.
Καί ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο θεολογικό-δογματικό ἐρώτημα: Πῶς θά ὁμολογηθεῖ στήν προκειμένη περίπτωση ἡ μία πίστη τῆς Ἐκκλησίας, «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ»; Πῶς θά μπορέσουν οἱ Συνοδικοί Πατέρες νά ποῦν: «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»; Πῶς θά ἀποδείξουν ὅτι ἔχουν «νοῦν Χριστοῦ», ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας;
 
Μακαριώτατε,
Στά δογματικά θέματα, ὡς γνωστόν, ἡ ἀλήθεια δέν βρίσκεται στήν πλειονοψηφία τῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων. Ἡ ἀλήθεια καθεαυτήν εἶναι πλειοψηφική, γιατί στήν Ἐκκλησία ἡ ἀλήθεια εἶναι Ὑποστατική πραγματικότητα. Γι’ αὐτό, καί ὅσοι διαφωνοῦν μέ αὐτήν, ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ καθαιροῦνται καί ἀφορίζονται κατά περίπτωση. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ἐπιτρέπεται νά ἀφήσει σέ κατώτερα συνοδικά σώματα τό ἐξαιρετικά σοβαρό θέμα τῆς ἐνδεχόμενης διαφωνίας τῶν μειοψηφούντων ἐπισκόπων σέ δογματικά θέματα. Ἐπιβάλλεται, ὡς ἀνώτατο συνοδικό σῶμα, νά ἐπιληφθεῖ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἄμεσα, γιατί διαφορετικά ὑπάρχει ὁρατός ὁ κίνδυνος τοῦ Σχίσματος στήν Ἐκκλησία, τήν στιγμή ἀκριβῶς, πού ἡ Μεγάλη αὐτή Σύνοδος φιλοδοξεῖ νά ἐπαναβεβαιώσει τήν ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Μέ βαθύτατο σεβασμό
ἀσπάζομαι τήν δεξιάν Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ.

Καθηγητής κ. Δημήτριoς Τσελεγγίδης: «Δόγμα και ζωή, μία αδιάρρηκτη συνύπαρξη» (Βίντεο και κείμενο)





ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ ΖΩΗ, ΜΙΑ ΑΔΙΑΡΡΗΚΤΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ


Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Σήμερα, θά ἐπιχειρήσουμε νά ἐμβαθύνουμε λίγο στή σχέση τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.

Καταρχήν, πρέπει νά προσδιορίσουμε μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια, τί εἶναι ἡ ἀλήθεια καθεαυτήν. Ἡ ἀλήθεια –στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας- εἶναι πρόσωπο καί ὄχι κάποια ἰδέα ἤ κάποια ἄποψη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι καθεαυτήν ὑποστατική. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀποκαλυπτόμενος μέσα στήν ἱστορία καί στή ζωή τοῦ πιστοῦ. Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας δέν εἶναι διανοητική, ἀλλά εἶναι ἐμπειρική-βιωματική, γιατί προϋποθέτει τήν μετοχή στήν ἀλήθεια.

Ἡ Ὀρθοδοξία κατέχει καί βιώνει τήν πληρότητα τῆς ἀλήθειας. Ἀλήθεια καί ζωή νοοῦνται πρωτίστως ἐπί ὑπαρξιακοῦ πεδίου. Ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ νά διαχωριστεῖ ἀπό τή ζωή στήν πληρότητα καί τήν αὐθεντικότητά της, χωρίς ὀλέθριες συνέπειες. Ἡ ζωή γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀλήθειας. Εἶναι ἡ ἄκτιστη, ἡ ἀΐδια καί αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος στό Εὐαγγέλιο. Στήν προκειμένη περίπτωση, εἶναι πολύ διαφωτιστική καί ἐκφραστική ἡ σύνδεση, πού κάνει ὁ Χριστός ἀνάμεσα στήν αὐθεντική ἀλήθεια καί τήν ἀληθινή ζωή. Ὁ Χριστός, ὡς αὐτοαλήθεια, μᾶς διαβεβαιώνει, ὅτι «αὕτή ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκουσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»[1]. Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ὅπως γνωρίζουμε, στή βιβλική, πατερική καί ἐκκλησιαστική γλώσσα ἡ γνώση εἶναι ὑπόθεση βιωματική. Γνώση σημαίνει βιωματική ἐμπειρία. Ἐμπειρία πού προκύπτει ἀπό τή μετοχή τῆς ἀλήθειας. Στήν ἱστορική καί ἐμπειρική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὀρθοδοξία της συγκεκριμενοποιεῖται στήν ἀκρίβεια καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της, ἐνῶ ἡ ὀρθοπραξία της φανερώνεται κατεξοχήν στήν ἁγιοπνευματική ζωή τῶν θεουμένων μελῶν της. Καί, ὅπως εὔστοχα σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ἡ θεοσεβής ζωή συνίσταται ἀπό δόγματα εὐσεβῆ καί ἀπό πράξεις ἀγαθές. Καί οὔτε τά δόγματα χωρίς ἀγαθά ἔργα εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τόν Θεό, ἀλλά οὔτε καί τά ἔργα πού δέ συνοδεύονται ἀπό εὐσεβῆ δόγματα, τά δέχεται ὁ Θεός[2]. Οἱ ἠθικές ἀρετές, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ζωοποιοῦνται ἀπό τήν ψυχή[3], ἡ ὁποία ἁγιάζεται μέ τά ὀρθά δόγματα[4] πού εἶναι καί φορεῖς ἁγιαστικῆς ἐνεργείας. Ἀλλά καί κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, «ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται διά τῆς ἀκριβοῦς ὁμολογίας τῆς πίστεως»[5].

Κατά συνέπεια, ἡ ἀλήθεια στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι θεωρητική, νοητική δηλαδή ἀποδοχή τοῦ διά τῆς ἀκοῆς ἤ μελέτης γνωστοποιηθέντος περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλά, κυρίως, μυστήριο, πού βιώνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[6]. Χωρίς τή μετοχή αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, εἶναι ἀδύνατο νά γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τή σοφία τοῦ Θεοῦ καί νά κοινωνήσει σέ θεῖα μυστήρια τῆς πίστεώς μας[7]. Στό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται ἀπό τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, κατά τρόπο βιωματικό. Γι’ αὐτό καί παραμένουν ἀκλόνητοι σ’ αὐτήν μή φοβούμενοι ἀπειλές, διωγμούς ἤ θάνατο. Στήν περίπτωση αὐτή μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τήν πνευματική ὡριμότητα, πού ὑπαινίσσεται ὁ Μ. Βασίλειος, σ’ ὅσους τρέφονται μέ τή στερεά τροφή τῶν δογμάτων, «ὡς διαβεβηκότες τήν ἐν Χριστῷ νηπιότητα, καί οὐκέτι δεόμενοι γάλακτος, ἀλλά δυνάμενοι τῇ στερεᾷ τῶν δογμάτων τροφῇ τόν ἔσω ἄνθρωπον τελειοῦσθαι...»[8].
Ἡ πνευματική τελειότητα, ὅταν χαρακτηρίζει τόν ὀρθόδοξο πιστό, εἶναι συνυφασμένη μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί τή δογματική ἀκρἰβεια.

Ἀλλά, ἐνῶ ἡ ζῶσα Ὀρθοδοξία συνυπάρχει ὀργανικά μέ τήν ὀρθοπραξία, ἡ αἵρεση δέν εἶναι καθόλου συμβατή μέ τήν εὐσέβεια. Εἶναι ἀδύνατον ὁ αἱρετικός νά εἶναι εὐσεβής καί ἐνάρετος. «Ἀδύνατον ἐκ χιόνος προϊέναι φλόγα, ἀμηχανώτερον δέ ἐν ἑτεροδόξῳ ταπεινοφροσύνην ὑπάρχειν», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, «πιστῶν καί εὐσεβῶν τό κατόρθωμα, καί τοῦτο τοῖς λοιπόν κεκαθαρμένοις»[9]. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς οἱ αἱρετικοί χαρακτηρίζονται ὡς ἀσεβεῖς καί ἡ αἵρεση ὡς ἀσέβεια[10].

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποτέ  δέν αὐτονόμησε τήν ἀλήθεια καί τό δόγμα ἀπό τή ζωή καί τήν εὐσέβειά της. Ἡ θεολογία καί τά δόγματα ἦταν πάντοτε συνδεδεμένα μέ τή ζωή τῶν πιστῶν. Ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἦθος τῶν πιστῶν ὀφείλουν νά βρίσκονται σέ λειτουργική σχέση, οὕτως ὥστε τό ἕνα νά ἐπιβεβαιώνει τό ἄλλο, ὡς δύο ὄψεις τῆς ἴδιας ἀκριβῶς πραγματικότητας. Σέ καμία περίπτωση δέν ἐπιτρέπεται νά αὐτονομεῖται ἡ ζωή τῶν πιστῶν ἀπό τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἀκυρώνεται τό ἕνα, παύει νά ἰσχύει καί τό ἄλλο.]\

Ὁ καθαρός βίος κρίνεται καί καταξιώνεται μόνο ἀπό τήν ὀρθή πίστη. Καί ἡ ὀρθή πίστη ἔχει τήν φερεγγυότητα καί τό ἀντίκρισμά της στήν καθαρότητα τῆς ζωῆς.

Μάλιστα, ἡ μονομερής προβολή ἑνός ἀπό τά θεμελιώδη αὐτά χαρακτηριστικά τῆς Ὀρθοδοξίας θεωρήθηκε πάντοτε ὡς διάψευση τῆς ὅλης ταυτότητάς της.  «Οὐδέν ὄφελος βίου καθαροῦ, δογμάτων διεφθαρμένων», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «ὥσπερ οὐδέ τοὐναντίον, δογμάτων ὑγιῶν, ἐάν ὁ βίος ᾖ διεφθαρμένος»[11]. Ἡ ζωή τῶν πιστῶν ἔχει γνησιότητα, ὅταν βεβαιώνει τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀποτελεῖ δηλαδή τή βιωματική ἐμπειρία τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως. Ἀλλά καί ἡ δογματική ἀλήθεια ἔχει πρακτική καί σωτηριολογική ἀξία, ὅταν βιώνεται καί φανερώνεται ὡς ἐν Χριστῷ ζωή, ὅταν ὑπάρχει ἁγιοπνευματική καθαρότητα τοῦ βίου. Ὁ χρυσορρήμονας Πατέρας εἶναι κατηγορηματικός: «Μηδέ νομίζωμεν ἀρκεῖν ἡμῖν πρός σωτηρίαν τήν πίστιν, ἐάν μή βίον ἐπιδειξώμεθα καθαρόν»[12], παρατηρεῖ χαρακτηριστικά.

Τό ἐκκλησιαστικό ἦθος, ὡς ἐν Χριστῷ ἦθος, δέν ἀποτελεῖ ἐπιμέρους ἐκδήλωση τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἐκφράζει καθολικά τήν ὕπαρξή του. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί ὁ Χριστός στήν Ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του συνέζευξε τήν πίστη πρός αὐτόν μέ τήν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»[13].

Ἡ σύζευξη τοῦ δόγματος καί τοῦ ἤθους, τῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς, δέν εἶναι μηχανιστική, εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού προϋποθέτει ὅμως τήν ἐλεύθερη συνεργία τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μένει ἡ πίστη ἄσειστη, χρειάζεται ἡ βοήθεια καί ἡ ἐνεργός παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν πιστό. Ἡ ἐνεργός ὅμως παραμονή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διασφαλίζεται μέ τήν καθαρότητα τοῦ βίου καί τήν ἄριστη ζωή. Ὁ καθαρός βίος πείθει, κατά κάποιο τρόπο, τό Ἅγιο Πνεῦμα νά παραμένει ἐνεργό καί νά ἐνισχύει τή δύναμη τῆς πίστεως. Γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά μή κλονίζεται ἡ πίστη ἐκείνου πού ἔχει ἀκάθαρτο βίο[14], γιατί ὁ ἀκάθαρτος βίος γίνεται ἐμπόδιο στήν ἀκρίβεια βιώσεως τῶν δογμάτων καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε τά δόγματα αὐτά νά διαστρέφονται καί νά ἀντιστοιχοῦν στήν ἀκάθαρτη ζωή του[15].

Ἡ ἐσφαλμένη καί ἀκάθαρτη ζωή ἐμποδίζει τήν κατανόηση τῶν ὑψηλῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἐπειδή πρακτικῶς συσκοτίζει τή διορατικότητα τοῦ νοῦ. Καί, ὅπως δέν εἶναι δυνατόν ποτέ κάποιος, πού βρίσκεται στήν πλάνη καί ζεῖ σωστά, νά μείνει τελικά στήν πλάνη, ἔτσι δέν εἶναι εὔκολο καί ἐκεῖνος, πού παραμένει στήν πονηρία, νά ἀναχθεῖ γρήγορα στό ὕψος τῶν δογμάτων. Ἐκεῖνος, πού ἀναζητᾶ τήν ἀλήθεια, πρέπει νά διατηρεῖ τόν ἑαυτό του καθαρό ἀπό ὅλα τά πάθη. Ὅποιος ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη καί ἀπό τήν πλάνη θά ἀπαλλαγεῖ καί τήν ἀλήθεια θά γνωρίσει. Ὁ Θεός καλεῖ καί ὁδηγεῖ στήν ἀλήθεια ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νά ἔχει φόβο Θεοῦ καί ἐνάρετη ζωή. Δέν ὑπάρχει δηλαδή περίπτωση, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, κάποιος ἑτερόθρησκος νά παραμένει στήν πλάνη, ὅταν εἶναι καλός καί φιλάνθρωπος. Ἄν συμβαίνει ὅμως νά παραμένει στήν πλάνη του, τότε ὑπάρχει σίγουρα κάποιο ἄλλο πάθος του, ὅπως ἡ κενοδοξία, ἡ ραθυμία τῆς ψυχῆς, ἡ ἔλλειψη φροντίδας γιά τή σωτηρία του κ.τ.λ. Ὁ Θεός ἕλκει αὐτούς, πού βρίσκονται στήν πλάνη, ὅταν ἔχουν καθαρό βίο[16]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἦταν φοβερός πολέμιος καί διώκτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως εἶχε ἄμεμπτη ζωή, ὄχι μόνο ἔγινε δεκτός στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ὅλους τούς ξεπέρασε[17].

Ὡς πρός τό θέμα τῆς σχέσεως πίστεως καί ζωῆς, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, θά σημειώσουμε τό ἑξῆς παράδοξο καί τραγικό φαινόμενο. Στίς μέρες μας πολλοί ὀρθόδοξοι πιστοί ἐμφανιζόμαστε νά πιστεύουμε Ἀνατολικῶς, ἀλλά νά ζοῦμε Δυτικῶς. Αὐτό εἶναι κάτι πάρα πολύ σοβαρό, γιατί πιστοποιεῖ ἕναν ἐσωτερικό ὑπαρξιακό διχασμό. Ἔτσι ἄλλωστε ἑρμηνεύεται, γιατί στήν ἐποχή μας μεταβάλλονται ραγδαίως αἰώνιες ἀλήθειες, παρά τή σαφέστατη ἁγιογραφική καί πατερική σύσταση νά μή «μεταίρωμεν ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν»[18]. Ὁ Δυτικός τρόπος ζωῆς, πού πρωτογενῶς καί δομικά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἔπαρση, τήν ὑπεροψία καί τόν τύφο, ἀποτελεῖ τή γενεσιουργό αἰτία κάθε ἑτεροδοξίας, ἀλλά καί τῆς σύγχρονης παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενικοῦ συγκρητισμοῦ. Ὁ κίνδυνος, ἡ ἐσφαλμένη ζωή νά ὁδηγήσει στήν ἐσφαλμένη πίστη, εἶναι βέβαιος. Ἁπλῶς, εἶναι θέμα χρόνου τό πότε καί πόσο θά συμβεῖ. Γι’ αὐτό, χρειάζεται πάντοτε ἡ σύζευξη, «ἵνα καί ὁ βίος μαρτυρῇ τοῖς δόγμασι, καί τά δόγματα τόν βίον ἀξιόπιστον ἐπιφαίνῃ»[19]. Δέν ἔχουμε κανένα ὄφελος ἀπό τά ὀρθά δόγματά μας, ἄν τά ἔργα μας εἶναι διεστραμμένα[20].

Ἄν ὅμως ἡ γνώση καί ἡ βίωση τῆς ἀλήθειας συνιστοῦν συνοπτικῶς τήν Ὀρθοδοξία, τότε ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτή τή γνώση καί μετοχή.

Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ἡ αἵρεση εἶναι πρωτίστως διδασκαλία δαιμονίων, ἐμπνέεται δηλαδή ἀπό τά πονηρά πνεύματα[21]. Κατά τήν Ἀσκητική Γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ἔφερε στόν κόσμο κάθε κακοδοξία καί αἵρεση, ἐνῶ, κατά τόν στῦλο τῆς Ὀρθοδοξίας Μ. Ἀθανάσιο, ἡ αἵρεση «οὐκ ἔστι τῶν ἀποστόλων, ἀλλά τῶν δαιμόνων καί τοῦ πατρός αὐτῶν τοῦ διαβόλου καί μᾶλλον ἄγονος καί ἄλογος καί διανοίας ἐστίν οὐκ ὀρθῆς»[22]. Μέ τό ἴδιο πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ χωρίου οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων χαρακτηρίζουν τούς αἱρετικούς ὡς φρενοβλαβεῖς (πνευματικῶς).

Μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦν βαρεῖς χαρακτηρισμούς γιά τήν αἵρεση καί τούς αἱρετικούς. Ὀνομάζουν τήν αἵρεση ἀπιστία καί ἀθεΐα καί τούς αἱρετικούς ὡς ἑτερόδοξους, ἀπίστους καί ἀθέους. Εἰδικότερα, ὁ Μ. Ἀθανάσιος χαρακτηρίζει τούς αἱρετικούς ὡς ἐχθρούς καί ἀρνητές τῆς ἀλήθειας, ἐνέργημα τοῦ διαβόλου[23] καί προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου[24].
Ἡ αἵρεση συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν πλάνη στή διττή ἐκδοχή της, τήν ἐκτροπή δηλαδή ἀπό τήν ἀλήθεια καθεαυτήν καί τήν ἐκτροπή ἀπό τό πλήρωμα τῆς ζωῆς. «Ὥσπερ ὁ ἐξελθών ὁδοῦ εὐθείας πλανᾶται ἐν ἀλλοδαπῇ χώρᾳ, μή ἐπιστάμενος ποῦ πορεύεται», σημειώνει ὁ ἅγιος Νεῖλος (ὁ ἀσκητής), «οὕτω καί ὁ ἄνθρωπος πλανᾶται μή πιστεύων εἰς ὁμοούσιον Τριάδα»[25]. Ὅποιος ὅμως πλανᾶται, οὔτε στόν τελικό σκοπό φθάνει, ἀφοῦ εἶναι ἐκτός ὁδοῦ, οὔτε τήν ἀσφάλεια τῆς ὁδοῦ γεύεται, πορευόμενος μέ τρόπους ἀλλοτρίους καί ἀλλοτριωτικούς τῆς ὄντως ὑγιοῦς ζωῆς.

Εἶναι κοινός τόπος τῆς Πατερικῆς Γραμματείας, ὅτι ἀξιολογικῶς ἡ αἵρεση βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε ἠθική ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ἐπειδή ἡ αἵρεση κατεξοχήν χωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Τόν χωρισμό τῶν πιστῶν ἀπό τόν Θεό πιστοποιεῖ καί θεσμικῶς ἡ  Ἐκκλησία στίς Οἰκουμενικές της Συνόδους μέ τούς ἀφορισμούς καί τά ἀναθέματα σ’ ὅσους δέν ἀποδέχονται τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι δογματική ἀπόφανσή της.

Ἀλλά, στά Πατερικά συγγράμματα εἶναι συχνή ἡ ἀναφορά καί στήν ἠθική πλευρά τῆς αἱρέσεως, ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένης μέ τή δογματική σημασία της. Σέ ἀντίθεση πρός τόν ἑνοποιητικό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ χαρακτήρας τῆς αἱρέσεως εἶναι διασπαστικός. Τίποτε ἄλλο δέν ἔκαναν οἱ αἱρέσεις καί οἱ αἱρετικοί στήν Ἐκκλησία, παρά τό νά μήν ἀγαποῦν ἐμᾶς, τό Θεό ἀλλά καί ἀλλήλους[26]. Ἡ ἐκτροπή τῶν αἱρετικῶν ἀπό τήν ὀρθή πίστη ἔχει ὡς φυσική συνέπεια καί τήν ἐκτροπή ἀπό τή γνήσια πνευματική ζωή. Γι’ αὐτό καί ἡ ζωή τους χαρακτηρίζεται ἀπό τή βία, τή συκοφαντία καί τά ἐγκλήματα.

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς καταθέτουν προσωπικές ἐμπειρίες ἀπό μιά τέτοια συμπεριφορά. Δέν ὑστεροῦν ὅμως σέ ἀνάλογες συμπεριφορές οἱ Ρωμαιοκαθολικοί καί οἱ Προτεστάντες, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἱστορία τῶν σταυροφοριῶν καί τῶν προσηλυτιστικῶν δραστηριοτήτων τους στή Μέση Ἀνατολή καί τήν Ἀνατολική Εὐρώπη.

Ὅταν κινδυνεύει ἡ ὀρθόδοξη πίστη, οἱ ὄντως πιστοί δείχνουν μεγάλη εὐαισθησία καί ἀναδεικνύονται ὑπέρμαχοι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια εὐαισθησία, πού ἔχουν οἱ πιστοί γιά τή βίωση καί διαφύλαξη τῆς ἀκεραιότητας τῆς πίστεως, ἐνεργοποιεῖται καί γιά τήν καταπολέμηση τῆς πλάνης τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι φυσικό οἱ ζωντανοί φορεῖς τῆς βιωμένης ἐκκλησιαστικῆς ἀλήθειας νά εἶναι καί οἱ ὑπερασπιστές τῆς πίστεως καί οἱ ἀκατάβλητοι πολέμιοι τῆς αἱρέσεως, ἐπειδή ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ στήν πράξη διάψευση τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ὅσοι ἀγωνίζονται γιά τήν κοινή ὀρθόδοξη πίστη, ἀγωνίζονται οὐσιαστικά γιά τή διασφάλιση τῆς χαρισματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι καί ἡ δική τους προσωπική ζωή. Στήν προκειμένη περίπτωση, οἱ ἐπιεικεῖς καί εἰρηνικοί πιστοί ἐμφανίζονται «πολεμικοί», θά μᾶς πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[27]. Ἐδῶ, ἡ ἀντιρρητική καί πολεμική στάση τῶν πιστῶν καί κατεξοχήν τῶν ἁγίων ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας μας δέν πρέπει νά παρανοηθεῖ, ἐπειδή στήν πραγματικότητα ἡ στάση αὐτή ἀποτελεῖ ἀγωνιστική ἄμυνα. Ὅταν δηλαδή ἡ Ἐκκλησία διατρέχει σοβαρό κίνδυνο ἀπό τή δράση τῶν αἱρετικῶν, οἱ συνειδητοποιημένοι ὀρθόδοξοι πιστοί ἀγωνίζονται ἀμυνόμενοι, δίνοντας ἔτσι τή μαρτυρία τῆς σταθερῆς παραμονῆς τους στήν παραδεδομένη πίστη. «Ἐστήκαμεν ἀγωνιζόμενοι ὑπέρ τοῦ κοινοῦ κτήματος, τοῦ πατρικοῦ θησαυροῦ τῆς ὑγιαινούσης πίστεως», θά διευκρινίσει ὁ ἀκριβολόγος καί οὐρανοφάντορας Μ. Βασίλειος[28].

Ὁ ἀγώνας τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, ἀκόμη κι ὅταν ἔχει ὡς τίμημα τήν ἴδια τή ζωή τους, δέ στρέφεται κατά τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά κατά τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νά διαβρώσει τήν ἀλήθεια καί κατ’ ἐπέκταση τή ζωή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν υἱοθετεῖ ποτέ τή βία ἔναντι τῶν ἀντιφρονούντων αἱρετικῶν, ἀλλά ἀναπτύσσει τήν ἀντιρρητική θεολογία, γιά νά πείσει μέ τή λογικότητα καί τήν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, παραπέμποντας ἐπιπροσθέτως στόν ἐκκλησιαστικό καί ἁγιοπνευματικό βίο συγκεκριμένων χαρισματικῶν φορέων της.

Ὁ στόχος τῆς στάσεως αὐτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπέναντι στήν πρόκληση τῶν αἱρετικῶν εἶναι διπλός. Ἀπό τή μία διασφαλίζεται τό ἐκκλησιαστικό σῶμα ἀπό διαβρωτικές καταστάσεις, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη δίνεται ἡ δυνατότητα νά ἐπανέλθουν οἱ πλανηθέντες στήν ὑγιαίνουσα πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό πιστοποιεῖται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ ἀντιρρητικοί Πατέρες, παρότι χρησιμοποιοῦν αὐστηρή γλώσσα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, δέν αἰσθάνονται μίσος πρός αὐτούς[29]. Ἀπεναντίας, εἶναι ἀνεξίκακοι, πρᾶοι καί φιλανθρωπότατοι ἔναντι τῶν ἴδιων τῶν αἱρετικῶν, μολονότι ἐκεῖνοι φέρονται ἐριστικῶς πρός αὐτούς. Σαφῶς, ὅμως, θεωροῦν τή φιλία καί τή συναναστροφή μέ τούς αἱρετικούς ὡς «βλάβη» καί «ἀπώλεια» ψυχῆς[30]. Ἡ συζήτηση μέ τούς αἱρετικούς μπορεῖ καί πρέπει νά γίνεται μόνον στό πλαίσιο τῆς σύστασης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει, ὤν αὐτοκατάκριτος»[31]. Ἡ συνομιλία ὀφείλει νά περιορίζεται «μόνον ἄχρι νουθεσίας τῆς πρός εὐσέβειαν μεταβολῆς», κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο[32].

Κινούμενος μέσα στό ἴδιο πνεῦμα τῆς ἁγιογραφικῆς καί πατερικῆς πρακτικῆς, ὁ μεγάλος θεολόγος τῆς θεοπτίας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, θέτει ὡς προϋπόθεση ἑνός θεολογικοῦ διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς τήν ἀφαίρεση τοῦ Filioque ἀπό τό Σύμβολο τῆς Πίστεως[33]. Ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἔτσι καί οἱ ἅγιοί του πάντοτε ζητοῦν τή γνήσια πίστη ὡς ἐντελῶς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή θεραπεία καί τή σωτηρία. Εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστική ἡ προϋπόθεση, πού θέτει ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιά τό διάλογο μέ τούς αἱρετικούς. Δέν μπορεῖ, λέει, νά γίνεται λόγος γιά κανένα ἄλλο πράγμα μέ αὐτούς, πρίν ἐξετασθεῖ τό θέμα τῆς πίστεως. Πρῶτα πρέπει νά προηγηθεῖ ἡ συμφωνία στήν πίστη. Τήν ἐκκλησιαστική αὐτή μέθοδο τήν θεμελιώνει στή μέθοδο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δέν θεράπευε τούς πάσχοντες, πρίν ἐκδηλώσουν τήν πίστη τους σ’ Αὐτόν[34].

Ἡ Ὀρθοδοξία -ὡς φρόνημα καί βίωμα τῆς πίστεως- ἀναδεικνύεται, κατεξοχήν, κατά τήν ἐποχή τῆς ἐμφανίσεως τῶν αἱρέσεων. Ὅμως καί σήμερα, χαρισματικές μορφές τῆς Ὀρθοδοξίας γίνονται σημεῖα ἀναφορᾶς, γιά ἕναν σταθερό προσανατολισμό ὀρθῆς πίστεως καί ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μέσα στή σύγχυση πού δημιουργοῦν οἱ ποικίλες ἑρμηνεῖες τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, εἰδικότερα στό πλαίσιο τοῦ διεξαγομένου διαλόγου τῶν ὀρθοδόξων μέ τούς ἑτεροδόξους.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἐκφράστηκε πάντοτε αὐθεντικά ἀπό τούς ἁγίους, ἀπό τούς θεσμικούς καί τούς χαρισματικούς φορεῖς τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς της. Μποροῦμε γι’ αὐτό νά εἴμαστε ἀσφαλεῖς καί αἰσιόδοξοι ὅτι δέν κινδυνεύουμε, μόνον ἐφόσον τούς ἀκολουθοῦμε, ἐφόσον εἴμαστε «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι».





[1] Ἰω. 17,3
[2] Βλ. Κατηχήσεις 4, P.G. 33, 456B
[3] Βλ. P.G. 60,745
[4] Βλ. P.G. 59, 443
[5] P.G. 90, 165A
[6] Βλ. Ἁγίου Μάρκου τοῦ ἐρημίτη, P.G. 65, 1001AB
[7] Βλ. Ἁγίου Μακαρίου, P.G. 34, 904B
[8] P.G. 31, 920A
[9] P.G. 88, 996B
[10] Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 1076C καί P.G. 25, 221-225
[11] P.G. 53,31 καί P.G. 59, 369
[12] P.G. 59, 77
[13] Μθ. 6, 21
[14] Βλ. P.G. 51, 280
[15] Βλ. P.G. 55,50 καί P.G. 62, 93
[16] Βλ. P.G. 61, 70 καί P.G. 57, 243-244
[17] Βλ. Ε.Π.Ε. 18, 222-224
[18] P.G. 59, 63 καί Παροιμ. 22,28: «Μή μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου»
[19] P.G. 64, 500C
[20] P.G. 59, 59-61
[21] Βλ. σχετικά Α΄Τιμ. 4,1
[22] P.G. 26, 960Β
[23] Βλ. P.G. 25, 541C-544C
[24] Βλ. P.G. 26, 25Β καί 941Α
[25] P.G. 79, 1237C
[26] Βλ. P.G. 87, 2925Β
[27] Βλ. P.G. 35, 1112Α
[28] Βλ. Ἐπιστολή 243, P.G. 32, 908C
[29] Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 937C
[30] Βλ. Μ. Ἀθανασίου, P.G. 26, 940C
[31] Τίτ. 3,10
[32] Βλ. P.G. 26, 940Β
[33] Βλ. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Α΄, 4, 27-31. Π. Χρήστου, τόμ. Α΄, σ. 31
[34] Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Περί τῶν γεγενημένων παρ’ Ἀρειανῶν 36, Β.Ε.Π., 31, 260-261

meteoronlithopolis.gr

Απάντηση Τσελεγγίδη στον Μητροπολίτη Περγάμου



Απάντηση Τσελεγγίδη στον Μητροπολίτη Περγάμου
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Θεσσαλονίκη, 5-10-2009
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ

-----------

541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Τηλ. Γραφ. 2310-996957
Οικ. 2310-342938

Προς
την Ιερά Σύνοδο
της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ι. Γενναδίου 14
115 21 Αθήνα

Κοινοποίηση: Σε όλους τους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος

Μακαριώτατε Άγιε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς,

Με την από 10-9-2009 επιστολή μου αναφέρθηκα σε Σας, σύμφωνα με την Κανο­νική Τάξη της Εκκλησίας μας, για να εκθέσω ως έσχατο μέλος της την άποψή μου για τον επικείμενο Διμερή Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στην Κύπρο, τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους.

Με έκπληξη όμως διαπίστωσα ότι ορισμένα εκκλησιαστικά πρόσωπα, που δεν ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος και ηγούνται της Επιτροπής του παραπάνω Θε­ολογικού Διαλόγου, δυσανασχέτησαν ιδιαίτερα και ένα από αυτά προχώρησε αναι­τίως σε διαστροφή της αλήθειας που εξέφρασα. Συγκεκριμένα, το εύλογο και αυτονό­ητο αίτημά μου, να αποφανθεί Συνοδικώς η Ελλαδική Εκκλησία για το θέμα που θα συζητηθεί στην Κύπρο, παρουσιάστηκε διεστραμμένα. Ισχυρίστηκε πως δήθεν «κραυγάζω ότι η Ορθοδοξία κινδυνεύει, διότι οι διαποιμαίνοντες αυτήν Προκαθήμενοι δεν συμμερίζονται την γνώμη μου». Είναι ασφαλώς κατατεθειμένα γραπτώς ενώπιόν Σας όσα υπεστήριξα τότε, καθώς και όσα υποστηρίζει ο δυσφορών. Θα μπορούσα βεβαίως να εκθέσω τις απόψεις μου σε εφημερίδες, σε περιοδικά και στα Μ.Μ.Ε. Αλλά για καθαρά εκκλησιολογικούς λόγους θέλησα να απευθυνθώ προς Σας, όπως ορίζει η εκκλησιαστική τάξη.

Έχοντας απόλυτη υιική εμπιστοσύνη στο Πνεύμα διακρίσεως από το οποίο εμφο­ρείσθε, αφήνω στην αγάπη Σας να διακρίνετε ποιά είναι τελικά η Αλήθεια. Για να αποφευχθούν όμως ενδεχόμενες παρερμηνείες, οφείλω για μια ακόμη φορά να δώσω ταπεινά τις παρακάτω εύλογες διευκρινίσεις, εστιάζοντας στην ουσία του θέματος:

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Προφητικές ρήσεις Ρώσων Γερόντων


«Ένα μεγάλο σημείο του Θεού θα εμφανιστεί. Και τα κούτσουρα και τα συντρίμμια θα επανενωθούν, με την θέληση του Θεού…»

Ιερομόναχος Σεραφείμ (Βυρύτσκυ) της Μόσχας (+1942)
«Όταν η ανατολή θα γίνει δυνατότερη, όλα θα αρχίσουν να κλονίζονται. Οι αριθμοί είναι με την μεριά τους. Όχι μόνο αυτό, αλλά έχουν και νηφάλιους και εργατικούς ανθρώπους, ενώ εμείς μαστιζόμαστε από τον αλκοολισμό
Θα έλθει μια εποχή στην οποία η Ρωσία θα γίνει κομμάτια. Στην αρχή θα την χωρίσουν, και μετά θα αρχίσουν να κατακλέβουν τον πλούτο της.
Η Δύση θα κάνει τα πάντα να βοηθήσει στην καταστροφή της Ρωσίας και για ένα διάστημα θα παραδώσει το ανατολικό της κομμάτι στην Κίνα. Η Άπω Ανατολή θα πέσει στα χέρια της Ιαπωνίας, και η Σιβηρία στους Κινέζους, οι οποίοι θα αρχίσουν να μετακινούνται στην Ρωσία, να παντρεύονται ρωσίδες και στο τέλος με πονηριά και μαστοριά θα καταλάβουν την περιοχή της Σιβηρίας έως τα Ουράλια.

Αλλά όταν η Κίνα θα θελήσει να προχωρήσει, η Δύση θα αντισταθεί και δεν θα το επιτρέψει. Ή Ανατολή θα βαπτισθεί στην Ρωσία. Ολόκληρος ο ουράνιος κόσμος, μαζί με αυτούς οι οποίοι βρίσκονται επί της γης, το αντιλαμβάνονται αυτό, και προσεύχονται για την φώτιση όσων βρίσκονται στην Ανατολή.»Βλέπεις ότι το αιχμηρό υνί του πόνου οργώνει βαθειά την ταλαίπωρη ψυχή μου.Μέσα στα ματωμένα αυλάκια της σπείρε Συ το σπόρο της μυστικής Σου αγάπης,και της πίστεως που είναι δυνατή και όρη μετακινεί!

Αρχιμανδρίτης Ιωνάς (Miroshnichenko) (+1902)

«Θα δείτε τι θα συμβεί σε 50 χρόνια: Ὅλοι θα εγκαταλείψουν την Δικαιοσύνη του Θεού και θα απομακρυνθούν από την πίστη, αλλά μετά θα συνέλθουν και θα επιστρέψουν και θα ζήσουν με Χριστιανικό τρόπο.»

Γέρων Αλέξιος (Mevhev) της Μόσχας (+1922)

«Όταν ο καιρός έλθει, ο Θεός θα στείλει τους απαραίτητους ανθρώπους Του, οι οποίοι θα εκτελέσουν το έργο Του ( την σωτηρία της Ρωσίας ), και θα εξοντώσουν τους Μπολσεβίκους με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μια καταιγίδα τσακίζει το ξύλο από το κατάρτι…»Βλέπεις ότι το αιχμηρό υνί του πόνου οργώνει βαθειά την ταλαίπωρη ψυχή μου.Μέσα στα ματωμένα αυλάκια της σπείρε Συ το σπόρο της μυστικής Σου αγάπης,και της πίστεως που είναι δυνατή και όρη μετακινεί!

Γέρων Ανατόλιος (Ποτάποφ) της Όπτινα (+1922)
«…θα υπάρξει ασφαλώς μια Καταιγίδα. Και το Ρωσικό καράβι θα ναυαγήσει. Ναί, θα συμβεί αυτό, αλλά όπως γνωρίζουμε οι άνθρωποι μπορούν να σωθούν ακόμη και επάνω σε κούτσουρα και σε συντρίμμια. Δεν θα χαθούν λοιπόν όλοι, όχι όλοι…»
Αλλά επίσης προφήτευσε ότι η κανονική ενότητα θα επανέλθει:
«Ένα μεγάλο σημείο του Θεού θα εμφανιστεί. Και τα κούτσουρα και τα συντρίμμια θα επανενωθούν, με την θέληση του Θεού, και το καράβι της Ρωσίας θα ξαναφτιαχθεί σε όλη του την ομορφιά και θα επανέλθει στον δρόμο που προκαθόρισε ο Θεός για αυτό…
Και αυτό θα είναι ένα θαύμα, εμφανές σε όλους…»Βλέπεις ότι το αιχμηρό υνί του πόνου οργώνει βαθειά την ταλαίπωρη ψυχή μου.Μέσα στα ματωμένα αυλάκια της σπείρε Συ το σπόρο της μυστικής Σου αγάπης,και της πίστεως που είναι δυνατή και όρη μετακινεί!
πηγή: http://genuineorthodox.blogspot.gr/

Προσευχή: Ο Θεός ημπορεί να ανατρέψει τα σχέδια των εχθρών μας.


Κερι
Η προσευχή έχει δύναμη και ο κάθε Χριστιανός πρέπει να ξέρει πως ο Θεός μπορεί να βλάψει τα σχέδια των εχθρών μας.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδας κ.κ. Νικόλαος μας εξηγεί με κείμενο του την μεγάλη ισχύ που εχει να προσευχόμαστε.
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Έρχονται κάποιες στιγμές στη ζωή μας κατά τις οποίες τίποτε άλλο δεν ημπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να βγούμε από κάποιο αδιέξοδο, παρά μόνο τη δύναμη της προσευχής.
Αυτή η οδυνηρή περίοδος για την κοινωνία μας δεν έχει άλλο τι να επικαλεσθεί, παρά μόνο μία άνωθεν δύναμη, που πέμπεται από τον Πολυεύσπλαχνο Πατέρα μας, ως απάντηση της προσευχής μας. Αντιτάσσομε στα προβλήματα την προσευχή μας ή έχουμε πιστέψει, ότι με τις δικές μας ικανότητες και μόνο θα υπερβούμε κάθε δυσκολία; Οι περισσότεροι και μάλιστα οι ηγέτες έχουν υπερεκτιμήσει τις ανθρώπινες δυνάμεις και έχουν παντελώς αγνοήσει την δυναμική της προσευχής και τούτο διότι τα δεσμά του εγωκεντρισμού τους έχουν απομονώσει από την πραγματικότητα και την αλήθεια. Από τους αρχαίους χρόνους οι άνθρωποι επεκαλούντο τη βοήθεια των θεών, για την αντιμετώπιση των ποικίλων ατομικών, κοινωνικών και εθνικών προβλημάτων. Στην χριστιανική εποχή πρώτοι οι ηγέτες και πίσω τους ο λαός ικέτευαν την Υπεραγία Θεοτόκο στους πολέμους, στις θεομηνίες, στις ανομβρίες και σε κάθε συμφορά. «Εκ παντοίων κινδύνων ελευθέρωσον» ήταν η καθημερινή προς την Υπέρμαχο Στρατηγό προσευχή τους.
Σήμερα; Δυστυχώς η Νέα Εποχή υπερτονίζει την ανθρώπινη δύναμη και αγνοεί την θεϊκή. Δεν διδάσκονται από την αποτυχία των ανθρωπίνων επιτευγμάτων, τα οποία η αφροσύνη τα μετέτρεψε από ευεργετήματα σε δυστυχήματα;
Η προσευχή είναι ισχυρό όπλο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης τονίζει: «Ου γαρ εστιν εν τω ουρανώ και επί της γης ισχυρότερον όπλον». Η περίοδος αυτή  πρέπει να είναι καιρός προσευχής.
Ας παρακαλέσουμε τον Κύριό μας ρίπτοντες ενώπιόν Του την αδυναμία μας. Εκείνος μας έχει υποσχεθεί:  Αιτείτε και δοθήσεται υμίν» Κι αν οι πολλοί αγνοούν την δύναμή Του, όσοι είμαστε πιστοί, ας τον παρακαλούμε να μας ελεήσει.
Ο Θεός ημπορεί να ανατρέψει τα σχέδια των εχθρών μας.
† ο Φθιώτιδος Νικόλαος

Iωάννου του Χρυσοστόμου Η προσευχή διώχνει την απελπισία




«Έχεις γυναίκα μ’ ελαττώματα; Σε θλίβει, σε ταλαιπωρεί καθημερινά; Να κάνεις, ό,τι έκαμε ο Ισαάκ , να παρακαλείς θερμά το Θεό να λύσει Εκείνος το πρόβλημά σου. Ο Ισαάκ με την ταπεινή προσευχή του έλυσε την πήρωσιν της φύσεως. (πήρωσις από το ρ. πηράω= κάνω κάποιον ανάπηρο, σωματική αναπηρία, στην περίπτωση του Ισαάκ ατεκνία ) . Πολύ περισσότερο εμείς με την καλήν μας «προαίρεση» (=διάθεση) θα μπορέσουμε να διορθώσομε τα ελαττώματά μας, αν παρακαλούμε, ικετεύομε συνεχώς τον Θεόν. Αν σε δει ο Θεός ότι δείχνεις καρτερίαν και υποφέρεις (αντέχεις, σηκώνεις) με γενναιότητα , ψυχραιμία, ηρεμία τα ελαττώματα της γυναίκας σου, γιατί σέβεσαι τον νόμο Του, «συνεφάπτεται» ( συν+άπτομαι-εγγίζω» θα σου δώσει χέρι βοηθείας) για την ορθήν διδασκαλίαν σου και θα σου δώσει υπεραρκετόν μισθόν, μέγιστα ουράνια βραβεία, για την υπομονή σου. Ο Απ. Παύλος γράφει στους Κορινθίους ( 7, 16 ) «Τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις;» ( Ω! άνδρα, γνωρίζεις ότι με την υπομονή σου μπορείς να σώσεις την γυναίκα σου; Και συ γυναίκα, ότι μπορείς να σώσεις; Τον άνδρα σου; ).
Να μην αποκάμεις, λέγει, να μην σταματήσεις να εξυπηρετείς το ταίρι σου, ούτε ν’ απελπιστείς, ούτε ν’ αγανακτήσεις, αν δεν διορθώνεται, γιατί εσύ δεν έχασες τον μισθόν της υπομονής. Αν την διώξεις, αμαρτάνεις, γιατί παραβαίνεις τον νόμο του Θεού ( ο γάμος αδιάλυτος ) και συ κρίνεσαι, σαν μοιχός, από τον Θεόν. Ο Χριστός ολοκάθαρα είπε ( Ματθ. 5, 32 ) «ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι» ( = Όποιος εκδιώκει την γυναίκα του, εκτός για λόγο πορνείας, αναγκάζει αυτήν να διαπράξει μοιχείαν ) .
Αν πάρεις άλλην γυναίκα, χειρότερη από την πρώτην, έχεις ήδη διαπράξει «μοιχείαν» και δεν έχεις βρει γαλήνη, ηρεμία, που τόσο λαχταρούσες. Η χειρότερη κάνει χειρότερη τη ζωή σου. Αν πάρεις καλύτερη, δεν θ’ απολαμβάνεις πλήρη ηδονή, γιατί θα συλλογίζεσαι ότι έχεις εγκαταλείψει την πρώτη γυναίκα σου και έχεις διαπράξει και μοιχείαν. Αν, λοιπόν, δεις ότι παρουσιάζονται δυσκολίες, προβλήματα, αδιέξοδα ή από τον γάμον ή από άλλες καταστάσεις, τότε με δάκρυα να τρέχεις στο Θεό , να τον παρακαλείς θερμά, επίμονα, ασταμάτητα και Εκείνος σίγουρα θ’ απαντήσει στο πρόβλημά σου, θετικά ή αρνητικά, πάντα για το συμφέρον της ψυχής σου.
Πάντα να θυμάσαι ότι η προσευχή είναι ακατανίκητο όπλο.
Αρκετές φορές έχω αναφέρει στην αγάπη σας ότι όλοι αμαρτωλοί και δίκαιοι πρέπει να προσεύχονται.
Είσαι αμαρτωλός; Μην φεύγεις, σαν τον άσωτο από τον θεό, αλλά να συλλογίζεσαι τον Τελώνην. Τι κέρδισε όταν ζήτησε το έλεος του θεού; Απέπλυνε όλα τ’ αμαρτήματά του, κέρδισε την ψυχικήν του γαλήνη.

Τα αδιέξοδά μας και ο Θεός by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης

γλάρος - ουρανός
     Γιατί θα πρέπει όλα να περνάνε από την κνισάρα του μυαλού; Γιατί θα πρέπει να περιχαρακώνουμε μέσα σε πλαίσια της ανθρώπινης λογικής το Θεό, τις ενέργειές Του, τη χάρη Του; Γιατί θα πρέπει να σκανδαλιζόμαστε κάθε φορά που έχουμε πρόβλημα και απαιτούμε από το Θεό να το λύσει πάραυτα και όπως θέλουμε εμείς; Και γιατί θα πρέπει να αντιδρούμε με εσωτερικό θυμό αν δεν υπάρχει εκ μέρους του Θεού και των αγίων Του η άμεση ανταπόκριση που περιμένουμε;
 Θα πρέπει κάποτε να καταλάβουμε παρατηρώντας εμπειρικά τις διάφορες φάσεις της ζωής μας σε σχέση με το Θεό, ότι δεν μπορούμε εμείς να βάλουμε απαιτητικά ανθρώπινα μέτρα ενεργειών στο Θεό που είναι το ασύλληπτο Μυστήριο των Μυστηρίων. Πρέπει απλά και με πίστη να ζητούμε αυτό που θέλουμε κι ας είναι σωστό, αλλά με την ίδια πίστη θα πρέπει να αναμένουμε τη θετική ανταπόκριση ή την αρνητική ή την καθυστέρηση απαντήσεως ή τη διαφορετική απάντηση από αυτό που περιμένουμε. Πιστεύοντας στην αγάπη του Θεού δεν σκανδαλιζόμαστε. Αναμένοντας την απάντηση δεν αγωνιούμε. Δοξολογούμε δε μετά την όποια απάντηση ή και τη σιωπή. Δεν πρέπει να αμφισβητούμε ούτε την πανταχού παρουσία Του ούτε την Πρόνοιά Του για τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Εκείνος γνωρίζει το συμφέρον μας, διότι γνωρίζει τα πάντα για μας και γνωρίζει το μέλλον μας. Και θέλει και ποθεί τη σωτηρία μας. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι», αλλά «και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Η επίγνωση της αληθείας επεκτείνεται σε όλες τις πτυχές της μυστηριακής σχέσεώς μας μαζί Του. Και όσο προχωρεί κανείς σε επίγνωση, τόσο παραδίδεται θεληματικά και ευχάριστα και με απόλυτη εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα.
     Η ζωή μας κατακλύζεται από πλήθος πολυειδών εμποδίων σε χίλια δυο πράγματα. Ασύμφορο είναι κάθε φορά να αγχωνόμαστε και να αγωνιούμε. Αυτό που βίωσαν οι Μυροφόρες γυναίκες πηγαίνοντας προς τον τάφο «ίνα αλείψωσι τον Ιησούν», ως πρόβλημα μεγάλο, δηλαδή το «τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου, ην γαρ μέγας σφόδρα», αλλά και τη λύση του προβλήματος, όταν δηλαδή είδαν ότι «αποκεκύλισται ο λίθος» πρέπει να το μεταφέρομε στη ζωή μας με βαθειά πίστη.
     Διότι ο Θεός είναι Θεός των εκπλήξεων. Δρα εκεί που η ανθρώπινη αδυναμία σηκώνει ψηλά τα χέρια. Το ανθρώπινο αδιέξοδο είναι η πόρτα εισόδου για το Θεό. Εμείς δεν Του υποδεικνύουμε τον τρόπο, ζητούμε αυτό που θέλουμε ταπεινά και με πίστη και περιμένουμε… Τότε θα παρατηρήσουμε άπειρες φορές στη ζωή μας ότι η όποια στάση του Θεού στο αίτημα ή το πρόβλημά μας ήταν η συμφέρουσα. Κι αν στον κόσμο τούτο δεν το καταλάβουμε, θα το καταλάβουμε στην άλλη ζωή, που δεν θα ισχύει η ανθρώπινη λογική και οι αδυναμίες μας.
(ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου)