Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

Δεν υπάρχει τέλος στο δρόμο αυτών που πηγαίνουν προς το ατελεύτητο αποΔΟΓΜΑ

 

5 Οκτωβρίου 2012

(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)

Με την ευλογία του Θεανθρώπου το «ον» τους διαδόθηκε και «επεκτάθηκε» σε «παν-όν» και αυτοί πλέον με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και των θαυματουργικών δυνάμεων Του, μόνιμα αισθάνονται τον «εαυτό» τους ένα με όλους τους ανθρώπους και με όλα τα δημιουργήματα. Δηλαδή αισθάνονται ένα με όλες τις «θλίψεις», τα «βά­σανα» και «στενοχώριες» των ανθρώπων στη γη, αλλά και με όλες τις «χαρές» τις «εκστάσεις» και «μακαριότη­τες» των αγγέλων στον ουρανό. Αυτοί είναι θεοειδείς παν-αισθανόμενοι και παν-συναισθανόμενοι. Η καρδιά τους σαν παν-καρδιά, αισθάνεται όλες τις χαρές όλων των όντων σαν δικές της και όλα τα βάσανα σαν δικά της και όλους τους θανάτους σαν δικούς της και όλες τις αμαρτίες σαν δικές της και όλα τα μαρτύρια σαν δικά της.

Η ψυχή τους σαν παν-ψυχή, διαπερνάει όλα τα όντα και όλα τα δημιουργήματα και καθένα απ’ αυτά τα αισθάνεται σαν δικό της και διαμέσου όλων αυτών προσεύχεται για ολόκληρο το σύμπαν και για όλα που βρίσκονται σ’ αυτό.

Ο οφθαλμός τους είναι παν-οφθαλμός, η συνείδησή τους παν-συνείδηση, ο νους τους πα ν-νους, η ζωή τους παν-ζωή. Γιατί σ’ αυτούς όλα αυτά τα δίνει και όλα αυτά τα ενεργεί ο μεγαλύτερος θαυματουργός όλων των κόσμων, η εκκλησία του Χριστού. Αυτή, με τη χάρη του  Αγίου Πνεύματος και την αγάπη του Κυρίου Ιησού Χριστού, τον «νου» τους τον μεταμορφώνει σε «καθολικό» νου της εκκλησίας, τη ψυχή τους σε «καθολική» ψυχή της εκκλησίας, τον οφθαλμό τους σε «καθολικό» οφθαλμό της εκκλησίας και αυτοί πλέον «ατελεύτητοι» με όλες τις θεανθρώπινες «ατελευτότητες» της εκκλησίας του Σωτήρος, ζουν με την καθολική «παν-ψυχή» της εκκλησίας. Και εξαιτίας όλων αυτών, αυτοί αισθάνονται με την «καθολική παν-καρδιά» της εκκλησίας, με την αθάνατη και αιώνια καθολική «παν-ψυχή» της εκκλησίας και εξαιτίας όλων αυτών, αυτοί πραγματικά ζουν, και σκέπτονται και αισθάνονται και βλέπουν και διαλογίζονται και πράττουν με τη χάρη του τρισηλίου Θεού και Κυρίου «εκ του πατρός, διά του υιού, εν Αγίω πνεύματι». Από πού προέρχεται αυτό; Από εκεί που ο «Θαυμαστός» και «Θαυματουργός» φιλάνθρωπος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός σύνδεσε τον εαυτό Του με ό,τι είναι δικό τους. Σύνδεσε «διά της χάριτος» την καρδιά τους με ό,τι είναι στους ουρανούς και με ό,τι είναι στη γη. Και πριν απ’ αυτό, σύνδεσε αυτούς με τον εαυτό Του. Με τον Πανάγαθο, τον Πανοικτίρμονα, τον Παν-ελεήμονα, τον Παντογνώστη, τον Παν-ορώντα και Παντεπόπτη, τον Παν-αισθάνοντα και Παν-συναισθάνοντα Θεό και Κύριο. Φόρεσε αυτούς στον Εαυτό του με το Άγιο βάπτισμα και αυτοί ενδύθη­καν «εν Αυτώ». Τους «πλήρωσε»-γέμισε με τον εαυτό Του, με κάθε «πλήρωμα» Θεϊκό διαμέσου της θείας κοινωνίας και των λοιπών αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Και αυτοί ακούραστα «αυξάνουν» την «αύξησιν του Θεού» σε όλες τις θεανθρώπινες «ατελευτότητες», σε όλες τις χωρίς όρια τελειότητες Αυτού.

Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει για την τελειοποίηση τους ποτέ κανένα τέλος. Ὀ,τι έγινε στο παρελθόν το λησμονούν και προχωρούν πάντα μπροστά «τα μεν οπίσω επιλανθανόμενοι τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι» (Φι-λιπ, 3,14), γιατί σε αυτούς αξίζει (και ενδιαφέρει) να φτάσουν «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώμα­τος του Χριστού» (Εφεσ. 4,13), έχοντες πάντοτε μπροστά στα μάτια τους τη ψυχή και απέναντι στα ακούσματα της «υπάρξεώς» τους τον τέλειο σκοπό των χριστιανικών αγώνων και αρετών. «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος έστιν» (Ματθ. 5,48). Η τελειότητά τους δεν θα έχει τέλος ευαγγελίζεται ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, γιατί η διακοπή στην «ανάπτυξη» θα σήμαινε και τέλος των δεσμών με τον ατελεύτητο. Δεν υπάρχει τέλος στο δρόμο αυτών που πηγαίνουν προς τον ατελεύτητο. Πες μου πώς αυτοί μπορούν να φτάσουν στο τέλος του «ατελεύτητου»; Αυτό είναι παντελώς αδύνατο και απραγματοποίητο. Τέτοια σκέψη δεν μπορεί να περάσει από τη διάνοια των «αγίων» (δηλ. χριστιανών) ούτε εδώ στη γη, όσο ακόμη είναι στο σώμα, ούτε εκεί στον ουρανό, όταν μεταφερθούν κοντά στο Θεό. Θα είναι «σκεπασμένοι» από το φως της «θεϊκής δόξας», θα είναι καταυγασμένοι απ’ αυτήν, θα φεγγοβολούν και θα τέρπονται μέσα σ’ αυτήν και σίγουρα ξέρουν, με πλήρη και τέλεια πεποίθηση ότι η τελειοποίηση τους θα είναι χωρίς τέλος και η «πρόοδος» τους στην «δόξα» θα είναι αιώνια.

( Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους επιστολή του Απ. Παύλου»)

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι Ιουστίνος Πόποβιτς απο δογμα

 

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι

19 Φεβρουαρίου 2014

image51

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια.

Για ποιό πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι;

Για τον πλούτο, την επιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα;

Όλα αυτά είναι σκύβαλα – συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου.

Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο με χαρά;

Όχι δεν μπορεί.

Ο άνθρωπος που θα αντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμιά απόλαυση εδώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ο θάνατος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.

Ποιός εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο;

Ποιός άλλος από την αμαρτία;

Στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ο γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανάτου και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο.

Δεν το έπραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έπραξε ο άνθρωπος.

Γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και όλα τα φυτά και όλα τα πετούμενα.

Πρέπει να ντρέπεται ο άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι που έφερε τον θάνατο στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα πουλιά και στα ζώα και στα φυτά.

Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν.

Μέχρι πότε όμως;

Μέχρι την ανάσταση των νεκρών, όταν ο Κύριος θα κρίνει τον κόσμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της.

Αυτό είναι κάτι που εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι η καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.

Ιουστίνος Πόποβιτς

 

 

Πηγή: agiosmgefiras.blogspot.gr

Η πολυθεϊα στην Ευρώπη.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς απο δογμα

 



8 Ιουλίου 2014

«Η Ευρώπη δεν υποφέρει (τώρα πια) από τον αθεϊσμόν, αλλά από τον πολυθεϊσμόν. Δεν υποφέρει από την έλλειψιν θεών, αλλ΄ απ΄ την πληθώραν θεών. Απωλέσασα τον αληθινόν Θεόν, ηθέλησε να χορτάσει την πείναν του Θεού δια της δημιουργίας ψευδοθεών και ειδώλων. Εδημιούργησεν είδωλα από την επιστήμην και τας θεωρίας της. από την τεχνικήν και τας εφευρέσεις της. από την θρησκείαν και τους αντιπροσώπους της. από την πολιτικήν και τα κόμματά της. από τη μόδα και τα μανεκέν της. Εις το κέντρον δε όλων αυτών των ειδώλων και επί του οικουμενικού θρόνου του εγωϊσμού ετοποθέτησε και εγκαθίδρυσε τον Ευρωπαίον άνθρωπον, τον Δαλάϊ – Λάμα της Ευρώπης».

ΠΗΓΗ : ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τευχ. 55-56, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994, σ. 117.

 

 

Πηγή: tribonio.blogspot.gr

Οι τρεις πτώσεις του ανθρωπίνου γένους.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς απο δογμα

 




Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα. Η ουσία της πτώσεως εις την αμαρτίαν είναι πάντοτε η ίδια : το να θέλει κανείς να γίνει καλός δια του εαυτού του. το να θέλει κανείς να γίνει τέλειος δια του εαυτού του. το να θέλει κανείς να γίνει Θεός δια του εαυτού του. Αλλά τοιουτοτρόπως ο άνθρωπος ασυναισθήτως εξισούται με τον διάβολο. Διότι και αυτός ήθελε να γίνει Θεός δια του εαυτού του, να αντικαταστήσει τον Θεόν με τον εαυτόν του. Και εις την υψηλοφροσύνην του αυτήν δια μιας έγινε διάβολος, τελείως κεχωρισμένος από τον Θεόν και όλος εναντίον του Θεού.

ΠΗΓΗ : ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τευχ. 55-56, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994, σ. 113.

 

Πηγή: tribonio.blogspot.gr

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Καταδικασμένοι» να είναι αθάνατοι απο δογμα

 



Οι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεό σε θάνατο· ο Θεός όμως με την Ανάσταση Του ″καταδικάζει″ τους ανθρώπους σε αθανασία. Για τα κτυπήματα τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς· για τις βρισιές τις ευλογίες· για τον θάνατο την αθανασία. Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεό, όσον όταν Τον σταύρωσαν· και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόσην αγάπη προς τους ανθρώπους, όσην όταν αναστήθηκε. Οι άνθρωποι ήθελαν να κάνουν τον Θεό θνητό, αλλ᾽ ο Θεός με την Ανάσταση Του έκανε τους ανθρώπους αθάνατους. Αναστήθηκε ο σταυρωμένος Θεός και σκότωσε τον θάνατο. Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον. Η αθανασία γέμισε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του.

Με την Ανάσταση του Θεανθρώπου η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στο δρόμο της αθανασίας, και έγινε φοβερή και γι αυτόν τον θάνατο. Διότι πριν από την Ανάσταση του Χριστού ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο, μετά όμως από την Ανάσταση του Κυρίου γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για τον θάνατο. Αν ζει με την πίστη στον Αναστημένο Θεάνθρωπο ο άνθρωπος, ξεπερνά τον θάνατο. Γίνεται απρόσβλητος από αυτόν. Ο θάνατος μετατρέπεται εις «υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη, το νίκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Έτσι, όταν ο εν Χριστώ άνθρωπος πεθαίνει, αφήνει απλά το ένδυμα του σώματός του για να το φορέσει ξανά κατά τη Δευτέρα Παρουσία.

Μέχρι την Ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου. Η πρώτη ήταν η ζωή, καί ο θάνατος η δεύτερη. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατον σαν κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασίν Του ο Κύριος τα άλλαξε όλα: η αθανασία έγινεν η δεέταρη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό στόν άνθρωπο, και το αφύσικο έγινε ο θάνατος. Όπως μέχρι την Ανάσταση του Χριστού ήταν φυσικό στούς ανθρώπους το να είναι θνητοί, έτσι μετά την ανάσταση έγινε φυσική γι᾽ αυτούς η αθανασία.

Με την αμαρτία ο άνθρωπος έγινε θνητός και πεπερασμένος· με την Ανάσταση του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς βρίσκεται η δύναμη και η εξουσία και η παντοδυναμία της Αναστάσεως του Χριστού. Και γι αυτό χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός. Μεταξύ των θαυμάτων η Ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Ἀπό αυτό εκπηγάζουν και η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Οι δραπέτες μαθητές, αυτοί που έφυγαν μακριά από τον Ιησού όταν πέθαινε, επιστρέφουν σ’ Αυτόν όταν αναστήθηκε. Και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος όταν είδε τον Χριστόν να ανίσταται από τον τάφο, τον ομολόγησε ως Υιόν του Θεού. Κατά τον ίδιον τρόπο και όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί, διότι αναστήθηκε ο Χριστός, διότι νίκησε τόν θάνατο. Αυτό είναι εκείνο που δεν έχει καμιά άλλη θρησκεία· αυτό είναι εκείνο που κατά τρόπον μοναδικό και αναμφισβήτητο φανερώνει καί αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σε όλους τους ορατούς και αοράτους κόσμους.

Χάρις στην Ανάσταση του Χριστού, χάρις στήν νίκη επί του θανάτου οι άνθρωποι γίνονταν και γίνονται και θα γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος της Αναστάσεως του Χριστού, που συνεχίζεται διαρκώς σ’ όλες τις καρδιές των Χριστιανών από μέρα σε μέρα, από χρόνο σε χρόνο, από αιώνα σε αιώνα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Ο άνθρωπος γεννιέται πραγματικά όχι όταν τον φέρει στόν κόσμο η μητέρα του, αλλ᾽ όταν πιστέψει στόν Αναστάντα Σωτήρα Χριστό, διότι τότε γεννιέται στήν αθάνατη και αιωνία ζωή, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί της για να πεθάνει θάνατον, για τον τάφο. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μητέρα όλων μας, όλων των Χριστιανών, η μητέρα των αθανάτων. Με την πίστη στήν Ανάσταση του Κυρίου, γεννιέται ξανά ο άνθρωπος, γεννιέται γιά τήν αιωνιότητα.

– Αυτο είναι αδύνατο! Παρατηρεί ο σκεπτικιστής. Και ο Αναστάς Θεάνθρωπος απαντά: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Και ο πιστεύων είναι εκείνος που μο όλη τήν καρδιά, με όλη τη ψυχή, με όλον τό είναι του ζει κατά το Ευαγγέλιον του Αναστάντος Κυρίου Ιησού.

Η πίστη μας είναι η νίκη με την οποία νικούμε τόν θάνατο, η πίστη δηλαδή στόν Αναστάντα Κύριον. «Πού σου, θάνατε, το κέντρον;» «Το δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Με την ανάστασή Του ο Κύριος «ήμβλυνε του θανάτου το κέντρον». Ο θάνατος είναι ο όφις, η δε αμαρτία είναι το κεντρί του. Με την αμαρτία ο θάνατος χύνει το δηλητήριο στή ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Όσο περισσοτέρες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερα είναι τα «κέντρα» με τα οποία χύνει ο θάνατος το δηλητήριόν του σ’ αυτόν.

Όταν η σφήκα κεντρίσει τον άνθρωπο, καταβάλλει αυτός κάθε δυνατή προσπάθεια για να βγάλει το κεντρί από το σώμα του. Όταν δε τον κεντρίσει η αμαρτία – το κεντρί αυτό του θανάτου – τι πρέπει να κάνει; – Πρέπει με την πίστη και προσευχή να παρακαλέσει τον Αναστάντα Σωτήρα Χριστόν, για να βγάλει Αυτός το κεντρί του θανάτου από τη ψυχή του. Και Αυτός ως πολυεύσπλαγχνος θα το κάνει, διότι είναι Θεός του Ελέους και της Αγάπης. Όταν πολλές σφήκες πέσουν πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον τραυματίσουν πολύ με τα κεντριά τους, τότε ο άνθρωπος δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Το ίδιο γίνεται και με τη ψυχή του ανθρώπου όταν την τραυματίσουν τα πολλά κεντριά των πολλών αμαρτιών. Πεθαίνει θάνατο που δέν έχει ανάσταση.

Νικώντας με τον Χριστό την αμαρτία μέσα του ο άνθρωπος νικά τον θάνατο. Αν περάσει μια μέρα και συ δεν έχεις νικήσει ούτε μια αμαρτία σου, γνώρισε ότι έγινες περισσότερο θνητός. Αν όμως νικήσεις μια ή δύο ή τρεις αμαρτίες σου, έγινες πιο νέος με τη νεότητα που δεν γερνά, την αθάνατη καί αιωνία! Ας μη το λησμονούμε ποτέ: το να πιστεύει κανείς στόν Αναστάντα Χριστόν, αυτό σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς τον αγώνα εναντίον της αμαρτίας, του κακού και του θανάτου.

Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει πραγματικά στον Αναστάντα Κύριον το φανερώνει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών· και αν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιωνία ζωή. Αν όμως δεν αγωνίζεται, τότε είναι ματαία η πίστη του! Διότι, αν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Αν με την πίστη στον Χριστόν δεν φθάνει κάποιος στήν αθανασία και τη νίκη πάνω στο θάνατο, τότε γιατί να υπάρχει αυτή η πίστη; Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Αν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει κανείς στόν Χριστόν; Εκείνος όμως ο οποίος με την πίστη στόν Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαία μέσα του τήν αίσθηση ότι ο Κύριος πραγματικά αναστηθηκε, πραγματικά ἄμβλυνε τό κεντρί του θανάτου, πραγματική νίκησε τον θάνατο σε όλα τα μέτωπα της μάχης.

Η αμαρτία βαθμιαία μικραίνει τη ψυχή του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατο, την μεταβάλλει από αθανάτη σε θνητή, από άφθαρτη και απέραντη σε φθαρτή και πεπερασμένη. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο είναι θνητός. Και αν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτό του αθάνατο, είναι φανερόν ότι βρίσκεται όλοκληρος βυθισμένος στις αμαρτίες, σε σκέψεις μυωπικές, σε αισθήματα νεκρωμένα. Ο Χριστιανισμός είναι μία κλήση στον μέχρις εσχάτης αναπνοής αγώνα εναντίον του θανάτου, μέχρι δηλαδή της τελικής νίκης εναντίον του. Κάθε αμαρτία αποτελεί μια υποχώρηση, κάθε πάθος μια προδοσία, κάθε κακία μια ήττα.

Δεν πρέπει να διερωτάται κανείς γιατί και οι Χριστιανοί πεθαίνουν σωματικά. Αυτό γίνεται, γιατί ο θάνατος του σώματος είναι μία σπορά. Σπείρεται σώμα θνητό, λέει ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 εξ.), και βλαστάνει, αυξάνει και γίνεται αθάνατο. Όπως ο σπόρος που σπέρνεται, έτσι και το σώμα διαλύεται, για να το ζωοποιήσει και τελειοποιήσει τό Άγιον Πνεύμα. Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε αναστήσει το σώμα, ποιο όφελος θα είχε αυτό από Αυτόν; Αυτός δεν θα είχε σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν δεν ανάστησε το σώμα, τότε γιατί σαρκώθηκε, γιατί πήρε το σώμα, αφού δεν του έδωσε τίποτε από τη Θεότητά Του;

Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, γιατί τότε να πιστεύει κανείς σ’ Αυτόν; Ομολογώ ειλικρινά, ότι εγώ ουδέποτε θα πίστευα στον Χριστόν, αν δεν είχε αναστήθεί και δεν είχε νικήσει τον θάνατο, τον μεγαλύτερο εχθρό μας. Αλλά ο Χριστός αναστήθηκε και δώρησε σε μας την αθανασία. Χωρίς αυτήν την αλήθεια, ο κόσμος μας είναι μόνο μία χαώδης έκθεση ανοησιών που προκαλούν απέχθεια. Μόνο με την ένδοξη Ανάστασή Του ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ελευθέρωσε από το παράλογο και την απελπισία. Γιατί χωρίς την Ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στόν ουρανό ούτε κάτω απ’ αυτόν τίποτε πιο παράλογο από τον κόσμον αυτόν· ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτήν, χωρίς αθανασία. Γι᾽ αυτό σε όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπον, που δεν πιστεύει στήν Ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των νεκρών (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Θά ήταν καλό να μη γεννιόταν ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. 26, 24).

Στον ανθρώπινο κόσμο μας ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο βάσανο και η πιο φρικιαστική απανθρωπιά. Η απελευθέρωση από αυτό το βάσανο και από αυτή την απανθρωπιά είναι ακριβώς η σωτηρία. Τέτοιου είδους σωτηρία δώρησε στό ανθρώπινο γένος μόνο ο Νικητής του θανάτου – ο Αναστημένος Θεάνθρωπος. Με την ανάστασή Του Αυτός μας απεκάλυψε όλο το μυστήριο της σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει το να εξασφαλισθεί γιά το σώμα και τη ψυχή αθανασία και αιωνία ζωή. Με ποιο τρόπο κατορθώνεται αυτό; Μόνο με τη θεανθρώπινη ζωή, τη νέα ζωή μέσα στον Αναστημένο και για τον Αναστημένο Χριστό!

Για μας τους Χριστιανούς η επίγεια ζωή είναι σχολείο, στο οποίο μαθαίνουμε πως να εξασφαλίσουμε την αθανασία και την αιώνια ζωή. Γιατί ποια οφέλεια έχομε από αυτή τη ζωή, αν με αυτή δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την αιώνια; Αλλά, για να αναστηθεί μαζί με τον Χριστόν ο άνθρωπος, πρέπει πρώτα να συναποθάνει με Αυτόν και να ζήσει τη ζωή του Χριστού σαν δική του. Αν το κάνει αυτό, τότε τήν ημέρα της Αναστάσεως θα μπορέσει με τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο να πεί: «Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ, σήμερον συνδοξάζομαι· χθες συνενεκρούμην, ζωοποιούμαι σήμερον· χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι».

Σε τέσσερις μόνο λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! – Αληθώς Ανέστη!… Σε κάθε μια από αυτές βρίσκεται από ένα Ευαγγέλιο, και στά τέσσερα Ευαγγέλια βρίσκεται όλο τό νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αοράτων. Και όταν όλα τα αισθήματα του ανθρώπου και όλες οι σκέψεις του συγκεντρωθούν στή βροντή του πασχαλινού αυτού χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη!», τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τά όντα, και αυτά με αγαλλίαση απαντούν, επιβεβαιώνοντας το πασχαλινό θαύμα: «Αληθώς Ανέστη!»

Ναι, «αληθώς ανέστη ο Κύριος!». Και μάρτυρας είσαι σύ, μάρτυρας εγώ, μάρτυρας κάθε Χριστιανός, αρχίζοντας από τους αγίους Αποστόλους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Γιατί μόνο η δύναμη του Αναστημένου Θεανθρώπου Χριστού μπόρεσε να δώσει, – και συνεχώς δίνει και συνεχώς θα δίνει – τη δύναμη σε κάθε Χριστιανό – από τον πρώτο μέχρι τόν τελευταίο – να νικήσει κάθε τι θνητό και αυτόν τον ίδιο τον θάνατο· κάθε τι το αμαρτωλό και αυτή την αμαρτία· κάθε τι το δαιμονικό και αυτόν τον ίδιον το διάβολο. Γιατί μόνο με την Ανάστασή Του ο Κύριος, με το πιο πειστικό τρόπο, έδειξε και απέδειξε ότι η ζωή Του είναι Αιωνία Ζωή, η αλήθειά Του είναι Αιωνία Αλήθεια, η αγάπη Του Αιωνία Αγάπη, η αγαθότητά Του Αιωνία Αγαθότητα, η χαρά Του Αιωνία Χαρά. Καί επίσης έδειξε και απέδειξε ότι όλα αυτά τα δίνει Αυτός, λόγω της αςὐγκριτης φιλανθρωπίας Του, σε κάθε Χριστιανό σ’ όλες τις εποχές.

Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει ένα γεγονός όχι μόνον στό Ευαγγέλιο, αλλά ούτε σε ολόκληρη τήν ιστορία του ανθρώπινου γένους, το οποίο να είναι τόσο ισχυρά βεβαιωμένο, τόσο απρόσβλητο, τόσο αναντίρρητο, όσο η Ανάσταση του Χριστού. Αναμφιβόλως, ο Χριστιανισμός σε όλη του την ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική του δύναμη και παντοδυναμία, θεμελιώνεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού, δηλαδή πάνω στην Υπόσταση του Θεάνθρωπου Χριστοῦ, που ζει αιώνια. Αυτό το μαρτυρεί η μακροχρόνια καί πάντοτε θαυματουργική ιστορία του Χριστιανισμού.

Γιατί αν υπάρχει ένα γεγονός στο οποίον θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλα τα γεγονότα, από τη ζωή του Κυρίου και των Αποστόλων και γενικά ολόκληρου του Χριστιανισμού, το γεγονός αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Επίσης, αν υπάρχει μία αλήθεια στήν οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι Ευαγγελικές αλήθειες, αυτή θά ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και ακόμη, αν υπάρχει μία πραγματικότητα στήν οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι Καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και τέλος, αν υπάρχει ένα Ευαγγελικό θαύμα στό οποίο θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλα τα Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε το θαύμα αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Γιατί μόνο μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, παρουσιάζεται με θαυμαστή σαφήνεια και το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και το έργο Του. Μόνο με την Ανάσταση του Χριστού εξηγούνται πλήρως όλα τα θαύματα του Χριστού, όλες οι αλήθειές Του, όλα τα λόγιά Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.

Μέχρι την Ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά μετά την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος πραγματικά είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάσταση των νεκρών. Μέχρι τη Ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει από τον θάνατο στή ζωή, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε τον θάνατο και έτσι εξασφάλισε στους νεκρούς ανθρώπους τη μετάβαση από τον θάνατο στήν Ανάσταση. Ναι, ναι, ναι: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή Του έδειξε και απέδειξε ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος αληθινός Θεάνθρωπος σε όλους τους ανθρωπίνους κόσμους.

Και κάτι ακόμη: χωρίς την Ανάσταση του Θεανθρώπου δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η αποστολικότητα των Αποστόλων, ούτε το μαρτύριο των Μαρτύρων, ούτε η ομολογία των Ομολογητών, ούτε η αγιότητα των Αγίων, ούτε η ασκητικότητα των Ασκητών, ούτε η θαυματουργικότητα των Θαυματουργών, ούτε η πίστη των πιστευόντων, ούτε η αγάπη των αγαπώντων, ούτε η ελπίδα των ελπιζόντων, ούτε η νηστεία των νηστευόντων, ούτε η προσευχή των προσευχομένων, ούτε η πραότητα των πράων, ούτε η μετάνοια των μετανοούντων, ούτε η ευσπλαγχνία των ευσπλάγχνων, ούτε οποιαδήποτε χριστιανική αρετή ή άσκηση. Αν ο Κύριος δεν είχε αναστηθεί και ως Αναστάς δεν είχε γεμίσει τους μαθητές Του με την ζωοποιό δύναμη και την θαυματουργική σοφία, ποιός θα μπορούσε αυτούς τους φοβισμένους και δραπέτες να τους συγκεντρώσει και να τούς δώσει το θάρρος και τη δύναμη και τη σοφία για να μπορέσουν τόσο άφοβα και με τόση δύναμη και σοφία να κηρύττουν και να ομολογούν τον Αναστημένο Κύριο και να πηγαίνουν μέ τόση χαρά στον θάνατο γι᾽ Αυτόν; Και αν ο Αναστημένος Σωτήρας δεν τους είχε γεμίσει με την θεία δύναμή Του και σοφία, πώς θα μπορούσαν να ανάψουν μέσα στον κόσμο την άσβεστη πυρκαϊά της Καινοδιαθηκικής πίστεως αυτοί οι απλοϊκοί αγράμματοι, αμαθείς και φτωχοί άνθρωποι; Αν η Χριστιανική πίστη δεν ήταν η πίστη του Αναστάντος και κατά συνέπειαν του αιωνίως ζώντος και ζωοποιούντος Κυρίου, ποιός θα μπορούσε να εμπνεύσει τους Μάρτυρες στον άθλο του μαρτυρίου, και τους Ομολογητές στον άθλο της ομολογίας, και τους Ασκητές στον άθλο της ασκήσεως, και τους Αναργύρους στόν άθλο της αναργυρίας, και τους Νηστευτές στόν άθλο της νηστείας και εγκράτειας, και οποιονδήποτε Χριστιανόν σε οποιονδήποτε Ευαγγελικόν άθλο;

Όλα αυτά είναι λοιπόν αληθινά και πραγματικά και για μένα και για σένα και γιά κάθε ανθρωπίνη ύπαρξη. Γιατί ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστάς Θεάνθρωπος, είναι η μόναδική Ύπαρξη υπό τον ουρανόν με την οποίαν μπορεί ο άνθρωπος εδώ στη γη να νικήσει και τον θάνατο και την αμαρτία και το διάβολο, και να γίνει μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος στήν Αιωνία Βασιλεία της Αγάπης του Χριστού… Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστάς Κύριος είναι «τα πάντα εν πάσιν» σε όλους τους κόσμους: ό,τι το Ωραίο, το Καλό, τό Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας όλη η Χαρά μας, όλον το Αγαθό μας όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

– Γιά αυτό και πάλιν, και πολλές και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!




Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ζαρκάδι στον χαμένο παράδεισο (μέρος 1ο)απο δογμα


Γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

«Εξομολόγηση»

Είμαι ενα ζαρκάδι. Είμαι το αισθητήριο της θλίψης μέσα στο σύμπαν. Πριν από πολύ πολύ καιρό Κάποιος εξόρισε στη γη ό,τι θλιβερό υπάρχει σε όλους τους κόσμους και αυτό επιβλήθηκε στην καρδιά μου. Και από τότε είμαι το αισθητήριο της θλίψης. Ζω με το να τρυγώ τη θλίψη από όλα τα όντα και τα κτίσματα. Μόλις που σιμώσω ένα ον, μου σταλάζει στην καρδιά και από μια μαύρη σταγόνα θλίψης. Και η μαύρη πάχνη της θλίψης, ωσάν μικρό ρυάκι, διατρέχει τις φλέβες μου. Και εκεί, στην καρδιά μου, τούτη η μαύρη πάχνη της θλίψης γίνεται ωχρή και μπλάβα.

Σε όλο μου το είναι έχει εκχυθεί κάποια μαγνητική δύναμη θλίψης, που, ακαταμάχητα, μαγνητίζει και σφηνώνει στην καρδιά μου ό,τι το θλιβερό στον κόσμο. Γι’ αυτό και είμαι το πιό μελαγχολικό απ’ όλα τα κτίσματα. Το δάκρυ μου περίσσεψε για τον πόνο του καθενός… Μη γελάτε μαζί μου, εσείς οι γελαστοί! Σκιάζομαι, επειδή ξέρω ότι σε τούτον το θλιβερό κόσμο υπάρχουν όντα που γελούν. Ω, καταραμένο, τρισκατάρατο χάρισμα, το να γελάς σε έναν κόσμο που κοχλάζει η θλίψη, πυρώνει ο πόνος, αφανίζει ο θάνατος! Τι καταδικαστικό χάρισμα!… Εγώ από τη θλίψη δεν γελώ ποτέ. Πως θα μπορούσα να γελάσω όταν είστε τόσο βάναυσοι και άσπλαχνοι, εσείς οι γελαστοί! Όταν είστε τόσο κακοί και άσχημοι! Και είστε άσχημοι απ’ το κακό. Γιατί μόνον το κακό ασχημαίνει την ομορφιά των γήινων και ουράνιων δημιουργημάτων… Θυμάμαι, νοσταλγώ: τούτη η γη ήταν κάποτε παράδεισος, και εγώ ζαρκάδι παραδείσιο. Ω, θύμηση, να τρεκλίζω, εκστατικό από τη μια χαρά στην άλλη, από τη μία αθανασία στην άλλη, από τη μία αιωνιότητα στην άλλη!…

Ενώ τώρα; Σκοτάδι σκεπάζει τα μάτια μου. Όποιο μονοπάτι κι αν πάρω, βρίσκω πηχτό σκοτάδι. Οι λογισμοί μου στάζουν δάκρυ. Και τα αισθήματα μου βρίθουν από θλίψεις. Όλο μου το είναι το έχει κυριέψει μια άσβεστη πυρκαγιά θλίψης. Τα πάντα μέσα μου φλέγονται απ’ τον πόνο, όμως με τίποτα να αποκαούν. Κι εγώ, το δόλιο, ένα πράμα είμαι μονάχα: αιώνιο ολοκαύτωμα στον κοσμικό βωμό της θλίψης. Και ο κοσμικός βωμός της θλίψης είναι η γη, ο τεφρός και σκυθρωπός, ο χλωμός και θολερός πλανήτης…

Η καρδιά μου είναι νησί απρόσιτο στον απέραντο ωκεανό της θλίψης. Απρόσιτο στη χαρά. Άραγε, κάθε καρδιά είναι ένα απρόσιτο νησί; Πείτε μου εσείς, που έχετε καρδιά! Τι περιβάλλει τις καρδιές σας; Τη δική μου την περιβάλλουν τα ίδια τα βάραθρα και η άβυσσος του ωκεανού. Και, διαρκώς, ποντίζεται μέσα τους. Τίποτε δεν μπορεί να την ανασύρει, να την κάνει να βγει από εκεί μέσα. Ό,τι κι αν βρει να πιαστεί, αυτό είναι αρύ σαν το νερό. Γι’ αυτό και τα μάτια μου είναι θαμπά από το δάκρυ και η καρδιά μου αφανισμένη απ’ το στεναγμό. Οι κόρες των ματιών μου είναι αποσταμένες απ’ τις πολλές νυχτιές που αντίκρισαν. Εψές, ο ήλιος βασίλεψε στα μάτια μου και ταχιά δεν πρόβαλε. Πνίγηκε στα σκοτάδια της θλίψης μου. Κάτι τρομερό και μακάβριο διαπερνά το είναι μου. Με σκιάζει ό,τι υπάρχει γύρω και πάνω από μένα. Αχ, να δραπέτευα από τον τρόμο του κόσμου τούτου! Υπάρχει όμως τάχα κάποιος κόσμος χωρίς τρόμο; Είμαι κυκλωμένο απ’ το τείχος των βασάνων, πιωμένο με αψιθιά, πλέριο από πίκρα. Λαχταρώ να ξυπνήσω την καρδιά μου απ’ το λήθαργο της θλίψης, όμως αυτή όλο και περισσότερο βουλιάζει μέσα του. Φωνάζω στη σκιαγμένη και κατατρεγμένη από τους φόβους του κόσμου τούτου ψυχή μου να επιστρέψει σ’ εμένα, όμως εκείνη όλο και πιο αδιάφορη απομακρύνεται από εμένα, το θλιμμένο και μελαγχολικό.

Είμαι ζαρκάδι. Άλλά πώς; Δεν ξέρω. Βλέπω, αλλά πως, κι αυτό δεν το καταλαβαίνω. Ζω, όμως τι είναι η ζωή, δεν κατανοώ. Αγαπώ, όμως τι είναι η αγάπη, δεν νογάω. Υποφέρω, όμως πως θεριεύει, αυξάνει και μεστώνει μέσα μου ο πόνος, αυτό με τίποτα δεν το καταλαβαίνω. Γενικά καταλαβαίνω πολύ λίγα απ’ αυτά που είναι μέσα μου και γύρω μου. Η ζωή, ή αγάπη, τό πάθημα, όλα τούτα είναι ευρύτερα, βαθύτερα και απειρότερα απ’ τη γνώση, την αντίληψη και τη διάνοια μου. Κάποιος μ’ έβαλε σε τούτον τον κόσμο και έδωσε στό είναι μου λίγο νου, γι’ αυτό και λίγα καταλαβαίνω απ’ τον κόσμο γύρω μου και μέσα μου. Πάντα κάτι το απερινόητο, το παράξενο με παρακολουθεί μέσα απ’ όλα τα πράγματα, γι’ αυτό και φοβάμαι. Και τα μεγάλα μάτια μου, μην είναι άραγε γι’ αυτό μεγάλα, για να χωρέσουν το αχώρητο, να περιλάβουν το απερίληπτο, να ιδούν το ανείδωτο;

Πλάι στη θλίψη μου, Κάποιος διέχυσε μέσα μου και αθανάτισε, και διαιώνισε κάτι, που είναι μεγαλύτερο κι από τα αισθήματα, ισχυρότερο κι από τις σκέψεις, κάτι τόσο διαρκές όσο και η αθανασία, και τόσο πελώριο όσο και η αιωνιότητα. Το ένστικτο της αγάπης. Μέσα του έχει κάτι το παντοδύναμο, το ακατανίκητο. Τούτο είναι που διαχέεται σε όλους τους λογισμούς μου και διαφεντεύει όλο μου το είναι, που σαν μικρή, μικροσκοπική νησίδα, έχει ολόγυρα του, άπειρα, να εκτείνεται, να διαχέεται και να απλώνεται αυτή, το αίνιγμα της ψυχής μου, η αγάπη. Σε όποια γωνιά του είναι μου κι αν στραφώ, αυτήν βρίσκω. Είναι κάτι το πανταχού παρόν μέσα μου, το πιο οικείο. Μέσα μου το είμαι, είναι το ίδιο με το αγαπώ. Μέσ’ από την αγάπη είμαι εκείνο που είμαι. Το να είμαι, το να υπάρχω για μένα, είναι το ίδιο με το να αγαπώ, να στέργω. Και μήπως μπορεί τάχα να υπάρχει ον χωρίς αγάπη; Τέτοιο ον δεν το ξέρει η ζαρκαδίσια καρδιά μου.

Μην πληγώνετε την αγάπη μέσα μου. Επειδή πληγώνετε τη μοναδική μου αθανασία, τη μοναδική μου αιωνιότητα. Και συνάμα τη μοναδική αθάνατη και αιώνια αξία μου. Γιατί τι άλλο είναι η αξία αν δεν είναι κάτι το αθάνατο και το αιώνιο; Κι εγώ είμαι αιώνιο και αθάνατο μόνο με την αγάπη. Είναι ό,τι έχω και δεν έχω. Μ’ αυτήν και νιώθω και σκέφτομαι και βλέπω κι ακούω και ξέρω και ζω και αθανατίζομαι. Όταν λέω «αγαπώ» με τούτο περιλαμβάνω όλους τους αθάνατους λογισμούς μου, όλα τα αθάνατα αισθήματα μου, όλους τους αθάνατους πόθους μου, όλες τις αθάνατες ζωές μου. Με αυτήν, με την αγάπη, είμαι πέρα από κάθε θάνατο, πέρα από κάθε μη είναι· εγώ το ασημόχρωμο ζαρκάδι, το στοργικό ζαρκάδι, το ζωηρό ζαρκάδι.

Μέσα από τρομακτικές χαράδρες και φρικτές αβύσσους περνάει η αγάπη μου για σένα, αγαθέ άνθρωπε, για σένα ολάνθιστο δάσος, για σένα μοσχομύριστο χορτάρι, για σένα, Πανάγαθε και Πάνστοργε! Μέσα από αναρίθμητους θανάτους πορεύεται η αγάπη μου για σένα, γλυκιά μου Αθανασία! Γι’ αυτό και η θλίψη είναι ο μόνιμος συνταξιδιώτης μου. Κάθε βαναυσότητα είναι ολόκληρος θάνατος για μένα. Την περισσότερη βαναυσότητα σε τούτον τον κόσμο την έζησα απ’ το πλάσμα που λέγεται άνθρωπος. Ω, κάποιες φορές αυτός, ο άνθρωπος, είναι ο θάνατος όλης μου της χαράς. Μάτια μου, δείτε μέσα και πέρα από τον άνθρωπο, τον Πανάγαθο καί Πάνστοργο! Η αγαθότητα και η στοργή τούτα είναι η ζωή μου, αυτά και η αθανασία μου και η αιωνιότητα μου. Χωρίς την αγαθότητα και τη στοργή, η ζωή είναι κόλαση. Όταν νιώθω την αγαθότητα του Πανάγαθου και τη στοργή του Πάνστοργου, βρίσκομαι με όλο μου το είναι στον παράδεισο. Όταν όμως σωρεύεται πάνω μου η ανθρώπινη σκληρότητα, αχ, τότε όλοι οι φόβοι μου γίνονται η κόλαση. Γι’ αυτό και σκιάζομαι τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, έκτος απ’ τον καλό και στοργικό.

Ποιά είναι η πραγματική αγάπη Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς


Η Αγία Τριάδα. Ρωσική εικόνα των τελών του 14ου αιώνα από το Νόβγκοροντ.

Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).

«Είμαστε από τον Θεό», με ποιόν τρόπο; με την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι κυρίως η θεϊκή, ηθική δύναμη, η οποία μας γεννά «εκ του Θεού», μας κάνει «Υιούς Θεού», μας θεώνει, μας κάνει «ένθεους», «θεϊκούς». Σκιρτά το ανθρώπινο όν, ο άνθρωπος: Η αγάπη τον κάνει να σκιρτά με τις θεϊκές δυνάμεις οι οποίες τον μεταμορφώνουν, τον αναγεννούν σε καινό ον, σε καινή ψυχή, σε καινή αντίληψη, σε καινή ζωή.

Έτσι σ’ αυτόν όλες οι σκέψεις, όλες οι αισθήσεις και όλα τα έργα είναι από τον Θεό. Και γνωρίζει τον Θεό με ένα καινό, καινούργιο τρόπο, ένα τρόπο πραγματικότατο και πειστικότατο. Μόνο η αληθινή, οργανική ένωση με τον Θεό, η οποία πετυχαίνεται μόνο με την γέννηση «εκ Θεού», «εν αγάπη» δίνει την αληθινή γνώση περί του Θεού. Αν δεν γεννηθεί με αγάπη από τον Θεό ο άνθρωπος, δεν μπορεί να γνωρίζει τον Θεό. Όποιος όμως δεν γνωρίζει τον Θεό συνήθως δεν τον αναγνωρίζει. Επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μας δένει, μας συνδέει με αγάπη και ψυχική προσέγγιση με όλα τα δημιουργήματα και πρώτα με τους ανθρώπους. Όποιος αγαπά τους αδελφούς έχει τον Θεό μέσα του, γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι γεννημένος από τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά τους αδελφούς δεν έχει Θεό, δεν ξέρει τον Θεό, δεν βλέπει τα θεϊκά θεοειδή όντα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι γεννημένος από τον Θεό.

Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).

«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α’ Ιωάν. δ’ 9). Πραγματικά, η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους δεν μπορούσε καλύτερα να εκδηλωθεί από του να στείλει στον κόσμο τον Θεό-Λόγο, για να ζήσουν οι άνθρωποι «εν αυτώ». Η θεϊκή ζωή με την ενσάρκωση του Λόγου έγινε δική μας ανθρώπινη ζωή.

Ο Θεός – Λόγος έγινε άνθρωπος κι έδωσε στον άνθρωπο τη θεϊκή του ζωή, τον μύησε σ’ αυτή τη ζωή και του έδωσε τις δυνάμεις για να πραγματοποιήσει αυτή τη ζωή, παρά τους γήινους και ανθρώπινους όρους.

«Αγαπητοί, ει όντως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Δ’ Ιωάν. δ’ 11).

Το υπόδειγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας το τέλειο και παντέλειο υπόδειγμα είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είμαστε υπόχρεοι στην αγάπη του Χριστού, την οποία αδιάκοπα βλέπουμε και ζούμε και για την οποία δεν αξίζουμε και για χάρη αυτής της αγάπης πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αύτη είναι η νέα αγάπη και η νέα εντολή περί της αγάπης.

Καινή, νέα, καινούργια γιατί αγαπά τον άνθρωπο ενώ είναι αμαρτωλός. Καινή, γιατί σπλαχνίζεται τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η χριστολογική αυτή αγάπη, η τόσο τέλεια και σωτηριώδης, έγινε η πρώτη υποχρέωση των χριστιανών, «όφείλομεν αλλήλους αγαπάν». Γιατί εκπληρώνοντας αυτή την υποχρέωση συνεχίζουμε το θεανθρώπινο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, σώζουμε «εαυτούς και αλλήλους», ή ακριβέστερα σωζόμαστε διά μέσου των άλλων.

Η σωτηρία είναι η συνέχεια της αγάπης του Χριστού διά μέσου των ανθρώπων οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Σωζόμαστε από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο με την αγάπη του Χριστού, τη φιλανθρωπία του Χριστού.

«Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 12).

Η αγάπη φέρνει τον Θεό στη ψυχή και αυτή πάντα ζει «δι’ αυτού» και με αυτό τον τρόπο βλέπει τον Θεό, ο όποιος διαφορετικά είναι μη βλεπόμενος. Ο Θεός από αγάπη ενανθρώπησε, ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος. Έτσι και ο άνθρωπος. Με αγάπη θεώνεται, ενθεοποιείται, γίνεται θεός κατά χάριν. Ο αόρατος Θεός με την αγάπη γίνεται ενσαρκωμένος, ορατός. Γιατί η θεϊκή αγάπη είναι μια δύναμη που ενσαρκώνει. Η αγάπη μεταφέρει τον αγαπώντα στον αγαπημένο, ενσαρκώνει τον ένα στον άλλο. Οι ζωές τους γίνονται μία, οι ψυχές τους μία, οι καρδιές τους μία. Αυτοί αισθάνονται τους εαυτούς τους σαν ένα, παρά το ότι είναι και μένουν δυο ξεχωριστές προσωπικότητες.

Αυτό ισχύει για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Με την αμοιβαία αγάπη οι ανήκοντες στην Εκκλησία ενσαρκώνονται ο ένας στον άλλο, ο ένας σε όλους κι όλοι στον ένα. Έτσι με τον ίδιο τρόπο και σκέπτονται και αισθάνονται και πράττουν όλοι μαζί και καθολικά αγωνίζονται «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφεσ. γ’ 18). Αυτό είναι εκείνο που έχει γραφτεί στις Πράξεις των Αποστόλων «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτού έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πραξ. δ’ 32).

Με τη βίωση της αγάπης του Χρίστου ο άνθρωπος φέρνει τον Θεό στην ψυχή του, ζει «δι’ αυτού», πράττει «δι’ αυτού», φρονεί «δι’ αυτού», αισθάνεται «δι’ αυτού». Με μια λέξη «ο Θεός εν αυτώ μένει». Γιατί ο Θεός είναι σ’ αυτόν η πιο άμεση διαβίωση, η πιο άμεση πραγματικότητα, η πιο οφθαλμοφανής δοκιμή, η πιο ζωντανή εμπειρία. Κι όταν μένει ο Θεός στον άνθρωπο, τότε και την αγάπη αυτού τελειοποιεί. Γιατί από τον Θεό σταδιακά διαχέεται στην ανθρώπινη ψυχή η θεϊκή αγάπη, αυξάνεται σε κάθε τελειότητα, διά μέσου των λοιπών αγίων αρετών, μέχρι που να γεμίσει με αγάπη όλο το είναι του ανθρώπου, το οποίο δεν γνωρίζει τα σύνορα της αγάπης, διότι η θεϊκή αγάπη δεν εχει σύνορα, διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Ο Θεός με την αγάπη κατοικεί στην ανθρώπινη ψυχή, γι’ αυτό αυτή είναι και τέλεια.

Μετάφραση: ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Θεολόγος, Αγιογράφος.

( Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, αρ. 57, 1999 σ. 26-28).