Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2024

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι Ιουστίνος Πόποβιτς απο δογμα

 

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι

19 Φεβρουαρίου 2014

image51

Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια.

Για ποιό πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι;

Για τον πλούτο, την επιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα;

Όλα αυτά είναι σκύβαλα – συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου.

Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο με χαρά;

Όχι δεν μπορεί.

Ο άνθρωπος που θα αντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμιά απόλαυση εδώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ο θάνατος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.

Ποιός εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο;

Ποιός άλλος από την αμαρτία;

Στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ο γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανάτου και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο.

Δεν το έπραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έπραξε ο άνθρωπος.

Γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και όλα τα φυτά και όλα τα πετούμενα.

Πρέπει να ντρέπεται ο άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι που έφερε τον θάνατο στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα πουλιά και στα ζώα και στα φυτά.

Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν.

Μέχρι πότε όμως;

Μέχρι την ανάσταση των νεκρών, όταν ο Κύριος θα κρίνει τον κόσμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της.

Αυτό είναι κάτι που εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι η καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.

Ιουστίνος Πόποβιτς

 

 

Πηγή: agiosmgefiras.blogspot.gr

Η πολυθεϊα στην Ευρώπη.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς απο δογμα

 



8 Ιουλίου 2014

«Η Ευρώπη δεν υποφέρει (τώρα πια) από τον αθεϊσμόν, αλλά από τον πολυθεϊσμόν. Δεν υποφέρει από την έλλειψιν θεών, αλλ΄ απ΄ την πληθώραν θεών. Απωλέσασα τον αληθινόν Θεόν, ηθέλησε να χορτάσει την πείναν του Θεού δια της δημιουργίας ψευδοθεών και ειδώλων. Εδημιούργησεν είδωλα από την επιστήμην και τας θεωρίας της. από την τεχνικήν και τας εφευρέσεις της. από την θρησκείαν και τους αντιπροσώπους της. από την πολιτικήν και τα κόμματά της. από τη μόδα και τα μανεκέν της. Εις το κέντρον δε όλων αυτών των ειδώλων και επί του οικουμενικού θρόνου του εγωϊσμού ετοποθέτησε και εγκαθίδρυσε τον Ευρωπαίον άνθρωπον, τον Δαλάϊ – Λάμα της Ευρώπης».

ΠΗΓΗ : ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τευχ. 55-56, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994, σ. 117.

 

 

Πηγή: tribonio.blogspot.gr

Οι τρεις πτώσεις του ανθρωπίνου γένους.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς απο δογμα

 




Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα. Η ουσία της πτώσεως εις την αμαρτίαν είναι πάντοτε η ίδια : το να θέλει κανείς να γίνει καλός δια του εαυτού του. το να θέλει κανείς να γίνει τέλειος δια του εαυτού του. το να θέλει κανείς να γίνει Θεός δια του εαυτού του. Αλλά τοιουτοτρόπως ο άνθρωπος ασυναισθήτως εξισούται με τον διάβολο. Διότι και αυτός ήθελε να γίνει Θεός δια του εαυτού του, να αντικαταστήσει τον Θεόν με τον εαυτόν του. Και εις την υψηλοφροσύνην του αυτήν δια μιας έγινε διάβολος, τελείως κεχωρισμένος από τον Θεόν και όλος εναντίον του Θεού.

ΠΗΓΗ : ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τευχ. 55-56, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1994, σ. 113.

 

Πηγή: tribonio.blogspot.gr

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Καταδικασμένοι» να είναι αθάνατοι απο δογμα

 



Οι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεό σε θάνατο· ο Θεός όμως με την Ανάσταση Του ″καταδικάζει″ τους ανθρώπους σε αθανασία. Για τα κτυπήματα τους ανταποδίδει τους εναγκαλισμούς· για τις βρισιές τις ευλογίες· για τον θάνατο την αθανασία. Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεό, όσον όταν Τον σταύρωσαν· και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόσην αγάπη προς τους ανθρώπους, όσην όταν αναστήθηκε. Οι άνθρωποι ήθελαν να κάνουν τον Θεό θνητό, αλλ᾽ ο Θεός με την Ανάσταση Του έκανε τους ανθρώπους αθάνατους. Αναστήθηκε ο σταυρωμένος Θεός και σκότωσε τον θάνατο. Ο θάνατος δεν υπάρχει πλέον. Η αθανασία γέμισε τον άνθρωπο και όλους τους κόσμους του.

Με την Ανάσταση του Θεανθρώπου η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στο δρόμο της αθανασίας, και έγινε φοβερή και γι αυτόν τον θάνατο. Διότι πριν από την Ανάσταση του Χριστού ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο, μετά όμως από την Ανάσταση του Κυρίου γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για τον θάνατο. Αν ζει με την πίστη στον Αναστημένο Θεάνθρωπο ο άνθρωπος, ξεπερνά τον θάνατο. Γίνεται απρόσβλητος από αυτόν. Ο θάνατος μετατρέπεται εις «υποπόδιον των ποδών αυτού»: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; πού σου, άδη, το νίκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Έτσι, όταν ο εν Χριστώ άνθρωπος πεθαίνει, αφήνει απλά το ένδυμα του σώματός του για να το φορέσει ξανά κατά τη Δευτέρα Παρουσία.

Μέχρι την Ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου. Η πρώτη ήταν η ζωή, καί ο θάνατος η δεύτερη. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατον σαν κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασίν Του ο Κύριος τα άλλαξε όλα: η αθανασία έγινεν η δεέταρη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό στόν άνθρωπο, και το αφύσικο έγινε ο θάνατος. Όπως μέχρι την Ανάσταση του Χριστού ήταν φυσικό στούς ανθρώπους το να είναι θνητοί, έτσι μετά την ανάσταση έγινε φυσική γι᾽ αυτούς η αθανασία.

Με την αμαρτία ο άνθρωπος έγινε θνητός και πεπερασμένος· με την Ανάσταση του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος. Σ’ αυτό δε ακριβώς βρίσκεται η δύναμη και η εξουσία και η παντοδυναμία της Αναστάσεως του Χριστού. Και γι αυτό χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε καν ο Χριστιανισμός. Μεταξύ των θαυμάτων η Ανάσταση του Κυρίου είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Όλα τα άλλα θαύματα πηγάζουν από αυτό και συνοψίζονται σ’ αυτό. Ἀπό αυτό εκπηγάζουν και η πίστη και η αγάπη και η ελπίδα και η προσευχή και η θεοσέβεια. Οι δραπέτες μαθητές, αυτοί που έφυγαν μακριά από τον Ιησού όταν πέθαινε, επιστρέφουν σ’ Αυτόν όταν αναστήθηκε. Και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος όταν είδε τον Χριστόν να ανίσταται από τον τάφο, τον ομολόγησε ως Υιόν του Θεού. Κατά τον ίδιον τρόπο και όλοι οι πρώτοι Χριστιανοί έγιναν Χριστιανοί, διότι αναστήθηκε ο Χριστός, διότι νίκησε τόν θάνατο. Αυτό είναι εκείνο που δεν έχει καμιά άλλη θρησκεία· αυτό είναι εκείνο που κατά τρόπον μοναδικό και αναμφισβήτητο φανερώνει καί αποδεικνύει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος σε όλους τους ορατούς και αοράτους κόσμους.

Χάρις στην Ανάσταση του Χριστού, χάρις στήν νίκη επί του θανάτου οι άνθρωποι γίνονταν και γίνονται και θα γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Όλη η ιστορία του Χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά ιστορία ενός και μοναδικού θαύματος της Αναστάσεως του Χριστού, που συνεχίζεται διαρκώς σ’ όλες τις καρδιές των Χριστιανών από μέρα σε μέρα, από χρόνο σε χρόνο, από αιώνα σε αιώνα μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Ο άνθρωπος γεννιέται πραγματικά όχι όταν τον φέρει στόν κόσμο η μητέρα του, αλλ᾽ όταν πιστέψει στόν Αναστάντα Σωτήρα Χριστό, διότι τότε γεννιέται στήν αθάνατη και αιωνία ζωή, ενώ η μητέρα γεννά το παιδί της για να πεθάνει θάνατον, για τον τάφο. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μητέρα όλων μας, όλων των Χριστιανών, η μητέρα των αθανάτων. Με την πίστη στήν Ανάσταση του Κυρίου, γεννιέται ξανά ο άνθρωπος, γεννιέται γιά τήν αιωνιότητα.

– Αυτο είναι αδύνατο! Παρατηρεί ο σκεπτικιστής. Και ο Αναστάς Θεάνθρωπος απαντά: «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. 9, 23). Και ο πιστεύων είναι εκείνος που μο όλη τήν καρδιά, με όλη τη ψυχή, με όλον τό είναι του ζει κατά το Ευαγγέλιον του Αναστάντος Κυρίου Ιησού.

Η πίστη μας είναι η νίκη με την οποία νικούμε τόν θάνατο, η πίστη δηλαδή στόν Αναστάντα Κύριον. «Πού σου, θάνατε, το κέντρον;» «Το δε κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α’ Κορ. 15, 55-56). Με την ανάστασή Του ο Κύριος «ήμβλυνε του θανάτου το κέντρον». Ο θάνατος είναι ο όφις, η δε αμαρτία είναι το κεντρί του. Με την αμαρτία ο θάνατος χύνει το δηλητήριο στή ψυχή και το σώμα του ανθρώπου. Όσο περισσοτέρες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερα είναι τα «κέντρα» με τα οποία χύνει ο θάνατος το δηλητήριόν του σ’ αυτόν.

Όταν η σφήκα κεντρίσει τον άνθρωπο, καταβάλλει αυτός κάθε δυνατή προσπάθεια για να βγάλει το κεντρί από το σώμα του. Όταν δε τον κεντρίσει η αμαρτία – το κεντρί αυτό του θανάτου – τι πρέπει να κάνει; – Πρέπει με την πίστη και προσευχή να παρακαλέσει τον Αναστάντα Σωτήρα Χριστόν, για να βγάλει Αυτός το κεντρί του θανάτου από τη ψυχή του. Και Αυτός ως πολυεύσπλαγχνος θα το κάνει, διότι είναι Θεός του Ελέους και της Αγάπης. Όταν πολλές σφήκες πέσουν πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον τραυματίσουν πολύ με τα κεντριά τους, τότε ο άνθρωπος δηλητηριάζεται και πεθαίνει. Το ίδιο γίνεται και με τη ψυχή του ανθρώπου όταν την τραυματίσουν τα πολλά κεντριά των πολλών αμαρτιών. Πεθαίνει θάνατο που δέν έχει ανάσταση.

Νικώντας με τον Χριστό την αμαρτία μέσα του ο άνθρωπος νικά τον θάνατο. Αν περάσει μια μέρα και συ δεν έχεις νικήσει ούτε μια αμαρτία σου, γνώρισε ότι έγινες περισσότερο θνητός. Αν όμως νικήσεις μια ή δύο ή τρεις αμαρτίες σου, έγινες πιο νέος με τη νεότητα που δεν γερνά, την αθάνατη καί αιωνία! Ας μη το λησμονούμε ποτέ: το να πιστεύει κανείς στόν Αναστάντα Χριστόν, αυτό σημαίνει να αγωνίζεται διαρκώς τον αγώνα εναντίον της αμαρτίας, του κακού και του θανάτου.

Το ότι ο άνθρωπος πιστεύει πραγματικά στον Αναστάντα Κύριον το φανερώνει με το να αγωνίζεται κατά της αμαρτίας και των παθών· και αν μεν αγωνίζεται, πρέπει να γνωρίζει ότι αγωνίζεται για την αθανασία και την αιωνία ζωή. Αν όμως δεν αγωνίζεται, τότε είναι ματαία η πίστη του! Διότι, αν η πίστη του ανθρώπου δεν είναι αγώνας για την αθανασία και την αιωνιότητα, τότε τι είναι; Αν με την πίστη στον Χριστόν δεν φθάνει κάποιος στήν αθανασία και τη νίκη πάνω στο θάνατο, τότε γιατί να υπάρχει αυτή η πίστη; Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία και ο θάνατος δεν έχουν νικηθεί. Αν δε δεν έχουν αυτά τα δύο νικηθεί, τότε γιατί να πιστεύει κανείς στόν Χριστόν; Εκείνος όμως ο οποίος με την πίστη στόν Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαία μέσα του τήν αίσθηση ότι ο Κύριος πραγματικά αναστηθηκε, πραγματικά ἄμβλυνε τό κεντρί του θανάτου, πραγματική νίκησε τον θάνατο σε όλα τα μέτωπα της μάχης.

Η αμαρτία βαθμιαία μικραίνει τη ψυχή του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατο, την μεταβάλλει από αθανάτη σε θνητή, από άφθαρτη και απέραντη σε φθαρτή και πεπερασμένη. Όσο περισσότερες αμαρτίες έχει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο είναι θνητός. Και αν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτό του αθάνατο, είναι φανερόν ότι βρίσκεται όλοκληρος βυθισμένος στις αμαρτίες, σε σκέψεις μυωπικές, σε αισθήματα νεκρωμένα. Ο Χριστιανισμός είναι μία κλήση στον μέχρις εσχάτης αναπνοής αγώνα εναντίον του θανάτου, μέχρι δηλαδή της τελικής νίκης εναντίον του. Κάθε αμαρτία αποτελεί μια υποχώρηση, κάθε πάθος μια προδοσία, κάθε κακία μια ήττα.

Δεν πρέπει να διερωτάται κανείς γιατί και οι Χριστιανοί πεθαίνουν σωματικά. Αυτό γίνεται, γιατί ο θάνατος του σώματος είναι μία σπορά. Σπείρεται σώμα θνητό, λέει ο Απόστολος Παύλος (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 42 εξ.), και βλαστάνει, αυξάνει και γίνεται αθάνατο. Όπως ο σπόρος που σπέρνεται, έτσι και το σώμα διαλύεται, για να το ζωοποιήσει και τελειοποιήσει τό Άγιον Πνεύμα. Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε αναστήσει το σώμα, ποιο όφελος θα είχε αυτό από Αυτόν; Αυτός δεν θα είχε σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν δεν ανάστησε το σώμα, τότε γιατί σαρκώθηκε, γιατί πήρε το σώμα, αφού δεν του έδωσε τίποτε από τη Θεότητά Του;

Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, γιατί τότε να πιστεύει κανείς σ’ Αυτόν; Ομολογώ ειλικρινά, ότι εγώ ουδέποτε θα πίστευα στον Χριστόν, αν δεν είχε αναστήθεί και δεν είχε νικήσει τον θάνατο, τον μεγαλύτερο εχθρό μας. Αλλά ο Χριστός αναστήθηκε και δώρησε σε μας την αθανασία. Χωρίς αυτήν την αλήθεια, ο κόσμος μας είναι μόνο μία χαώδης έκθεση ανοησιών που προκαλούν απέχθεια. Μόνο με την ένδοξη Ανάστασή Του ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ελευθέρωσε από το παράλογο και την απελπισία. Γιατί χωρίς την Ανάσταση δεν υπάρχει ούτε στόν ουρανό ούτε κάτω απ’ αυτόν τίποτε πιο παράλογο από τον κόσμον αυτόν· ούτε μεγαλύτερη απελπισία από τη ζωή αυτήν, χωρίς αθανασία. Γι᾽ αυτό σε όλους τους κόσμους δεν υπάρχει περισσότερο δυστυχισμένη ύπαρξη από τον άνθρωπον, που δεν πιστεύει στήν Ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των νεκρών (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 19). «Θά ήταν καλό να μη γεννιόταν ο άνθρωπος εκείνος» (Ματθ. 26, 24).

Στον ανθρώπινο κόσμο μας ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο βάσανο και η πιο φρικιαστική απανθρωπιά. Η απελευθέρωση από αυτό το βάσανο και από αυτή την απανθρωπιά είναι ακριβώς η σωτηρία. Τέτοιου είδους σωτηρία δώρησε στό ανθρώπινο γένος μόνο ο Νικητής του θανάτου – ο Αναστημένος Θεάνθρωπος. Με την ανάστασή Του Αυτός μας απεκάλυψε όλο το μυστήριο της σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει το να εξασφαλισθεί γιά το σώμα και τη ψυχή αθανασία και αιωνία ζωή. Με ποιο τρόπο κατορθώνεται αυτό; Μόνο με τη θεανθρώπινη ζωή, τη νέα ζωή μέσα στον Αναστημένο και για τον Αναστημένο Χριστό!

Για μας τους Χριστιανούς η επίγεια ζωή είναι σχολείο, στο οποίο μαθαίνουμε πως να εξασφαλίσουμε την αθανασία και την αιώνια ζωή. Γιατί ποια οφέλεια έχομε από αυτή τη ζωή, αν με αυτή δεν μπορούμε να αποκτήσουμε την αιώνια; Αλλά, για να αναστηθεί μαζί με τον Χριστόν ο άνθρωπος, πρέπει πρώτα να συναποθάνει με Αυτόν και να ζήσει τη ζωή του Χριστού σαν δική του. Αν το κάνει αυτό, τότε τήν ημέρα της Αναστάσεως θα μπορέσει με τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο να πεί: «Χθες συνεσταυρούμην Χριστώ, σήμερον συνδοξάζομαι· χθες συνενεκρούμην, ζωοποιούμαι σήμερον· χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι».

Σε τέσσερις μόνο λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! – Αληθώς Ανέστη!… Σε κάθε μια από αυτές βρίσκεται από ένα Ευαγγέλιο, και στά τέσσερα Ευαγγέλια βρίσκεται όλο τό νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αοράτων. Και όταν όλα τα αισθήματα του ανθρώπου και όλες οι σκέψεις του συγκεντρωθούν στή βροντή του πασχαλινού αυτού χαιρετισμού: «Χριστός Ανέστη!», τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τά όντα, και αυτά με αγαλλίαση απαντούν, επιβεβαιώνοντας το πασχαλινό θαύμα: «Αληθώς Ανέστη!»

Ναι, «αληθώς ανέστη ο Κύριος!». Και μάρτυρας είσαι σύ, μάρτυρας εγώ, μάρτυρας κάθε Χριστιανός, αρχίζοντας από τους αγίους Αποστόλους μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Γιατί μόνο η δύναμη του Αναστημένου Θεανθρώπου Χριστού μπόρεσε να δώσει, – και συνεχώς δίνει και συνεχώς θα δίνει – τη δύναμη σε κάθε Χριστιανό – από τον πρώτο μέχρι τόν τελευταίο – να νικήσει κάθε τι θνητό και αυτόν τον ίδιο τον θάνατο· κάθε τι το αμαρτωλό και αυτή την αμαρτία· κάθε τι το δαιμονικό και αυτόν τον ίδιον το διάβολο. Γιατί μόνο με την Ανάστασή Του ο Κύριος, με το πιο πειστικό τρόπο, έδειξε και απέδειξε ότι η ζωή Του είναι Αιωνία Ζωή, η αλήθειά Του είναι Αιωνία Αλήθεια, η αγάπη Του Αιωνία Αγάπη, η αγαθότητά Του Αιωνία Αγαθότητα, η χαρά Του Αιωνία Χαρά. Καί επίσης έδειξε και απέδειξε ότι όλα αυτά τα δίνει Αυτός, λόγω της αςὐγκριτης φιλανθρωπίας Του, σε κάθε Χριστιανό σ’ όλες τις εποχές.

Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει ένα γεγονός όχι μόνον στό Ευαγγέλιο, αλλά ούτε σε ολόκληρη τήν ιστορία του ανθρώπινου γένους, το οποίο να είναι τόσο ισχυρά βεβαιωμένο, τόσο απρόσβλητο, τόσο αναντίρρητο, όσο η Ανάσταση του Χριστού. Αναμφιβόλως, ο Χριστιανισμός σε όλη του την ιστορική πραγματικότητα, την ιστορική του δύναμη και παντοδυναμία, θεμελιώνεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού, δηλαδή πάνω στην Υπόσταση του Θεάνθρωπου Χριστοῦ, που ζει αιώνια. Αυτό το μαρτυρεί η μακροχρόνια καί πάντοτε θαυματουργική ιστορία του Χριστιανισμού.

Γιατί αν υπάρχει ένα γεγονός στο οποίον θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλα τα γεγονότα, από τη ζωή του Κυρίου και των Αποστόλων και γενικά ολόκληρου του Χριστιανισμού, το γεγονός αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Επίσης, αν υπάρχει μία αλήθεια στήν οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι Ευαγγελικές αλήθειες, αυτή θά ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και ακόμη, αν υπάρχει μία πραγματικότητα στήν οποία θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλες οι Καινοδιαθηκικές πραγματικότητες, αυτή θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Και τέλος, αν υπάρχει ένα Ευαγγελικό θαύμα στό οποίο θα μπορούσαν να συνοψισθούν όλα τα Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε το θαύμα αυτό θα ήταν η Ανάσταση του Χριστού. Γιατί μόνο μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, παρουσιάζεται με θαυμαστή σαφήνεια και το πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού και το έργο Του. Μόνο με την Ανάσταση του Χριστού εξηγούνται πλήρως όλα τα θαύματα του Χριστού, όλες οι αλήθειές Του, όλα τα λόγιά Του, όλα τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης.

Μέχρι την Ανάστασή Του ο Κύριος δίδασκε για την αιώνια ζωή, αλλά μετά την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος πραγματικά είναι η αιώνια ζωή. Μέχρι την Ανάστασή Του δίδασκε για την ανάσταση των νεκρών, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος είναι πράγματι η Ανάσταση των νεκρών. Μέχρι τη Ανάστασή Του δίδασκε ότι η πίστη σ’ Αυτόν μεταφέρει από τον θάνατο στή ζωή, αλλά με την Ανάστασή Του έδειξε ότι ο Ίδιος νίκησε τον θάνατο και έτσι εξασφάλισε στους νεκρούς ανθρώπους τη μετάβαση από τον θάνατο στήν Ανάσταση. Ναι, ναι, ναι: ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός με την Ανάστασή Του έδειξε και απέδειξε ότι είναι ο μόνος αληθινός Θεός, ο μόνος αληθινός Θεάνθρωπος σε όλους τους ανθρωπίνους κόσμους.

Και κάτι ακόμη: χωρίς την Ανάσταση του Θεανθρώπου δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η αποστολικότητα των Αποστόλων, ούτε το μαρτύριο των Μαρτύρων, ούτε η ομολογία των Ομολογητών, ούτε η αγιότητα των Αγίων, ούτε η ασκητικότητα των Ασκητών, ούτε η θαυματουργικότητα των Θαυματουργών, ούτε η πίστη των πιστευόντων, ούτε η αγάπη των αγαπώντων, ούτε η ελπίδα των ελπιζόντων, ούτε η νηστεία των νηστευόντων, ούτε η προσευχή των προσευχομένων, ούτε η πραότητα των πράων, ούτε η μετάνοια των μετανοούντων, ούτε η ευσπλαγχνία των ευσπλάγχνων, ούτε οποιαδήποτε χριστιανική αρετή ή άσκηση. Αν ο Κύριος δεν είχε αναστηθεί και ως Αναστάς δεν είχε γεμίσει τους μαθητές Του με την ζωοποιό δύναμη και την θαυματουργική σοφία, ποιός θα μπορούσε αυτούς τους φοβισμένους και δραπέτες να τους συγκεντρώσει και να τούς δώσει το θάρρος και τη δύναμη και τη σοφία για να μπορέσουν τόσο άφοβα και με τόση δύναμη και σοφία να κηρύττουν και να ομολογούν τον Αναστημένο Κύριο και να πηγαίνουν μέ τόση χαρά στον θάνατο γι᾽ Αυτόν; Και αν ο Αναστημένος Σωτήρας δεν τους είχε γεμίσει με την θεία δύναμή Του και σοφία, πώς θα μπορούσαν να ανάψουν μέσα στον κόσμο την άσβεστη πυρκαϊά της Καινοδιαθηκικής πίστεως αυτοί οι απλοϊκοί αγράμματοι, αμαθείς και φτωχοί άνθρωποι; Αν η Χριστιανική πίστη δεν ήταν η πίστη του Αναστάντος και κατά συνέπειαν του αιωνίως ζώντος και ζωοποιούντος Κυρίου, ποιός θα μπορούσε να εμπνεύσει τους Μάρτυρες στον άθλο του μαρτυρίου, και τους Ομολογητές στον άθλο της ομολογίας, και τους Ασκητές στον άθλο της ασκήσεως, και τους Αναργύρους στόν άθλο της αναργυρίας, και τους Νηστευτές στόν άθλο της νηστείας και εγκράτειας, και οποιονδήποτε Χριστιανόν σε οποιονδήποτε Ευαγγελικόν άθλο;

Όλα αυτά είναι λοιπόν αληθινά και πραγματικά και για μένα και για σένα και γιά κάθε ανθρωπίνη ύπαρξη. Γιατί ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστάς Θεάνθρωπος, είναι η μόναδική Ύπαρξη υπό τον ουρανόν με την οποίαν μπορεί ο άνθρωπος εδώ στη γη να νικήσει και τον θάνατο και την αμαρτία και το διάβολο, και να γίνει μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος στήν Αιωνία Βασιλεία της Αγάπης του Χριστού… Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστάς Κύριος είναι «τα πάντα εν πάσιν» σε όλους τους κόσμους: ό,τι το Ωραίο, το Καλό, τό Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθειά μας όλη η Χαρά μας, όλον το Αγαθό μας όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.

– Γιά αυτό και πάλιν, και πολλές και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!




Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ζαρκάδι στον χαμένο παράδεισο (μέρος 1ο)απο δογμα


Γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

«Εξομολόγηση»

Είμαι ενα ζαρκάδι. Είμαι το αισθητήριο της θλίψης μέσα στο σύμπαν. Πριν από πολύ πολύ καιρό Κάποιος εξόρισε στη γη ό,τι θλιβερό υπάρχει σε όλους τους κόσμους και αυτό επιβλήθηκε στην καρδιά μου. Και από τότε είμαι το αισθητήριο της θλίψης. Ζω με το να τρυγώ τη θλίψη από όλα τα όντα και τα κτίσματα. Μόλις που σιμώσω ένα ον, μου σταλάζει στην καρδιά και από μια μαύρη σταγόνα θλίψης. Και η μαύρη πάχνη της θλίψης, ωσάν μικρό ρυάκι, διατρέχει τις φλέβες μου. Και εκεί, στην καρδιά μου, τούτη η μαύρη πάχνη της θλίψης γίνεται ωχρή και μπλάβα.

Σε όλο μου το είναι έχει εκχυθεί κάποια μαγνητική δύναμη θλίψης, που, ακαταμάχητα, μαγνητίζει και σφηνώνει στην καρδιά μου ό,τι το θλιβερό στον κόσμο. Γι’ αυτό και είμαι το πιό μελαγχολικό απ’ όλα τα κτίσματα. Το δάκρυ μου περίσσεψε για τον πόνο του καθενός… Μη γελάτε μαζί μου, εσείς οι γελαστοί! Σκιάζομαι, επειδή ξέρω ότι σε τούτον το θλιβερό κόσμο υπάρχουν όντα που γελούν. Ω, καταραμένο, τρισκατάρατο χάρισμα, το να γελάς σε έναν κόσμο που κοχλάζει η θλίψη, πυρώνει ο πόνος, αφανίζει ο θάνατος! Τι καταδικαστικό χάρισμα!… Εγώ από τη θλίψη δεν γελώ ποτέ. Πως θα μπορούσα να γελάσω όταν είστε τόσο βάναυσοι και άσπλαχνοι, εσείς οι γελαστοί! Όταν είστε τόσο κακοί και άσχημοι! Και είστε άσχημοι απ’ το κακό. Γιατί μόνον το κακό ασχημαίνει την ομορφιά των γήινων και ουράνιων δημιουργημάτων… Θυμάμαι, νοσταλγώ: τούτη η γη ήταν κάποτε παράδεισος, και εγώ ζαρκάδι παραδείσιο. Ω, θύμηση, να τρεκλίζω, εκστατικό από τη μια χαρά στην άλλη, από τη μία αθανασία στην άλλη, από τη μία αιωνιότητα στην άλλη!…

Ενώ τώρα; Σκοτάδι σκεπάζει τα μάτια μου. Όποιο μονοπάτι κι αν πάρω, βρίσκω πηχτό σκοτάδι. Οι λογισμοί μου στάζουν δάκρυ. Και τα αισθήματα μου βρίθουν από θλίψεις. Όλο μου το είναι το έχει κυριέψει μια άσβεστη πυρκαγιά θλίψης. Τα πάντα μέσα μου φλέγονται απ’ τον πόνο, όμως με τίποτα να αποκαούν. Κι εγώ, το δόλιο, ένα πράμα είμαι μονάχα: αιώνιο ολοκαύτωμα στον κοσμικό βωμό της θλίψης. Και ο κοσμικός βωμός της θλίψης είναι η γη, ο τεφρός και σκυθρωπός, ο χλωμός και θολερός πλανήτης…

Η καρδιά μου είναι νησί απρόσιτο στον απέραντο ωκεανό της θλίψης. Απρόσιτο στη χαρά. Άραγε, κάθε καρδιά είναι ένα απρόσιτο νησί; Πείτε μου εσείς, που έχετε καρδιά! Τι περιβάλλει τις καρδιές σας; Τη δική μου την περιβάλλουν τα ίδια τα βάραθρα και η άβυσσος του ωκεανού. Και, διαρκώς, ποντίζεται μέσα τους. Τίποτε δεν μπορεί να την ανασύρει, να την κάνει να βγει από εκεί μέσα. Ό,τι κι αν βρει να πιαστεί, αυτό είναι αρύ σαν το νερό. Γι’ αυτό και τα μάτια μου είναι θαμπά από το δάκρυ και η καρδιά μου αφανισμένη απ’ το στεναγμό. Οι κόρες των ματιών μου είναι αποσταμένες απ’ τις πολλές νυχτιές που αντίκρισαν. Εψές, ο ήλιος βασίλεψε στα μάτια μου και ταχιά δεν πρόβαλε. Πνίγηκε στα σκοτάδια της θλίψης μου. Κάτι τρομερό και μακάβριο διαπερνά το είναι μου. Με σκιάζει ό,τι υπάρχει γύρω και πάνω από μένα. Αχ, να δραπέτευα από τον τρόμο του κόσμου τούτου! Υπάρχει όμως τάχα κάποιος κόσμος χωρίς τρόμο; Είμαι κυκλωμένο απ’ το τείχος των βασάνων, πιωμένο με αψιθιά, πλέριο από πίκρα. Λαχταρώ να ξυπνήσω την καρδιά μου απ’ το λήθαργο της θλίψης, όμως αυτή όλο και περισσότερο βουλιάζει μέσα του. Φωνάζω στη σκιαγμένη και κατατρεγμένη από τους φόβους του κόσμου τούτου ψυχή μου να επιστρέψει σ’ εμένα, όμως εκείνη όλο και πιο αδιάφορη απομακρύνεται από εμένα, το θλιμμένο και μελαγχολικό.

Είμαι ζαρκάδι. Άλλά πώς; Δεν ξέρω. Βλέπω, αλλά πως, κι αυτό δεν το καταλαβαίνω. Ζω, όμως τι είναι η ζωή, δεν κατανοώ. Αγαπώ, όμως τι είναι η αγάπη, δεν νογάω. Υποφέρω, όμως πως θεριεύει, αυξάνει και μεστώνει μέσα μου ο πόνος, αυτό με τίποτα δεν το καταλαβαίνω. Γενικά καταλαβαίνω πολύ λίγα απ’ αυτά που είναι μέσα μου και γύρω μου. Η ζωή, ή αγάπη, τό πάθημα, όλα τούτα είναι ευρύτερα, βαθύτερα και απειρότερα απ’ τη γνώση, την αντίληψη και τη διάνοια μου. Κάποιος μ’ έβαλε σε τούτον τον κόσμο και έδωσε στό είναι μου λίγο νου, γι’ αυτό και λίγα καταλαβαίνω απ’ τον κόσμο γύρω μου και μέσα μου. Πάντα κάτι το απερινόητο, το παράξενο με παρακολουθεί μέσα απ’ όλα τα πράγματα, γι’ αυτό και φοβάμαι. Και τα μεγάλα μάτια μου, μην είναι άραγε γι’ αυτό μεγάλα, για να χωρέσουν το αχώρητο, να περιλάβουν το απερίληπτο, να ιδούν το ανείδωτο;

Πλάι στη θλίψη μου, Κάποιος διέχυσε μέσα μου και αθανάτισε, και διαιώνισε κάτι, που είναι μεγαλύτερο κι από τα αισθήματα, ισχυρότερο κι από τις σκέψεις, κάτι τόσο διαρκές όσο και η αθανασία, και τόσο πελώριο όσο και η αιωνιότητα. Το ένστικτο της αγάπης. Μέσα του έχει κάτι το παντοδύναμο, το ακατανίκητο. Τούτο είναι που διαχέεται σε όλους τους λογισμούς μου και διαφεντεύει όλο μου το είναι, που σαν μικρή, μικροσκοπική νησίδα, έχει ολόγυρα του, άπειρα, να εκτείνεται, να διαχέεται και να απλώνεται αυτή, το αίνιγμα της ψυχής μου, η αγάπη. Σε όποια γωνιά του είναι μου κι αν στραφώ, αυτήν βρίσκω. Είναι κάτι το πανταχού παρόν μέσα μου, το πιο οικείο. Μέσα μου το είμαι, είναι το ίδιο με το αγαπώ. Μέσ’ από την αγάπη είμαι εκείνο που είμαι. Το να είμαι, το να υπάρχω για μένα, είναι το ίδιο με το να αγαπώ, να στέργω. Και μήπως μπορεί τάχα να υπάρχει ον χωρίς αγάπη; Τέτοιο ον δεν το ξέρει η ζαρκαδίσια καρδιά μου.

Μην πληγώνετε την αγάπη μέσα μου. Επειδή πληγώνετε τη μοναδική μου αθανασία, τη μοναδική μου αιωνιότητα. Και συνάμα τη μοναδική αθάνατη και αιώνια αξία μου. Γιατί τι άλλο είναι η αξία αν δεν είναι κάτι το αθάνατο και το αιώνιο; Κι εγώ είμαι αιώνιο και αθάνατο μόνο με την αγάπη. Είναι ό,τι έχω και δεν έχω. Μ’ αυτήν και νιώθω και σκέφτομαι και βλέπω κι ακούω και ξέρω και ζω και αθανατίζομαι. Όταν λέω «αγαπώ» με τούτο περιλαμβάνω όλους τους αθάνατους λογισμούς μου, όλα τα αθάνατα αισθήματα μου, όλους τους αθάνατους πόθους μου, όλες τις αθάνατες ζωές μου. Με αυτήν, με την αγάπη, είμαι πέρα από κάθε θάνατο, πέρα από κάθε μη είναι· εγώ το ασημόχρωμο ζαρκάδι, το στοργικό ζαρκάδι, το ζωηρό ζαρκάδι.

Μέσα από τρομακτικές χαράδρες και φρικτές αβύσσους περνάει η αγάπη μου για σένα, αγαθέ άνθρωπε, για σένα ολάνθιστο δάσος, για σένα μοσχομύριστο χορτάρι, για σένα, Πανάγαθε και Πάνστοργε! Μέσα από αναρίθμητους θανάτους πορεύεται η αγάπη μου για σένα, γλυκιά μου Αθανασία! Γι’ αυτό και η θλίψη είναι ο μόνιμος συνταξιδιώτης μου. Κάθε βαναυσότητα είναι ολόκληρος θάνατος για μένα. Την περισσότερη βαναυσότητα σε τούτον τον κόσμο την έζησα απ’ το πλάσμα που λέγεται άνθρωπος. Ω, κάποιες φορές αυτός, ο άνθρωπος, είναι ο θάνατος όλης μου της χαράς. Μάτια μου, δείτε μέσα και πέρα από τον άνθρωπο, τον Πανάγαθο καί Πάνστοργο! Η αγαθότητα και η στοργή τούτα είναι η ζωή μου, αυτά και η αθανασία μου και η αιωνιότητα μου. Χωρίς την αγαθότητα και τη στοργή, η ζωή είναι κόλαση. Όταν νιώθω την αγαθότητα του Πανάγαθου και τη στοργή του Πάνστοργου, βρίσκομαι με όλο μου το είναι στον παράδεισο. Όταν όμως σωρεύεται πάνω μου η ανθρώπινη σκληρότητα, αχ, τότε όλοι οι φόβοι μου γίνονται η κόλαση. Γι’ αυτό και σκιάζομαι τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, έκτος απ’ τον καλό και στοργικό.

Ποιά είναι η πραγματική αγάπη Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς


Η Αγία Τριάδα. Ρωσική εικόνα των τελών του 14ου αιώνα από το Νόβγκοροντ.

Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς

«Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί, και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).

«Είμαστε από τον Θεό», με ποιόν τρόπο; με την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι κυρίως η θεϊκή, ηθική δύναμη, η οποία μας γεννά «εκ του Θεού», μας κάνει «Υιούς Θεού», μας θεώνει, μας κάνει «ένθεους», «θεϊκούς». Σκιρτά το ανθρώπινο όν, ο άνθρωπος: Η αγάπη τον κάνει να σκιρτά με τις θεϊκές δυνάμεις οι οποίες τον μεταμορφώνουν, τον αναγεννούν σε καινό ον, σε καινή ψυχή, σε καινή αντίληψη, σε καινή ζωή.

Έτσι σ’ αυτόν όλες οι σκέψεις, όλες οι αισθήσεις και όλα τα έργα είναι από τον Θεό. Και γνωρίζει τον Θεό με ένα καινό, καινούργιο τρόπο, ένα τρόπο πραγματικότατο και πειστικότατο. Μόνο η αληθινή, οργανική ένωση με τον Θεό, η οποία πετυχαίνεται μόνο με την γέννηση «εκ Θεού», «εν αγάπη» δίνει την αληθινή γνώση περί του Θεού. Αν δεν γεννηθεί με αγάπη από τον Θεό ο άνθρωπος, δεν μπορεί να γνωρίζει τον Θεό. Όποιος όμως δεν γνωρίζει τον Θεό συνήθως δεν τον αναγνωρίζει. Επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μας δένει, μας συνδέει με αγάπη και ψυχική προσέγγιση με όλα τα δημιουργήματα και πρώτα με τους ανθρώπους. Όποιος αγαπά τους αδελφούς έχει τον Θεό μέσα του, γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι γεννημένος από τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά τους αδελφούς δεν έχει Θεό, δεν ξέρει τον Θεό, δεν βλέπει τα θεϊκά θεοειδή όντα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι γεννημένος από τον Θεό.

Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους ότι η αγάπη εκ του Θεού εστί και πας ο αγαπών εκ του Θεού γεγέννηται και γινώσκει τον Θεόν. Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 7-8).

«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α’ Ιωάν. δ’ 9). Πραγματικά, η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους δεν μπορούσε καλύτερα να εκδηλωθεί από του να στείλει στον κόσμο τον Θεό-Λόγο, για να ζήσουν οι άνθρωποι «εν αυτώ». Η θεϊκή ζωή με την ενσάρκωση του Λόγου έγινε δική μας ανθρώπινη ζωή.

Ο Θεός – Λόγος έγινε άνθρωπος κι έδωσε στον άνθρωπο τη θεϊκή του ζωή, τον μύησε σ’ αυτή τη ζωή και του έδωσε τις δυνάμεις για να πραγματοποιήσει αυτή τη ζωή, παρά τους γήινους και ανθρώπινους όρους.

«Αγαπητοί, ει όντως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Δ’ Ιωάν. δ’ 11).

Το υπόδειγμα της αγάπης και της φιλανθρωπίας το τέλειο και παντέλειο υπόδειγμα είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είμαστε υπόχρεοι στην αγάπη του Χριστού, την οποία αδιάκοπα βλέπουμε και ζούμε και για την οποία δεν αξίζουμε και για χάρη αυτής της αγάπης πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Αύτη είναι η νέα αγάπη και η νέα εντολή περί της αγάπης.

Καινή, νέα, καινούργια γιατί αγαπά τον άνθρωπο ενώ είναι αμαρτωλός. Καινή, γιατί σπλαχνίζεται τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η χριστολογική αυτή αγάπη, η τόσο τέλεια και σωτηριώδης, έγινε η πρώτη υποχρέωση των χριστιανών, «όφείλομεν αλλήλους αγαπάν». Γιατί εκπληρώνοντας αυτή την υποχρέωση συνεχίζουμε το θεανθρώπινο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, σώζουμε «εαυτούς και αλλήλους», ή ακριβέστερα σωζόμαστε διά μέσου των άλλων.

Η σωτηρία είναι η συνέχεια της αγάπης του Χριστού διά μέσου των ανθρώπων οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Σωζόμαστε από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο με την αγάπη του Χριστού, τη φιλανθρωπία του Χριστού.

«Θεόν ουδείς πώποτε τεθέαται· εάν αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστίν εν ημίν» (Α’ Ιωάν. δ’ 12).

Η αγάπη φέρνει τον Θεό στη ψυχή και αυτή πάντα ζει «δι’ αυτού» και με αυτό τον τρόπο βλέπει τον Θεό, ο όποιος διαφορετικά είναι μη βλεπόμενος. Ο Θεός από αγάπη ενανθρώπησε, ενσαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος. Έτσι και ο άνθρωπος. Με αγάπη θεώνεται, ενθεοποιείται, γίνεται θεός κατά χάριν. Ο αόρατος Θεός με την αγάπη γίνεται ενσαρκωμένος, ορατός. Γιατί η θεϊκή αγάπη είναι μια δύναμη που ενσαρκώνει. Η αγάπη μεταφέρει τον αγαπώντα στον αγαπημένο, ενσαρκώνει τον ένα στον άλλο. Οι ζωές τους γίνονται μία, οι ψυχές τους μία, οι καρδιές τους μία. Αυτοί αισθάνονται τους εαυτούς τους σαν ένα, παρά το ότι είναι και μένουν δυο ξεχωριστές προσωπικότητες.

Αυτό ισχύει για όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Με την αμοιβαία αγάπη οι ανήκοντες στην Εκκλησία ενσαρκώνονται ο ένας στον άλλο, ο ένας σε όλους κι όλοι στον ένα. Έτσι με τον ίδιο τρόπο και σκέπτονται και αισθάνονται και πράττουν όλοι μαζί και καθολικά αγωνίζονται «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφεσ. γ’ 18). Αυτό είναι εκείνο που έχει γραφτεί στις Πράξεις των Αποστόλων «του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτού έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πραξ. δ’ 32).

Με τη βίωση της αγάπης του Χρίστου ο άνθρωπος φέρνει τον Θεό στην ψυχή του, ζει «δι’ αυτού», πράττει «δι’ αυτού», φρονεί «δι’ αυτού», αισθάνεται «δι’ αυτού». Με μια λέξη «ο Θεός εν αυτώ μένει». Γιατί ο Θεός είναι σ’ αυτόν η πιο άμεση διαβίωση, η πιο άμεση πραγματικότητα, η πιο οφθαλμοφανής δοκιμή, η πιο ζωντανή εμπειρία. Κι όταν μένει ο Θεός στον άνθρωπο, τότε και την αγάπη αυτού τελειοποιεί. Γιατί από τον Θεό σταδιακά διαχέεται στην ανθρώπινη ψυχή η θεϊκή αγάπη, αυξάνεται σε κάθε τελειότητα, διά μέσου των λοιπών αγίων αρετών, μέχρι που να γεμίσει με αγάπη όλο το είναι του ανθρώπου, το οποίο δεν γνωρίζει τα σύνορα της αγάπης, διότι η θεϊκή αγάπη δεν εχει σύνορα, διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Ο Θεός με την αγάπη κατοικεί στην ανθρώπινη ψυχή, γι’ αυτό αυτή είναι και τέλεια.

Μετάφραση: ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ Θεολόγος, Αγιογράφος.

( Περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, αρ. 57, 1999 σ. 26-28).

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, στο στόχαστρο του Οικουμενισμού

Μια αήθης Οικουμενιστική επίθεση στην αγιότητα και τα θεόπνευστα συγγράμματά του


Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος


 (Η εργασία αυτή είχε ως αφορμή α) το βιβλίο «Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο πνευματικός του κόσμος» (εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ) του επισκόπου Ιλαρίωνος Αλφέγιεφ και την τρίτομη έκδοση των ψευδοϊσαακείων συγγραμμάτων από την Ι. Μονή Προφήτου Ηλιού Θήρας με τον τίτλο «Ισαάκ του Σύρου Ασκητικά. Μετάφραση από τα Συριακά». Μετά την εργασία ακολουθεί επιστολή του συγγραφέως προς τον Καθηγούμενο της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας σχετικά με την έκδοση των κακοδόξων συγγραμμάτων του ψευδο-Ισαάκ).

 Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Φωτοπούλου
Ι) Εισαγωγικά- Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος
Η πλήρης και παντελής απουσία της ακτίστου Χάριτος στη Δύση και ο συνακόλουθος ορθολογισμός των θεολόγων της δημιούργησε ένα χάος, μια σύγχυση στην πίστη όλων των «χριστιανών» της Δύσεως. Πάρα πολλοί άνθρωποι ενδιαφερόμενοι σοβαρά για την πίστη και τη χριστιανική ζωή μπολιάστηκαν με διαρκείς αμφιβολίες εν σχέσει προς το Ευαγγέλιο, την αλήθεια και τη γνησιότητά του, για την ορθή πίστη, για τη γνησιότητα των πατερικών κειμένων ακόμη και για την… ύπαρξή κάποιων Αγίων!
Δυστυχώς αυτή η φοβερή σύγχυση μεταφέρθηκε και στον ορθόδοξο χώρο με βιβλία περιοδικά, εκπομπές, συνέδρια και επιτροπές δηλητηριάζουν με μικρές, προσεκτικές δόσεις την ορθόδοξη συνείδηση. Ενσπείρουν δισταγμό ως προς την πλήρη και απόλυτη αλήθεια της Ορθοδοξίας και χρησιμοποιούν ένα δήθεν διάλογο με σκοπό την συμφιλίωση ορθοδοξίας και πλάνης, ορθοδοξίας και θρησκειών, συμφώνως πάντοτε με τα κελεύσματα της Ν. Εποχής.
Στην οικουμενιστική αυτή πρωτοπορία βρίσκεται και το προσφάτως εκδοθέν από τις Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ βιβλίο του Ρώσου επισκόπου Βιέννης Ιλαρίωνος Αλφέγιεφ, «Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο πνευματικός του κόσμος».
Πριν μιλήσουμε για το βιβλίο του Αλφέγιεφ πρέπει να πούμε ποιος είναι ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος. Γεννήθηκε στην Νινευί ή κατ’ άλλους κοντά στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έζησε τον ΣΤ´ αιώνα. Επειδή υπάρχει επιστολή του που την απευθύνει στον τότε νέο στην ηλικία Άγιο Συμεών τον Θαυμαστορείτη (521-596μ.Χ.), γίνεται η υπόθεση ότι ο Άγιος Ισαάκ «ήκμαζεν» γύρω στα 530 μ.Χ. και κατά πάσα πιθανότητα εκοιμήθη στο τέλος του ΣΤ´ αιώνος. Νέος έγινε μοναχός μαζί με τον αδελφό του στη Μονή του Αγίου Ματθαίου και αργότερα τον κατέλαβε ο έρως της ησυχίας και ανεχώρησε στην έρημο. Όταν ο αδελφός του έγινε ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου τον κάλεσε να γυρίσει πίσω, αλλά εκείνος έχοντας την ησυχαστική εμπειρία αρνείται. Αργότερα όμως υπακούει σε θεία αποκάλυψη και δέχεται να γίνει επίσκοπος Νινευί. Αλλά για πολύ λίγο. Την ίδια ημέρα που χειροτονήθηκε επίσκοπος ήλθαν στο επισκοπείο δυο άνθρωποι για να λύσουν μία διαφορά τους. Όταν ο Άγιος έθεσε σαν βάση για τη λύση των προβλημάτων τους το Ευαγγέλιο, ο ένας εξ αυτών αρνήθηκε. Τότε σκέφθηκε ο Άγιος: «Αν αυτοί εδώ δεν υπακούουν στα ευαγγελικά προστάγματα του Κυρίου τότε τι ήρθα εγώ να κάμω εδώ;» Εγκατέλειψε τον επισκοπικό θρόνο και γύρισε στην αγαπημένη του σκήτη, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του αγωνιζόμενος.
Όμως αν ο λεπτομερής βίος του Αββά Ισαάκ δεν είναι γνωστός, ο Άγιος είναι πασίγνωστος από τους ασκητικούς Λόγους του. Τον 8ο ή το αργότερο τον 9ο αιώνα δύο μοναχοί της Μονής του Αγίου Σάββα της Παλαιστίνης ο Αβράμιος και ο Πατρίκιος ανακαλύπτουν τον ουράνιο αυτό θησαυρό των Λόγων του Αγίου και τους μετέφρασαν από τα συριακά στην αρχαία ελληνική. Ο θησαυρός αυτός διαδόθηκε παντού δια μεταφράσεων στην αραβική, σλαβωνική και λατινική γλώσσα και στη συνέχεια σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.
Έτσι τα έργα του Οσίου Ισαάκ γίνονται εντρύφημα, τροφή πνευματική και παρηγορία στους ησυχαστές, τους μοναχούς και όλους τους πιστούς. Ανεδείχθη οικουμενικός διδάσκαλος της εν Χριστώ ζωής. Αλλά και οι ετερόδοξοι με τις μεταφράσεις στη γλώσσα τους εθέλχθησαν από τη διδασκαλία του και τον μελετούν με δίψα.
Παρά ταύτα μόνο τα τελευταία, σχετικώς, χρόνια καθιερώνεται η εορτή της μνήμης του. Παλαιότερα στο Άγιο Όρος τον τιμούσαν στις 28 Ιανουαρίου μαζί με τον Άγιο Εφραίμ ενώ τώρα τελευταία στις 28 Σεπτεμβρίου. Αλλά μήπως αυτή η καθυστέρηση του εορτασμού της μνήμης του, λυμαίνεται καθόλου την αγιότητα του και τη δόξα του; Μήπως ο Αββάς Ισαάκ δεν είναι Άγιος; Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν πολλοί Άγιοι οι οποίοι αναφερόμενοι ως Άγιοι σε βιβλία Πατερικά δεν έχουν καθιερωμένη μνήμη η όπως συμβαίνει με τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, καθιερώθηκε η μνήμη τους τα τελευταία χρόνια. Έτσι ματαίως θα αναζητήσει κάποιος ημέρα μνήμης για τον Όσιο Θεόγνωστο της Φιλοκαλίας ενώ η μνήμη του Αγίου Διαδόχου Φωτικής, του Ησυχίου του πρεσβυτέρου, του Αγίου Ιωάννου του Καρπαθίου, του συγγραφέως των Παραμυθητικών κεφαλαίων προς τους εν Ινδία μοναχούς, του Αγίου Νικολάου του Καβάσιλα και του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης η μνήμη καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια.


ΙΙ) Οι Άγιοι Πατέρες για τον Αββά Ισαάκ
Παρά όμως την έλλειψη ημερομηνίας μνήμης αυτών των Αγίων και πολλών άλλων η Εκκλησία δέχεται ως αυθεντικό εν Χριστώ, δηλαδή ως αγιοπνευματικό το Βίο τους, τις δε διδαχές τους ως απόσταγμα της υπ’ αυτών εμπειρίας της θεώσεως, της υπ’ αυτών «αισθήσεως εν Θεώ», όπως γράφει ο Αββάς Ισαάκ.
Όλα αυτά κατ’ εξοχήν ισχύουν σε ύψιστο βαθμό για τον Άγιο Ισαάκ. Όλοι οι μετά απ’ αυτόν ασκητικοί Πατέρες παραπέμπουν σ’ αυτόν, ως Άγιον Ισαάκ, ως γνήσιο διδάσκαλο της ασκητικής ζωής, ως έμπειρο αγωνιστή και εκπαιδευτή στον πόλεμο κατά του διαβόλου και των παθών, ως πνευματική λυδία λίθο με την οποία δοκιμάζονται οι εμπειρίες των αγωνιζομένων, αν είναι εκ του Θεού η εκ του διαβόλου. Σ’ αυτόν παραπέμπει 29(!) φορές ο Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός (Θ´ αιών) στα έργα του που δημοσιεύονται στη Φιλοκαλία, ο Όσιος Νικηφόρος ο μονάζων, ο διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στόΛόγο περί νήψεως και φυλακής καρδίας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, ο οποίος, συνιστά στους ησυχαστές τη μελέτη των Λόγων του τοποθετώντας τον ανάμεσα στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος και τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, οι Άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι (26 παραπομπές). Από τον Άγιο Κάλλιστο τον Καταφυγιώτη αποκαλείται «ησυχίας άκρος υφηγητής».
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει: «… καρπόν της προσευχής ο Άγιος Ισαάκ προσηγόρευσε τον φωτισμόν· φησί γαρ, <καθαρότης εστί νοός, εφ’ η διαυγάζει εν τω καιρώ της προσευχής το φως της αγίας Τριάδος· και τότε ο νους υπεράνω της προσευχής γίνεται και ου δεί καλείν ταύτην προσευχήν, αλλά τοκετόν της καθαράς προσευχής, της δια του Πνεύματος καταπεμπομένης> και πάλιν <προσευχή εστι καθαρότης νοός, ήτις μόνη εκ του φωτός της Αγίας Τριάδος μετ’ εκπλήξεως τέμνεται>» και τον ονομάζει «επόπτη και συγγραφέα της μυστικής εποπτίας».
Στον Βίο του Οσίου Σάββα του Βατοπεδινού, ο Όσιος Ισαάκ αναφέρεται υπό του βιογράφου του Αγίου Φιλοθέου, ως «ο παθών ταύτα και μαθών (δηλαδή την κατά Χριστόν αλλοίωσιν, έλλαμψιν και θέωσιν) Σύρος εκείνος την ησυχίαν τε και θεωρίαν ο περιβόητος».
Ο μεγάλος Ρώσος ησυχαστής, ο Άγιος Νείλος Σόρσκυ (1433-1508) στα Ασκητικά του 37 φορές παραπέμπει στον Άγιο μας.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον αποκαλεί «ο εμός θεοφόρος φιλόσοφος Άγιος Ισαάκ».
Ο Γέρων Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει: «Μεταξύ των αγίων τούτων φιλοσόφων [δηλαδή των Αγίων Πατέρων] μία από τας πρώτας θέσεις ανήκει εις τον μεγάλον ασκητήν και άγιον Ισαάκ τον Σύρον. Εις τα συγγράμματά του ο άγιος Ισαάκ με σπανίαν εμπειρικήν γνώσιν παρακολουθεί και περιγράφει την διαδικασίαν της εξυγιάνσεως και καθάρσεως των ανθρωπίνων οργάνων της γνώσεως».
Ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης έλεγε: «Ο Ισαάκ ο Σύρος κρύβει ένα μεγάλο θησαυρό. Ανοίξετέ τον, διαβάσετέ τον πλουτίσατε πνευματικά… Αν δεν έχεις Ισαάκ Σύρο, και αν δεν έχεις λεφτά να τον αγοράσης, να πάρης μια τσάντα και να βγής να ζητήσης χρήματα και να τον πάρης… Όταν το διαβάζης και χαίρεσαι και ελέγχεσαι… Να διαβάζετε ένα φύλλο την ημέραν, να βλέπεσθε σαν σε καθρέφτη».
Ο Γέροντας Παίσιος έλεγε: «Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διάβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής». Στις επιστολές του ο Γέροντας γράφει: «Πολύ βοηθά η μελέτη στα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ, διότι και το βαθύτερο νόημα της ζωής δίνει να καταλάβει κανείς και κάθε είδους μικρό η μεγάλο κόμπλεξ και εάν έχει ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό, τον βοηθάει για να το διώξη»… Στο Βίο τέλος του Γέροντος διαβάζουμε: «Έλεγε ότι το βιβλίο του Αββά Ισαάκ αξίζει όσο ολόκληρη πατερική βιβλιοθήκη. Στο βιβλίο [τώνΑσκητικών του Αγίου Ισαάκ] που διάβαζε, κάτω από την εικόνα του Αγίου, που κρατά στο χέρι του ένα φτερό και γράφει, σημείωσε: <Αββά μου, δος μου την πέννα σου να υπογραμμίσω ολόκληρο το βιβλίο σου>».
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε: «Βέβαια για τα μυστήρια που ο Θεός αποκαλύπτει μέσα μας καλύτερη είναι η σιωπή. Να, όμως, που μπορεί να μας συμβεί, όπως στον Απόστολο Παύλο, που λέγει: «Παραφέρθηκα· εσείς με αναγκάσατε να τα πω λόγω της αγάπης» (Ρωμ. 1, 11-12). Το ίδιο στενοχωριέται και ο Αββάς Ισαάκ, που αναγκάζεται να πει τα μυστήρια και τα βαθιά βιώματα της καρδιάς του, ορμώμενος από αγάπη και μόνο. να πως το λέει: «Έγινα μωρός· δεν υποφέρω να φυλάξω το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι ανόητος δια την ωφέλειαν των αδελφών…».
Από όλες αυτές τις μαρτυρίες των Αγίων πατέρων και συγχρόνων Γερόντων γίνεται εμφανής η καθολική αποδοχή της αγιότητος του Αββά Ισαάκ και των αγίων συγγραμμάτων του, η ορθοδοξία του και η γνησιότητα των αγιοπνευματικών εμπειριών του.


ΙΙΙ) Ασεβείς φλυαρίες περί του προσώπου του Αγίου Ισαάκ
Ας έλθουμε τώρα στο βιβλίο του Αλφέγιεφ. «Από την εισαγωγή του Wensinck», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου ο επίσκοπος Κάλλιστος, «και από άλλες εργασίες έμαθα ποιος ήταν ο Ισαάκ… Ανακάλυψα πως ανήκε στην Εκκλησία της Ανατολής, σ’ αυτήν που αποκαλείται συνήθως <Νεστοριανή>. Κι έτσι έφθασα σιγά σιγά στο σημείο να συνειδητοποιήσω, πως τούτο δεν σήμαινε πως ο ίδιος ο Ισαάκ η η εκκλησιαστική κοινότητα στην οποία ανήκε, θα μπορούσε άκριτα να καταδικαστούν ως αιρετικοί». Από τα γραφόμενα του επισκόπου Καλλίστου, αλλά και από όλο το βιβλίο του επισκόπου Ιλαρίωνος γίνεται αμέσως κατανοητό, ότι έχει διαγραφεί από τη συνείδησή τους η εκκλησιαστική παράδοση περί του Βίου του Αγίου Ισαάκ «έμαθαν» αμφότεροι από τον Wensinck και από άλλες εργασίες, ότι ο αββάς Ισαάκ είναι Νεστοριανός!!!
Οι δυτικοί ερευνητές μελέτησαν το νεστοριανό «βιβλίο της αγνότητος» όπου γίνεται λόγος για κάποιον Ισαάκ που γεννήθηκε στο Beit Qatraye στη δυτική ακτή του Περσικού Κόλπου και χειροτονήθηκε από τον Νεστοριανό Givargis περίπου το 660 επίσκοπος Νινευί. Μετά 5 μήνες παραιτήθηκε για άγνωστο λόγο και ασκήτεψε στο όρος Matout. Μετά πήγε στη Μονή Shabur, όπου πέθανε τυφλός από το πολύ διάβασμα. Έγραψε και κάποια βιβλία για την αναχωρητική ζωή. Μετά από αυτή τη… φοβερή «ανακάλυψη», οι ερευνητές κατέληξαν ότι αυτός είναι ο Αββάς Ισαάκ που γνωρίζουμε! Με πολύ μεγάλη ευκολία ο Αλφέγιεφ περιφρονεί όλα τα υπάρχοντα στοιχεία του ορθοδόξου Βίου του: α) τον τόπο καταγωγής που είναι η Νινευί η η Έδεσσα της Μεσοποταμίας και όχι το Κατάρ β) το χρόνο γεννήσεως, ο οποίος υπολογίζεται περίπου 100 χρόνια νωρίτερα γ) τη διήγηση για την αιτία παραιτήσεως του την οποία αποκαλεί «θρύλο» και την άμεση αναχώρησή του και όχι μετά 5 μήνες δ) τον τόπο της ασκήσεως του σε σκήτη και όχι στο μοναστήρι Σαμπούρ. Πλάθει μύθους για τους λόγους χειροτονίας και παραιτήσεως από το επισκοπικό αξίωμα. Κατά το πλείστον ο νεστοριανός ιστορικός είναι, για τον Αλφέγιεφ, πλήρως αξιόπιστος, ενώ οι πληροφορίες των ορθοδόξων είναι μυθώδεις και ελλειπείς.
Πάντως από τη σύγκριση των δύο Βίων γίνεται φανερό ότι ο υπό της νεστοριανής ιστορικής πηγής αναφερόμενος Ισαάκ είναι άλλο πρόσωπο διάφορο του Οσίου. Το γεγονός ότι στην περιοχή της Συρίας-Περσίας-Μεσοποταμίας ήταν διαδεδομένος ο νεστοριανισμός δεν σημαίνει πως εκεί δεν υπήρχαν ορθόδοξοι και πως ο Αββάς Ισαάκ επίσκοπος Νινευί ταυτίζεται με τον αναφερόμενο από τους νεστοριανούς και δεν είναι ορθόδοξος.
Βέβαια από παλαιά δημιουργούνταν προβλήματα ταυτίσεως ορθοδόξων Πατέρων με αιρετικούς. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει για τον Άγιο Βαρσανούφιο: «… δύο εστάθησαν Βαρσανούφιοι, ένας ο παρών Άγιος και ορθοδοξότατος πατήρ, και άλλος αιρετικός, εκ της αιρέσεως των μονοφυσιτών… τον οποίον… αναφέρει ο θείος Σωφρόνιος, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων… Ότι δε ο θείος ούτος Βαρσανούφιος… ήτον ορθοδοξότατος και εδέχετο αυτόν η του Χριστού Εκκλησία ως Άγιον, εβεβαίωσε και ο Άγιος Πατριάρχης Ταράσιος ερωτηθείς περί τούτου από τον Άγιον Θεόδωρον τον Στουδίτην. Βεβαιοί δε και ο αυτός Θεόδωρος ο Στουδίτης εν τη αυτού Διαθήκη· Προσέτι… αποδέχομαι… και πάντων των θεσπεσίων Πατέρων, Διδασκάλων τε και Ασκητών τους βίους τε και τα συγγράμματα. Τούτο δε λέγω δια τον φρενοβλαβή Πάμφιλον, τον από Ανατολής φοιτήσαντα και τους δε τους Οσίους διαβαλόντα· λέγω δη, Μάρκον, Ησαίαν, Βαρσανούφιον, Δωρόθεόν τε και Ησύχιον». Έτσι το κριτήριο Ορθοδοξίας των Αγίων είναι η μαρτυρία των μετ’ αυτούς Αγίων Πατέρων. Σήμερα πιθανόν πολλοί ερευνητές και πατρολόγοι ερευνώντας θα ταύτιζαν τους δύο Βαρσανουφίους ακολουθώντας τον «φρενοβλαβή» Πάμφιλο.
Έχουμε και ένα αρκετά πρόσφατο παράδειγμα. Ο γνωστός ορθόδοξος θεολόγος John Meyendorff επέμενε να χαρακτηρίζει τον Άγιο Σάββα τον Βατοπεδινό αντιησυχαστή και αντι-Παλαμίτη, αν και ο βίος του είναι πλήρης αγιοπνευματικών εμπειριών. Τον ταύτιζε εσφαλμένα με κάποιο αντιησυχαστή ονόματι Σάββα Λογαρά μέχρις ότου σε χειρόγραφο της Ι. Μονής Μ. Λαύρας αποκαλύφθηκε ότι το επώνυμο του Αγίου ήταν Τζίσκος! Στ’ αλήθεια χρειαζόταν αυτή η μαρτυρία για να πεισθούμε περί της αγιότητος του Οσίου Σάββα του Βατοπεδινού, όταν έχουμε το θαυμαστό Βίο του και τη μαρτυρία του Αγίου Φιλοθέου;


IV) Τα ανοσιουργήματα του ψευδο-Ισαάκ.
Μετά την ψευδοανακάλυψη ότι ο Άγιος Ισαάκ ήταν νεστοριανός, ακολούθησε και άλλη «ανακάλυψη». Κάποιος δρ. Sebastian Brock ανακάλυψε το 1983 σε βιβλιοθήκη της Οξφόρδης κάποιο χειρόγραφο του δεκάτου ή ενδεκάτου αιώνος που περιείχε στη Συριακή γλώσσα μια συλλογή ασκητικών λόγων (41 Κεφάλαια) στο όνομα Ισαάκ του Σύρου. Τους περισσότερους λόγους εξέδωσε ο Brock με αγγλική μετάφραση το 1995.
Δυστυχώς από τις εκδόσεις «Θεσβίτης» της Ι. Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας μεταφράστηκαν σε τρεις τόμους οι Λόγοι αυτοί. Υποτίθεται ότι αυτά είναι κείμενα γνήσια του Αββά Ισαάκ. Όπως γράφει ο Αλφέγιεφ αυτή η συλλογή «δεν μεταφράστηκε στην Ελληνική και δεν γνώρισε τη διάδοση της πρώτης». Γιατί άραγε; Υπήρχε λόγος; Μάλιστα. Υπάρχουν τρεις λόγοι σοβαρότατοι.


α) Διότι κατά την ορθόδοξη παράδοση τα κείμενα αυτά δεν ανήκουν στον όσιο Ισαάκ.
Πουθενά από ορθοδόξου πλευράς δεν γίνεται μνεία για τα κείμενα αυτά. Απορεί στ’ αλήθεια κανείς για τη βεβαιότητα του Αλφέγιεφ και των ευρωπαίων δασκάλων του όσον αφορά τη γνησιότητα αυτού του, όπως το αποκαλεί, «Β´ μέρους» των έργων του Αββά Ισαάκ, όταν κατά πολλούς δυτικούς μελετητές, τους οποίους ο Αλφέγιεφ ακολουθεί κατά πόδας, την περίοδο αυτή στην περιοχή Συρίας-Μεσοποταμίας υπάρχουν πολλοί συγγραφείς με το όνομα Ισαάκ. Το γεγονός αυτό δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την πατρότητα των κειμένων που φέρουν το όνομα του Ισαάκ της Νινευί. Τέτοιοι είναι ο Ισαάκ Αντιοχείας με κείμενα κατά νεστοριανών και Μονοφυσιτών, οι μονοφυσίτες Ισαάκ του Αμίδα και Ισαάκ Εδέσσης και κάποιος ορθόδοξος Ισαάκ από την Έδεσσα. Αλλά και ο Αλφέγιεφ διατελών εν συγχύσει προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τα κείμενα χωρίς κατά τη γνώμη μου αποτέλεσμα. Ιδού τι γράφει: «Ο Bedjan δίνει μερικά αποσπάσματα από το Γ´ Μέρος [οι «ειδικοί» κάνουν λόγο και για Γ΄ μέρος(!)], αλλά αυτά τα κείμενα ανήκουν στην πραγματικότητα στον Dadisho από το Κατάρ… επίσης αναφέρει τη Βίβλο της Χάριτος, που αποδίδεται στον Ισαάκ, αλλά οι σύγχρονοι μελετητές αμφισβητούν την αυθεντικότητά του. Ο D. Millerυποστηρίζει πως δεν έχει γραφτεί από τον Ισαάκ, αλλά ανήκει στην πένα του Συμεών d- Taibutheh». Ακόμα και από τα γνήσια κείμενα του Αγίου ορισμένα τα αποδίδει ο Αλφέγιεφ σε αιρετικούς. Πλήρης και καθολική σύγχυση!
Για μας τους ορθοδόξους, βέβαια, οι οποίοι εμπιστευόμαστε την Παράδοση τα πράγματα είναι απλά. Δεν δεχόμεθα, δεν παραλαμβάνουμε «αλλαχόθεν», δηλαδή υπό των κλεπτών και ληστών της σωτηρίας μας ό,τι δεν μας παραδίδει η Αγία Ορθόδοξος Εκκλησία δια των Αγίων Πατέρων. Παρά ταύτα ας δούμε και το δεύτερο ουσιαστικό λόγο απορρίψεως των κειμένων αυτών.


β) Διότι σε πολλά σημεία τα κείμενα αυτά γέμουν νεστοριανών κακοδοξιών και παραπέμπουν σε αιρετικούς.
Ο αιρετικός Νεστόριος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, πίστευε ότι στον Χριστό υπάρχουν όχι μόνο δύο φύσεις αλλά και δύο πρόσωπα. Μη δυνάμενος να δεχθεί την ενότητα των θείων φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως εις την Υπόστασιν του Θεού Λόγου επινόησε διαφόρων ειδών ενώσεις «κατά την αξίαν… και ταυτοβουλίαν και ομοτιμίαν και ευδοκίαν και ομωνυμίαν» αρνούμενος την καθ’ υπόστασιν Ένωση που είναι και η προϋπόθεση της σωτηρίας του ανθρώπου. Γι’ αυτή την πλάνη αναθεματίσθηκε από την Γ´ εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδο.
Από τα κείμενα του ψευδο-Ισαάκ αποσπάσματα των οποίων παραθέτει ο Αλφέγιεφ, γίνεται φανερό ότι ο συγγραφεύς τους είναι νεστοριανός.
Ιδού αποσπάσματα:
1) Δοξάζω τη θεία Σου Φύση Κύριε, επειδή έκανες τη φύση μου… τόπο όπου μπορείς να κατοικήσεις και ναό άγιο για τη Θεότητά Σου, δηλαδή για Εκείνον που κρατά τα σκήπτρα της Βασιλείας σου… το ένδοξο σκήνωμα της αιώνιας Ύπαρξης Σου… τον Ιησού Χριστό…
Εδώ βλέπουμε να διαχωρίζεται η Θεία φύση από την ανθρώπινη. Ο Ιησούς Χριστός είναι ένας άνθρωπος που είναι απλώς «το ένδοξο σκήνωμα της Θεότητος». Πρόκειται για τη νεστοριανική πλάνη.
2) Δεν διστάζουμε να αποκαλούμε την ανθρώπινη φύση του Κυρίου μας -και είναι όντως αληθινός άνθρωπος – «Θεό» και «Δημιουργό» και «Κύριο»… Είπε ακόμα και στους Αγγέλους να τον λατρεύουν… Παραχώρησε σ’ Αυτόν να λατρεύεται αδιάκριτα μαζί με Εκείνον, με μια ενιαία πράξη λατρείας για τον Άνθρωπο που έγινε Κύριος και για τη Θεότητα εξίσου…
Κι εδώ βλέπουμε δύο χωριστά πρόσωπα «Εκείνον» και «Αυτόν» τον «Άνθρωπο» με κεφαλαίο Α και την «Θεότητα», στους οποίους απονέμεται η ίδια τιμή!! Για το λόγο αυτό ο ιερός Δαμασκηνός αποκαλούσε τον Νεστόριο «ολεθριώτατο ανθρωπολάτρη», αφού θεωρώντας το Χριστό άνθρωπο, έστω και με κεφαλαίο Α, τον λατρεύει ως Θεό.
Αλλά η πλάνη αυτή είχε ξεκινήσει από τον διδάσκαλο του Νεστορίου τον Θεόδωρο επίσκοπο Μοψουεστίας (392-428) και από τον Διόδωρο Ταρσού διδάσκαλο του Θεοδώρου. Ο Θεόδωρος ομιλεί για «συνάφειαν» δηλαδή «ένωσιν δύο εντελώς χωριστών όντων κατά επαφήν». Πίστευε επίσης ότι «προ της Αναστάσεως ο Χριστός ηδύνατο να αμαρτήση· και να αιχμαλωτισθή από ρυπαρούς λογισμούς». Για τις πλάνες του μετά θάνατον καταδικάσθηκε από την Ε´ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ. Χ). Διαβάζουμε στα Πρακτικά της: «Όταν λοιπόν εφέραμεν εις το μέσον τας κατεσπαρμένας εις τα βιβλία του [του Θεοδώρου] βλασφημίας, εθαυμάσαμεν εις αυτάς την μακροθυμίαν του Θεού πως δεν εκάη αυτοστιγμεί από το θείο πυρ η γλώσσα του και ο νους του που εξήμεσαν τέτοια πράγματα… Ούτε οι δαίμονες δεν ετόλμησαν να είπουν ποτέ τοιαύτα πράγματα εναντίον Σου!».
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γράφει για το Θεόδωρο και το Διόδωρο σε επιστολή του προς τον βασιλέα Θεοδόσιο: «Υπήρξε ένας Θεόδωρος και προ αυτού ένας Διόδωρος… Αυτοί υπήρξαν οι πατέρες της ασεβείας του Νεστορίου. Καθ’ όσον εις τα βιβλία που συνέθεσαν βλασφημούν υπέρογκα κατά του πάντων ημών Σωτήρος Χριστού».
Και όμως αυτοί οι αιρεσιάρχες στα κείμενα του ψευδο-Ισαάκ αναφέρονται ως οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι. «Όποιος θέλει μπορεί να στραφεί στα γραπτά του Ευλογημένου Ερμηνευτή» γράφει περί του Θεοδώρου Μοψουεστίας ο ψευδο-Ισαάκ «σε έναν άνθρωπο…» που «του παραδόθηκαν με εμπιστοσύνη τα κρυμμένα μυστήρια της Αγίας Γραφής… Τον δεχόμαστε μάλλον σαν έναν από τους αποστόλους, και όποιος αντιτάσσεται στους λόγους του… τον θεωρούμε ξένο προς την κοινότητα της Εκκλησίας». Το Διόδωρο Ταρσού αποκαλεί «μεγάλο διδάσκαλο της Εκκλησίας» και «ιερό Διόδωρο» ενώ και οι δύο Θεόδωρος και Διόδωρος αποκαλούνται στύλοι της Εκκλησίας.


γ) Διότι στα ψευδοϊσάακεια συγγράμματα διακηρύσσεται η ωριγενική κακοδοξία περί αποκαταστάσεως των πάντων.
Ο ψευδο-Ισαάκ δέχεται την ωριγενιστική πλάνη της αποκαταστάσεως των πάντων. Ο Ωριγένης πίστευε, αντίθετα από τους φοβερούς λόγους του Κυρίου περί αιωνίου Ζωής και αιωνίου κολάσεως, ότι κάποια στιγμή η κόλαση θα λάβει τέλος και όλοι θα μπούνε στον Παράδεισο! Ο ψευδο-Ισαάκ παραπέμπει στους αιρετικούς Θεόδωρο και Διόδωρο που δέχονταν αυτές τις ιδέες για να θεμελιώσει την κακοδοξία περί του τέλους της Γεέννης. Παραπέμπει στο Θεόδωρο που γράφει:
«… Ποτέ δεν θα έλεγε ο Χριστός… «δαρήσεται πολλάς» και «δαρήσεται ολίγας», αν οι ποινές που αναλογούν στις αμαρτίες μας δεν ήταν να λάβουν κάποτε τέλος».
Παραπέμπει και στον Διόδωρο που λέει:
«οι ραβδισμοί που περιμένουν τους κακούς δεν είναι αιώνιοι… μπορεί να βασανίζονται όπως τους αξίζει για ένα σύντομο μόνο διάστημα… όμως κατόπιν τους περιμένει η ευτυχία της αθανασίας που είναι παντοτινή».
Με βάση αυτές τις αιρετικές διδασκαλίες ο ψευδο-Ισαάκ κάμει ένα άλμα βαθύτερο στην πλάνη γράφοντας:
«Είναι ξεκάθαρο πως ο Θεός δεν εγκαταλείπει τους πεπτωκότες, και πως δεν θα αφήσει τους δαίμονες να παραμείνουν στην δαιμονική τους κατάσταση, ούτε τους αμαρτωλούς στις αμαρτίες τους. Αντιθέτως θα τους οδηγήσει σ’ αυτή την κατάσταση της τέλειας αγάπης και της απάθειας του νού, την οποία κατέχουν ήδη οι άγιοι άγγελοι… Ίσως να φθάσουν σε μια τελειότητα ακόμη μεγαλύτερη και από αυτήν της παρούσας ύπαρξης των αγγέλων»!!!
Φοβερές βλασφημίες αυτού του ψευδοαγίου! Οι δαίμονες να γίνουν ανώτεροι από τους αγγέλους! Ο ψευδο-Ισαάκ βάλθηκε να πραγματοποιήσει τα αρχέγονα σχέδια του Εωσφόρου βάζοντας τον πάνω από όλους.
V) Η κακίστη παρέμβαση του επισκόπου Καλλίστου Ware.
Στα 1998 ο επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware έγραψε ένα άρθρο στο περιοδικό Theology Digest (1998) με τίτλο: «Τολμάμε να ελπίζουμε για τη σωτηρία όλων;» Και καταλήγει γράφοντας ότι «η πίστη μας στην αγάπη του Θεού μας κάνει να ελπίζουμε ότι όλοι θα σωθούν».
Με το άρθρο αυτό τίθενται υπό συζήτηση οι βάσεις της Ορθοδόξου Εσχατολογίας, στην πραγματικότητα τα ίδια τα λόγια του Κυρίου. Διερωτάται ο επίσκοπος Κάλλιστος αν θα υπάρξει αιωνία κόλαση. Βάζει τον αναγνώστη μπροστά στο φιλοσοφικό δίλημμα: έσχατος δυαλισμός η έσχατη αποκατάσταση και συμφιλίωση. Ιδού το σκεπτικό του:
«Αν ξεκινούμε τονίζοντας ότι ο Θεός δημιούργησε έναν κόσμο «καλόν λίαν» και εάν έπειτα υποστηρίζουμε ότι ένα σημαντικό μέρος της λογικής Του δημιουργίας θα καταλήξει σε ανυπόφορη οδύνη, χωρισμένο από Αυτόν αιώνια, αυτό ασφαλώς υποδηλώνει ότι ο Θεός έχει αποτύχει στο δημιουργικό Του έργο και έχει ηττηθεί από τις δυνάμεις του κακού. Είμαστε ήσυχοι και ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο συμπέρασμα; Η τολμούμε, έστω και με κάποιο δισταγμό, πέρα από αυτή τη δυαδικότητα, να βλέπoυμε προς μία έσχατη αποκατάσταση της ενότητος όπου «όλα θα είναι καλά;» (all shall be well)». Αναζητεί λοιπόν ο επίσκοπος Κάλλιστος ένα… happy end για το μέλλον του κόσμου. Όμως αυτό βρίσκεται σε αντίθεση με την εν ελευθερία αγάπη του φιλανθρώπου Δεσπότου προς τα πλάσματά Του.
Ο επίσκοπος χρησιμοποιεί γνωστά χωρία όπου γίνεται λόγος για «κόλασιν αιώνιον», για το «πυρ το αιώνιον», «τον ακοίμητο σκώληκα», και «το χάσμα το μέγα» τα οποία, όπως γράφει, «αποδίδονται ευθέως στον Ιησού»! Αφήνει να εννοηθεί ότι όλα αυτά είναι μεταφορές και σύμβολα ενώ το επίθετο αιώνιος μπορεί να έχει σχέση μόνο με τον παρόντα αιώνα όχι με τον μέλλοντα… Βάζει λοιπόν το δηλητήριο της αμφιβολίας για το νόημα των φοβερών λόγων του Κυρίου και στη συνέχεια αντιπαραβάλλει τα χωρία αυτά με μια άλλη σειρά χωρίων από τις Επιστολές του Απ. Παύλου, τα οποία ερμηνεύει όπως ο Ωριγένης. Για τον Ωριγένη γράφει: «Το λάθος του Ωριγένους ήταν ότι προσπάθησε να πει πάρα πολλά.   Α υ τ ό    ε ί ν α ι   έ ν α   σ φ α λ μ α   π ο ύ   θ α υ μ α ζ ω   μ α λ λ ο ν   π α ρ α  α π ο σ τ ρ έ φ ο μ α ι, (δική μας η αραίωση) αλλά οπωσδήποτε ήταν λάθος». Στα πλαίσια του θαυμασμού του για τον Ωριγένη ο ΚάλλιστοςWare και για να τον υπερασπιστεί φθάνει στο σημείο να αμφισβητεί το οικουμενικό κύρος της καταδίκης του Ωριγένους από την Ε΄ Οικουμ. Σύνοδο.
Για να στηρίξει τη κακοδοξία του περί αποκαταστάσεως των πάντων ο επίσκοπος Κάλλιστος παρουσιάζει τον Αββά Ισαάκ ως ανήκοντα στην «Εκκλησία της Ανατολής» δηλαδή ως νεστοριανό και αποδέχεται ως γνήσια τα κακόδοξα ψευδοϊσαάκεια έργα. Γράφει ότι ο Αββάς Ισαάκ δεν είχε σχέση υπακοής με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα και ως εκ τούτου ούτε αναγνώριζε την Ε΄ Οικ. Σύνοδο ούτε ελάμβανε υπ όψιν του τα αναθέματα που εκείνη είχε υιοθετήσει κατά του Ωριγένους. Ιδού λοιπόν ο Αββάς Ισαάκ νεστοριανός και ωριγενιστής και παρά ταύτα Άγιος! Παραδοξότητες αν μη τι άλλο!
Γράφει ακόμη ο επίσκοπος Κάλλιστος ότι ο «Ισαάκ… με περισσότερο πάθος από τον Ωριγένη απορρίπτει οποιοδήποτε υπαινιγμό ότι ο Θεός είναι μνησίκακος και εκδικητικός… και όταν τιμωρεί… ο σκοπός είναι αναμορφωτικός και θεραπευτικός». Ισχυρίζεται τέλος ότι για τον Άγιο Ισαάκ -στην ουσία για τον ψευδο-Ισαάκ- «η Γέεννα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τόπος εξαγνισμού και καθάρσεως, που βοηθεί στο να έλθει εις πέρας το σχέδιο του Θεού ο οποίος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Με τον τρόπο αυτό ο Αββάς μας, αδίκως επωμιζόμενος τις κακοδοξίες του ψευδο-Ισαάκ, κατατάσσεται στους οπαδούς της θεωρίας του καθαρτηρίου πυρός. Και βέβαια πλαγίως αλλά σαφώς τη θεωρία αυτή ασπάζεται και ο ίδιος ο επίσκοπος Κάλλιστος ο οποίος δεν παραλείπει να παρατηρήσει ότι «οι ρωμαιοκαθολικές και Ορθόδοξες απόψεις περί <μέσης καταστάσεως> [των ψυχών] μετά θάνατον, δεν βρίσκονται σε τόσο οξεία αντίθεση μεταξύ τους, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως»! Λοιπόν φαίνεται ότι ο επίσκοπος αυτός νομίζει ότι κατάλαβε καλύτερα από τους Αγίους Πατέρες τι σημαίνει Καθαρτήριο και πόσο ασήμαντη είναι αυτή η πλάνη του Παπισμού! Να ένα ακόμη οικουμενιστικό προγεφύρωμα προς την κατεύθυνση των παπικών, όπου κλήθηκε να παίξει το ρόλο του και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Δυστυχώς για τους ένθερμους, όψιμους οπαδούς του Ωριγενισμού, ο Άγιος Ισαάκ αρνείται να παίζει ρόλους και η γνησία διδασκαλία του διαψεύδει τις φρούδες ελπίδες τους.


VI) Ο Αββάς Ισαάκ περί της αιωνίου Ζωής και της αιωνίου κολάσεως
Όλες οι προαναφερθείσες κακοδοξίες των ψευδοϊσαακείων συγγραμμάτων δεν έχουν καμμία σχέση με τον Αββά Ισαάκ, και την κατά πάντα ορθόδοξη διδασκαλία του.
α) Όσον αφορά στις νεστοριανές κακοδοξίες, παρά τις… φιλότιμες προσπάθειες του Αλφέγιεφ και των συν αυτώ, δεν μπορούν να αποδείξουν ότι τέτοιες πλάνες υπάρχουν στα γνήσια έργα του Αγίου.
β) Όσον αφορά την αποκατάσταση των πάντων πρέπει να ειπωθούν τα εξής:
Ο αββάς Ισαάκ εκφράζει την καθ ομοίωσιν Θεού αγάπη του προς κάθε πλάσμα ακόμα και προς τους δαίμονες:
Ηρωτήθη πάλιν… Και τι έστι καρδία ελεήμων; και είπε· καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδράς ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι η ακούσαι η ιδείν βλάβην τινά η λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Και δια τούτο και υπέρ των αλόγων, και υπέρ των εχθρών της αληθείας, και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα ευχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς, και ιλασθήναι αυτοίς ομοίως και υπέρ της φύσεως των ερπετών εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινουμένης εν τη καρδία αυτού αμέτρως καθ’ ομοιότητα Θεού».
Αυτή όμως η αγάπη δεν ακυρώνει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου την οποία διατρανώνει ο Αββάς μας:
Και διεχώρισε [ο Θεός] τα όρια των διαφορών των κατασκηνωμάτων αυτών ειπών˙ ότι  α π ε λ ε ύ σ ο ν τ α ι   ο ύ τ ο ι  ε ι ς  κ ό λ α σ ι ν  α ι ω ν ι ο ν,  δ η λ ο ν ό τ ι  ο ι  α μ α ρ τ ω λ ο ί ˙  ο ι  δ έ  δ ί κ α ι ο ι,  ε ι ς  ζ ω η ν  α ι ω ν ι ο ν  ε κ λ α μ ψ ο υ σ ι ν  ω ς  ο  Η λ ι ο ς. Και πάλιν˙ ήξουσιν από ανατολών και δυσμών και ανακλιθήσονται εν τοις κόλποις Αβραάμ εν τη βασιλεία των ουρανών, οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον˙ όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Όπερ εστί παντός πυρός φοβερώτατον».
Ο ψευδο-Ισαάκ όντας ένας αφώτιστος νεστοριανός για να δικαιολογήσει την πλάνη περί αποκαταστάσεως των πάντων ομιλεί για την αγάπη του Θεού και ρωτά:
«Ποιος μπορεί να πει η να φανταστεί πως η αγάπη του Κτίστου δεν είναι ανώτερη της Γεέννης;»
Ο γλυκύτατος αββάς μας του απαντά:
«Άτοπον εστι λογίζεσθαι τινα, ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού», δηλαδή είναι παράλογο να σκεφτεί κάποιος ότι οι αμαρτωλοί στην κόλαση στερούνται την αγάπη του Θεού.
Η αγάπη του Θεού δεν απουσιάζει ούτε από την κόλαση γιατί ως άκτιστη ενέργεια προσφέρεται σε όλους, η δε κόλαση δεν είναι τίποτε άλλο από την διαρκή άρνηση της προσφερομένης αγάπης. Αυτή η αγάπη για μεν τους πιστούς γίνεται φως, για δε τους κολασμένους πυρ. Ιδού πως τα γράφει αυτά ο ευλογημένος Όσιος Ισαάκ:
Εγώ δε λέγω, ότι εν τη γεέννη κολαζόμενοι, τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται. Και τι πικρόν και σφοδρόν το της αγάπης κολαστήριον; Τουτέστιν εκείνοι οίτινες ησθήθησαν, ότι εις την αγάπην έπταισαν μείζονα την κόλασιν έχουσι πάσης φοβουμένης κολάσεως. Η γαρ λύπη η βάλλουσα εν τη καρδία εκ της εις την αγάπην αμαρτίας, οξυτέρα εστίν πάσης κολάσεως γινομένης. Άτοπον εστι λογίζεσθαι τινα, ότι οι αμαρτωλοί εν τη γεέννη στερούνται της αγάπης του Θεού. Η αγάπη έκγονόν εστί της γνώσεως της αληθείας, ήτις ομολογουμένως κοινώς πάσι δίδοται. Ενεργεί δε η αγάπη εν τη δυνάμει αυτής κατά διπλούν τρόπον· τους μεν αμαρτωλούς κολάζουσα, ως και ενταύθα συμβαίνει προς φίλον από φίλου· τους δε τετηρηκότας τα δέοντα, ευφραίνουσα εν αυτή. Και αύτη εστί κατάγε τον εμόν λόγον η εν τη γεέννη κόλασις, η μεταμέλεια».
Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι η κόλαση δεν είναι τιμωρία εκ μέρους του Θεού, αλλά συνέπεια των επιλογών του ανθρώπου. Και αυτό σεβόμενος ο Θεός δεν κάμει βίαιη ανατροπή, όπως ισχυρίζονται οι ωριγενιστές, μαζί τους και ο ψευδο-Ισαάκ, καταργώντας την ελευθερία του ανθρώπου.


VI) Η σκοπιμότητα του βιβλίου του επισκόπου Ιλαρίωνος Αλφέγιεφ.
Πάντως ο επίσκοπος Αλφέγιεφ, ο συγγραφέας του βιβλίου «Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Ο πνευματικός του κόσμος» δεν νοιώθει την ανάγκη να δικαιολογήσει τον ψευδοάγιο για τις πλάνες του. Τον ταυτίζει με τον Άγιο Ισαάκ και πιστεύει ότι ο Άγιος έχει τέτοιες κακόδοξες απόψεις επειδή ανήκε δήθεν στη νεστοριανή  «εκκλησία της Ανατολής». Αυτή η «εκκλησία», κατά τον Αλφέγιεφ, στην ουσία της δεν είναι νεστοριανή αν και «συνέχισε να μνημονεύει τον Θεόδωρο και τον Διόδωρο και μετά τον αναθεματισμό τους από το Βυζάντιο (sic)· αν «και συμπεριέλαβε το όνομα του Νεστορίου στα δίπτυχα…»· αν και ακολουθούσε τη θεολογική και χριστολογική σκέψη που βρισκόταν πιο κοντά σε αυτήν του Νεστορίου». Μιλάμε πλέον για θεολογικές φαιδρότητες που δεν χρήζουν σχολίων!
Αλλά ούτε με την Εκκλησία των Ιακωβιτών έχει πρόβλημα ο συγγραφέας η οποία «αποκαλείται επίσης «μονοφυσιτική» από τους θεολογικούς αντιπάλους της», όπως εξ άλλου και η εκκλησία της Ανατολής είναι <νεστοριανή> όπως ισχυρίζονταν οι εχθροί της»!!! Όλες αυτές είναι… εκκλησίες! Η διαφορά είναι ότι στη μια περίπτωση έχουμε την «ελληνόφωνη βυζαντινή παράδοση», ενώ στην άλλη την «ανατολικοσυριακή παράδοση» και «δυτικοσυριακή παράδοση».
Έτσι ο επίσκοπος Αλφέγιεφ:
 δημιουργεί μια σύγχυση και ενσπείρει αμφιβολίες περί της Μοναδικότητος και της Αληθείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
 Εμβάλλει αμφιβολίες περί της Αληθείας που εκφράζεται δια των Οικουμενικών Συνόδων.
 Βάζει, ως μη όφειλε, στο στόμα του Αγίου βλάσφημες κακοδοξίες και κλονίζει την εμπιστοσύνη των πιστών στη διδασκαλία και την αγιότητά του
 και τέλος κατατάσσοντας τον Άγιο Ισαάκ στους νεστοριανούς, τον αδικεί, ακυρώνει την ορθοδοξία του και αλλάζει την βασική πίστη της Εκκλησίας ότι Άγιος είναι  μ ό ν ο  ο θεωθείς και ότι θεούται μόνο όποιος είναι σε κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τελικός σκοπός του βιβλίου είναι να προωθήσει την οικουμενιστική προοπτική αφού όπως λέγει «ο λόγος του αγίου Ισαάκ… διέσχισε τους ομολογιακούς φραγμούς» και «τα γραπτά του συνεχίζουν να τραβούν την προσοχή των χριστιανών που ανήκουν σε διάφορες παραδόσεις, αλλά μοιράζονται την κοινή πίστη στο Χριστό, που μετέχουν στην αναζήτηση της σωτηρίας».
Αυτό βέβαια είναι η μισή αλήθεια. Όντως αναζητούν τη σωτηρία οι ετερόδοξοι, αλλά δεν μοιράζονται τη σωτήριο πίστη του Αγίου Ισαάκ και της Ορθοδόξου Εκκλησίας που ανήκει.
Γι’ αυτό διερωτώμεθα:
 Πως τολμούν κάποιοι κατ όνομα ορθόδοξοι να ασεβούν στον κατά τους Αγίους Πατέρας «θεοφόρο φιλόσοφο» Αββά Ισαάκ, να αμαυρώνουν το σεπτό του πρόσωπο, να δυσφημούν την αγιότητα και να νοθεύουν τις θεόπνευστες συγγραφές του;
 Αφού δεν είμαστε άξιοι τον ιμάντα των υποδημάτων του να λύσουμε, ως άγευστοι των ουρανίων εμπειριών του, γιατί δεν απτόμεθα του κρασπέδου των ιματίων του για να τον έχουμε προς τον Χριστό θερμότατον πρέσβυ;
 Και εάν δεν έχουμε τη διάθεση ούτε αυτό να κάνουμε, γιατί βάζουμε σκάνδαλα στην ωφέλεια των Ορθοδόξων και προσκόμματα στη μεταστροφή των ετεροδόξων που θέλγονται από τη διδασκαλία του και ζητούν να εισέλθουν στην Μία, Αγία, Καθολική, Ορθόδοξη Εκκλησία;
Δεν θα έπρεπε ο τόσο και πανταχού αγαπώμενος Άγιος Ισαάκ να παραμένει ένας δείκτης προς την ορθοδοξία, ένα κλειδί για να ανοίξουν οι καρδιές των μαραζωμένων από την αίρεση πλανεμένων στη Δύση αδελφών μας; μια κλήση στο ορθόδοξο βάπτισμα που είναι η απαρχή της σωτηρίας και στην κατά Χριστόν ορθόδοξη άσκηση; Γράφει ο Αββάς Ισαάκ:
«Ιδού γαρ το βάπτισμα δωρεάν συγχωρεί, και ου ζητεί όλως τι, αλλ’ η πίστιν. εν τη μετανοία δε των αμαρτιών τη μετά το βάπτισμα, ου δωρεάν, αλλά ζητεί κόπους και θλίψεις, και λύπας της κατανύξεως, και δάκρυα και κλαυθμόν καιρού πολλού και ούτω συγχωρεί…»
Δεν θα έπρεπε τέλος ο άγιος να αποτελεί μια ζώσα υπόδειξη ότι χωρίς την ορθόδοξη πίστη και το βάπτισμα δεν μπορεί κανείς όχι μόνο να γευθεί κάτι τι από την γλυκυτάτη διδασκαλία του αγίου, αλλά ούτε να τον κατανοήσει ορθά;


VII) Ο Άγιος Παΐσιος και η αδικία στο πρόσωπο του Αγίου
Γράφεται στο βίο του Γέροντος Παϊσίου ότι ο Γέροντας άκουσε κάποτε αυτές τις συκοφαντίες περί νεστοριανισμού του Αγίου Ισαάκ. Λυπημένος πολύ και προσευχόμενος έλαβε άνωθεν πληροφορία περί της ορθοδοξίας του Αγίου. Μετά απ’ αυτό στο μηναίο του Ιανουαρίου στις 28, που εορτάζεται ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος πρόσθεσε τα εξής: «…και Ισαάκ του μεγάλου ησυχαστού και πολύ αδικημένου».
Πάντως η αδικία που γίνεται στον Άγιο Ισαάκ με το βιβλίο του Αλφέγιεφ και άλλα παρεμφερή βιβλία και δημοσιεύματα, στην ουσία είναι αδικία που γίνεται τόσο σε κάποιους ορθοδόξους που βλέπουν τον Άγιο με καχυποψία και στερούνται έτσι την ωφέλεια από την αυθεντική του διδασκαλία και τις πρεσβείες του, όσο και στους ετεροδόξους που τον βλέπουν σαν ένα σοφό χριστιανό διδάσκαλο, με πολύ καλές συμβουλές και όχι ως τον θαυμαστό ορθόδοξο, εκκλησιαστικό διδάσκαλο της εν Χριστώ ζωής. Ειδεμή όσον αφορά… στον ίδιο τον Άγιο… αυτός δεν στερείται καθόλου την άκτιστη δόξα με την οποία τον περιβάλλει ο Κύριος στη βασιλεία Του.


Εμπιστοσύνη στην ιερά Παράδοση
Μετά από όσα ελέχθησαν γίνεται φρονούμε σαφές ότι πρέπει πάντοτε να εμπιστευόμεθα την εμπειρία της Εκκλησίας, που παραλαμβάνει εκ των Αγίων Πατέρων και παραδίδει τον Βίο και τα κείμενα των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων. Εν προκειμένω η Εκκλησία μας παραδίδει τα θεοφώτιστα έργα του Αββά Ισαάκ στην ελληνική τους μετάφραση, κείμενα ορθοδοξότατα, έμπλεα χάριτος και παραμυθίας. Αν δεν εμπιστευθούμε την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας πάντα θα τελούμε εν συγχύσει και θα είμαστε ως «νήπιοι κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί ανέμω της διδασκαλίας» (Εφ. 4, 14) των αθέων και ορθολογιστών φράγκων θεολόγων, οι οποίοι άμοιροι της θείας χάριτος διψούν και ερευνούν χωρίς αποτέλεσμα. 

πηγή