Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Το… “φθινοπωρινό πουλάκι” που αγίασε! (από τα παιδικά χρόνια του Γ. Ιακώβου Τσαλίκη)


Ήταν κάποτε παιδιά. Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης


Οι Άγιοί μας, καθώς και οι μεγάλοι γέροντες και ασκητές μας, ήταν κι αυτοί κάποτε παιδιά!
Ας διαβάσουμε, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα, μια θαυμαστή ιστορία από τα παιδικά χρόνια του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, όπως καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδία- Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης»
….Φθινοπωρινό πουλάκι τον έλεγε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, τον Ιάκωβο. Έτσι αδύνατος κι ασθενικός που ήταν, έμοιαζε περισσότερο μ’ εκείνα τα φθινοπωρινά πουλάκια που, σαν τα βλέπεις, αναρωτιέσαι πώς θ’ αντέξουνε τα πρωτοβρόχια, πώς θα πετάξουν κόντρα στους πρώτους παγωμένους αγέρηδες, πώς θα σκίσουν με τα φτερά τους εκείνους τους γκρίζους ουρανούς.
Και ήθελε η κυρά-Δωρούλα γερό και δυνατό τον μικρό Ιάκωβο για τα πρώτα του πεταρίσματα στη ζωή. Την ίδια όμως έγνοια είχε και για τις πνευματικές του πτήσεις. Πιο πολύ γι’ αυτά τα φτερουγίσματα ήθελε ο Ιάκωβος να κάμει γερά φτερά.
Και τώρα, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και δειλά ν’ ανοίγει τις φτερούγες του σαν νιόβγαλτο πουλάκι να πετάξει στους δρόμους της γης και τ’ ουρανού, χτύπαγε πιότερο με λαχτάρα η καρδιά της.
Το πρώτο της ζωής του το φτερούγισμα ο Ιάκωβος το έκανε στα εφτά του χρόνια. Κι έφτασε τούτο το πετάρισμα ως του σχολειού τα σκαλοπάτια. Ένα σχολειό ασυνήθιστο που είχε στηθεί για χάρη των παιδιών μέσα στο μικρό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και σχολειό κανονικό στο χωριό τους δεν είχε ακόμη γίνει. Εκεί μάζευε ο δάσκαλος τα παιδιά και τους έκανε το μάθημα. Το χειμώνα μέσα. καθισμένοι στα στασίδια της εκκλησιάς, αντάμα μ’ Αγίους κι Αγγέλους να μαθαίνουνε γραφή κι ανάγνωση. Και σαν έμπαινε η άνοιξη, βγαίνανε έξω, στα πεζούλια της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνόφυτα πεύκα που κρύβανε περίτεχνα το μικρό ξωκλήσι του λόφου.
Μεγάλη αγάπη είχε ο Ιάκωβος στο σχολειό του. Μεγάλη όμως αγάπη είχε και στο μικρό εκκλησάκι. Κι έλαχε και σμί­ξανε τούτες οι δυο αγάπες του και γίνηκαν ένα. Με χαρά, πετώντας, πήγαινε το πρωί στο ξωκλήσι για να μάθει γράμματα και το απόγευμα για ν’ ανάψει τα καντηλάκια και να προσευχηθεί.
Έφτιαχνε και τα στασίδια, καθάριζε, όπου τύχαινε να πέσουν, και τις σταλαματιές των κεριών από τις πλάκες, μάζευε και τα μαραμένα αγριολούλουδα, που φέρνανε τα παιδιά, από την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, κάνοντας έτσι τόπο την άλλη μέρα να χωρέσουν τα καινούργια.
Και σαν τέλειωνε απ’ όλα ετούτα, στεκόταν μπρος στην Αγία κι έκανε μετάνοιες, όπως είχε δει κρυφά τη μάνα του να κάνει τα βράδια την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμόνταν. Ήξερε και κάποιες μικρές προσευχές που ντροπαλά σιγοψιθύριζε. Τις πιο πολλές όμως τις έφτιαχνε μόνος, με το νου του. Κι έβανε εκεί μέσα την ψυχή του.
Όλα ετούτα, τους κόπους και τις προσευχές του, τα έβλεπε η Αγία Παρασκευή κι έπαιρνε χαρά μεγάλη. Μήπως νοιαζόταν εκείνη να ζητήσει για προσευχές του νόμου τα γραμμένα από ένα τόσο δα ψιχαλάκι που ήτανε ο μικρός Ιάκωβος; Μήτε ψαλμούς και κοντάκια ήθελε, μήτε χαιρετισμούς και μεγαλυνάρια, μήτε τροπάρια, αίνους κι εξαποστειλάρια. Μια στρωτή μετάνοια στηριγμένη πάνω στα παιδικά τα δάχτυλα και έσβηνε μεμιάς των σοφών κοντυλάδων τα προσευχητάρια. Ένας ήχος, ένα ψέλλισμα στης Παναγιάς τ’ όνομα απ’ τα τρυφερά τα χείλη κι έφτανε για να σιγάσουν φωνές ψαλτάδων γλυκόλαλες.
Γι’ αυτό πήρε και τα θάρρητα η Αγία κι άρχισε σιγά-σιγά να του φανερώνεται. Τη μιαν εκεί, στης εκκλησιάς την πόρτα, την άλλη μέσα στο Ιερό, την τρίτη έξω στον περίβολο να σεργιανίζει, να πλένει τα καντήλια της, να τακτοποιεί τα πεζούλια.
Και ο Ιάκωβος, όταν την πρωτοαντίκρισε, λογάριασε πως ήτανε τόσο φυσικό ετούτο που γινόταν!
– Μια νοικοκυρά που νοικοκυρεύει το σπίτι της, σκεφτότανε. Όπως ακριβώς έκανε και η μάνα του που, σαν ερχόταν το δειλινό, συγύριζε κι έπλενε τα πιάτα του σπιτιού, μη και μείνουν για την άλλη μέρα άπλυτα.
Έτσι τ’ ουρανού και της γης τα πράματα είχανε γίνει ένα για τον μικρό Ιάκωβο. Και λέξη σε κανέναν δεν είχε φανερώσει το παιδί απ’ όλα ετούτα, ώσπου μια μέρα τον έκαμε η ανάγκη στη μάνα του όλα να τα πει…
– Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; τον ρώτησε η μάνα του κι απλώνοντας το χέρι πιάστηκε από την κουπαστή της σκάλας μη διπλωθεί και πέσει στα σκαλιά.
– Την είδα στο ξωκλήσι της απέξω, είπε το παιδί λαχανιασμένο απ’ την τρεχάλα.
– Πώς την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Ρώτησε η μάνα βάζοντας γλύκα και μέλι στη φωνή μη και τρομάξει το παιδί απ’ τα ξαφνιάσματά της.
– Να, αποκρίθηκε εκείνο σιγανά, καθώς πλησίαζα στο εκκλησάκι, την είδα να στέκει εκεί, μπρος του. Η Αγία ήταν σαν μοναχή. Όταν με είδε. μου λέει…
«Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!». Εγώ όμως φοβήθηκα να πλησιάσω.
– «Φοβούμαι να έρθω κοντά σου», της είπα, «πες μου από δω που στέκομαι τι θέλεις να μου πεις!».
– Τότε τι έγινε; τον ρώτησε η μάνα.
– Τότε μου λέει η Αγία… «- Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσον καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα  καντήλια μου. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα! Τι χάρισμα να σου δώσω!».
– Κι εσύ τι της είπες; τον ρώτησε η μάνα του και κατεβαίνοντας αργά τη σκάλα του σπιτιού ήλθε και στάθηκε κοντά του, εκεί στη μέση της αυλής.
– Εγώ…! Δεν ήξερα τι να ζητήσω, είπε ντροπαλά το παιδί, «Να ρωτήσω τη μητέρα μου και θα σου πω!», αυτό της είπα μόνο.
Η κυρά Δωρούλα χαμογέλασε.
– Άκουσε, Ιακωβάκι μου, του είπε. Να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει. Κατάλαβες; Την τύχη σου, του είπε. και χάθηκε με τούτη την κουβέντα σαν σκιά μέσα στο σπίτι.
Ό,τι του είπε η μάνα του, εκείνο ζήτησε και ο Ιάκωβος την άλλη μέρα το απόγευμα, όταν πήγε και πάλι τρέχοντας στο ξωκλήσι. Και η Αγία του μίλησε εκείνο το δείλι για την τύχη του.
Με όλα ετούτα που έβλεπε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, χαι­ρότανε. Κι ο παπα-Θοδόσης, ο παπάς του χωριού, έβλεπε πως τούτο το παιδί δεν ήταν σαν όλα τ’ άλλα. Το έβλεπαν ακόμη και οι χωριανοί κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε με σέβας «παπα-Ιάκωβο». Και δεν το λέγανε για χωρατό, μα το πιστεύανε στ’ αλήθεια πως ο Ιάκωβος μπορεί να πατούσε στη γη,  μα βρισκό­τανε στον ουρανό.
Ο παπα-Θοδόσης ερχότανε στη Φαράκλα κάθε δυο εβδομάδες για να λειτουργήσει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό έστεκε στο πόδι του ο μικρός παπα-Ιάκωβος για ό,τι έκτακτο και βιαστικό τύχαινε κι ας ήτανε μόνο εννιά χρονών παιδί.
Αυτόν φωνάζανε οι χωριανοί, όταν αρρωσταίνανε τα ζωντανά να τους διαβάσει μιαν ευχή για να γίνουν καλά. Αυτόν φανίζανε σαν αρρωσταίνανε και οι ίδιοι για να τους σταυρώσει και να γιάνουν. Τον παπα-Ιάκωβο παίρνανε να τους ρίξει αγιασμό στα θεμέλια του καινούργιου τους σπιτιού, να ραντίσει μ’ αγιονέρι τ’ αμπέλια, σαν τα  ’πιανε φυλλοξέρα, να προσευχηθεί να φύγει η ακρίδα απ’ τα σπαρτά.
Ακόμη κι ο παπα-Θοδόσης τον Ιάκωβο κάλεσε για να διαβάσει μιαν ευχούλα, όταν η παπαδιά δεν μπορούσε να γεννήσει τον Βαγγελάκη και κοιλοπονούσε μια βδομάδα.
Τον Ιάκωβο πήγανε κι εκείνη τη μέρα οι μανάδες στο σπίτι του να βρούνε, να πέσουν στα πόδια του, να τον παρακαλέσουν …
– Την ευχή μου να ’χεις παιδάκι μου, Ιάκωβε, και το κακό το περιμέναμε τώρα που είναι άνοιξη, είπε η μάνα του Δημητρού.
– Όπως έρχονται τα χελιδόνια έρχονται κι αυτές οι παιδικές αρρώστιες, είπε με κομμένη την ανάσα η μάνα του Γρηγόρη.
– Και τι έχουν τα παιδιά; ρώτησε ο Ιάκωβος.
– Μαγουλάδες να σε χαρώ, είπε η κυρα-Ζωή.
– Και πρηστήκανε τα μάγουλα τους. συμπλήρωσε η κυρα-Ευτέρπη.
– Ο δικός μου ο Θανάσης απόψε κόντεψε να σκάσει από τον πυρετό, είπε η κυρα-Ματούλα.
– Εάν με αφήσει η μάνα μου, εγώ ευχαρίστως να πάω στη Λίμνη, να φωνάξω το γιατρό, είπε πρόθυμα, συμπονώντας την έγνοια τους ο Ιάκωβος.
– Ποιος γιατρός, μάτια μου; φωνάξανε ταραγμένες μ’ ένα στόμα εκείνες.
– Τέτοια ώρα τέτοια λόγια θα λέμε, Ιάκωβε; Εδώ χάνουμε τα παιδιά μας, είπε η κυρα-Ζωή.
– Για φαντάσου να περίμενε κι ο αδερφός σου το γιατρό από τη Λίμνη, όταν τον δάγκωσε στο χέρι εκείνο το καταραμένο το φίδι στο χωράφι σας, είπε η κυρα-Ματούλα. Μαύρα θα είχε φορεθεί η μάνα σου.
– Βρε γυιε μου, μαύρα θέλεις να φορέσουμε κι εμείς; είπε με πόνο η κυρα-Ευτέρπη. Όπως διάβασες τότε μιαν ευχούλα στον αδερφό σου και γίνηκε νερό το δηλητήριο, έτσι διάβασε τώρα και σε τούτα εδώ τ’ αδέρφια σου μιαν ευχή. Γιατί, Ιάκωβε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Αδέρφια είστε όλα. Μαζί μεγαλώνετε, μαζί παίζετε, μαζί πηγαίνετε στο σχολειό.
– Μα τι είναι αυτά που λέτε, ψέλλισε ντροπιασμένο το παιδί. Τι είμαι εγώ για να διαβάζω τις ευχές;
– Εσένα σ’ ακούει ο Θεός, Ιάκωβε μου. είπε η Ελένη που ήρθε να παρακαλέσει για το Λευτέρη tov αδερφό της και που τόση ώρα καθότανε αμίλητη στη γωνιά. Όλους μας ακούει το ίδιο ο Θεός, είπε ο Ιάκωβος, έχοντας κολλημένα τα μάτια του στο χώμα. Αγιασμό κι εσείς έχετε στα σπίτια σας· ας πιούνε λίγο τα παιδιά …
(Άννα Ιακώβου, Ήταν κάποτε παιδία. Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης. Άθως- παιδικά, εκδ. Σταμούλη 2008)
από το diakonima.gr

Στὶς στενοχώριες καὶ στὶς δυσκολίες … (λόγοι οσίου Πορφυρίου)


mporoume-na-enwthoume
.
Τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω…
.
– Στὴ στενοχώρια του καὶ στὴ δυσκολία του, ἀναγκάζεται κανεὶς νὰ καταφύγει στὸν Θεό.
– Ναί.
– Νὰ ἐκτείνει τὰς χεῖρας καὶ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεός του: « Ἐν θλίψεσι ἐκέκραξα πρὸς Κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου».
– Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα… Πώ, πώ, πώ…
– Ἤτανε πολὺ σπουδαῖα καὶ συγκινητικότατα, Γέροντα, αὐτὰ ποὺ εἴπατε.
– Ἀναμνήσεις. Καὶ εἶναι καὶ ὡραῖες καὶ οἱ ἀναμνήσεις ἀκόμα. Σὰν νὰ τὰ ζῶ. Μετὰ στὸ ἐκκλησάκι… Πά, πά, πά… Καὶ νὰ κοιτάζεις γύρω μὲ τὸ μυαλό σου… Δὲν σᾶς τὰ εἶπα ὅλα!


Μέσ’ στὸ ἐκκλησάκι ποὺ ἔμπαινα, πήγαινα, καθόμουνα στὸ στασίδι κι ἔριχνα μιὰ ματιά. Γύρω ἦσαν βουνά, ἀπὸ πάνω ἦσαν κουμαριές, δάσος, δάσος γύρω, οὔτε ψυχή. Μόνο κάτω στὸν κάμπο ἦταν τὰ χωριά, ἡ Βάθεια.  Ἐκεῖ ἔχει τέλεια ἐρημιά, δηλαδὴ γιὰ νὰ καταλάβετε τὸ ἔρημο καὶ τό, ἂς ποῦμε, τὸ ἀβοήθητο. Ἀνέβαινα ψηλὰ καὶ κοίταζα γιὰ νὰ τὸ καταλάβω καλά, ποῦ εἶμαι, ποῦ κάθομαι, ποῦ βρίσκομαι. Καταλάβατε; Καὶ μετὰ ἄλλα. Καλὰ εἶπα τὴ λέξη, «τὸ ἀβοήθητον»;
– Τὸ ἀβοήθητον, μάλιστα.
.
– Πῶς νὰ σοῦ πῶ. Σ’ ἕνα ἔρημο μέρος, ὅπως μοῦ ’τυχε ἐμένανε νὰ μὲ κλείσει ἕνας ἄγριος καιρὸς πάνω σ’ ἕνα βουνό, πού ’ναι ἕνα μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βάθειας κι ἔκανε μία κακοκαιρία, ἔβρεχε μέρες. Δέκα μέρες συνέχεια βροχὴ κι ἀέρας. Μούγκριζε ὁ ἀέρας, μούγκριζε ὁ πλάτανος κι ἐγὼ πήγαινα μέσα σ’ ἕνα ἐκκλησάκι ἀρχαῖο καὶ ἔτρεμε ὁ κουμπές του, καὶ τρέμανε οἱ ἅγιες ζωγραφιές του, οἱ τοιχογραφίες, κι ἐγὼ καθόμουνα στὸ στασίδι, ἔ, κι ἔβγαινα, πήγαινα ἔτσι πιὸ πάνω κι ἀπ’ τὰ σύννεφα καὶ ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ ἀπ’ τὸν ἀέρα, καὶ ἔβλεπα κάτω τὸν ἑαυτό μου ἔρημο μέσα στὴ θύελλα…, νὰ μουγκρίζει ὁ ἀέρας, τὰ θηρία, ἂς ποῦμε, τῆς φύσεως καὶ νὰ νομίζει κανείς, πὼς βρίσκεται στὴν κόλαση. Ἀλλὰ τὸ αἰσθανόμουνα σὰν τὸ πουλὶ τὸ κατατρεγμένο μὲ τὰ ξεροβόρια, μὲ τὰ χιόνια, ποὺ ζητοῦσε ἕνα καταφύγιο νὰ πάει νὰ γλυτώσει. Καὶ τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω, διότι ἐδῶ στὴ γῆ ἤτανε φουρτούνα, ἤτανε κακοκαιρία, ἤτανε δύσκολη ἡ ζωή. Καὶ ἡ ψυχή μου ζητοῦσε κάτι πιὸ ἅγιο, πιὸ ὑψηλό, πιὸ τέλειο. Κι αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ.
Βλέπετε πῶς αὐτὰ ἔρχονται μόνα τους… Μὲ παρεξηγεῖτε; Αὐτὸς ὁ ἀσκητὴς ὅλα τὰ θυσιάζει ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχει τὸν τρόπο, ἔτσι νὰ αἰσθανθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴ θαλπωρὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ.  Ἔ, νὰ ἑνωθεῖ, νὰ αἰσθανθεῖ τὴν συντροφιά του μὲ τὸν Θεό. Τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Κατάλαβες; Δὲν τό ’χει γιὰ κακό…  Ἐσεῖς ὅμως τὸ βλέπετε γιὰ κακό. Σοῦ λέει, τί εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα…!
.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου “Θὰ σᾶς πῶ”
Άγιος Πορφύριος www.porphyrios.net

“Με τη σιωπή, την ανοχή και την προσευχή ωφελούμε τον άλλον μυστικά” Όσιος Πορφύριος




Όσιος Πορφύριος

“Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτε. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό, αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσουμε.
Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του. Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρι, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς τον θείο έρωτα. Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του. Με τις προσευχές μας θα κάνουμε όλους άξιους της αγάπης του Θεού.
Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άξιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε.
Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέει: “Ού δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερπερίσσευσεν η χάρις”.


Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας και από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν “ανοίξουνε” στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίνουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε “πεταμένες”.
Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνουμε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά να μπαίνετε στο βάθος, στην ψυχή της. Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα. Σκεφτείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό. Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό. Θα κάνει το πάν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία. Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλουμε εμείς να γίνουμε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ΄ τους άλλους κι επιμένουμε σ΄ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.
Πολλές φορές με την αγωνία μας και τους φόβους μας και την άσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρίς να το θέλουμε και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, κάνουμε κακό στον άλλον, έστω κι αν τον αγαπάμε πάρα πολύ, όπως, παραδείγματος χάριν, η μάνα το παιδί της. Η μάνα μεταδίδει στο παιδί όλο το άγχος της για τη ζωή του, για την υγεία του, για την πρόοδό του, έστω κι αν δεν του μιλάει, έστω κι αν δεν εκδηλώνει αυτό που έχει μέσα της. Αυτή η αγάπη, η φυσική αγάπη δηλαδή, μπορεί κάποτε να βλάψει. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με την αγάπη του Χριστού, που συνδυάζεται με την προσευχή και με την αγιότητα του βίου. Η αγάπη αυτή κάνει άγιο τον άνθρωπο, τον ειρηνεύει, διότι αγάπη είναι ο Θεός.
Η αγάπη να είναι μόνο εν Χριστώ. Για να ωφελήσεις τους άλλους, πρέπει να ζεις μέσα στην αγάπη του Θεού. Αλλιώς δεν μπορείς να ωφελήσεις τον συνάνθρωπό σου. Δεν πρέπει να βιάζεις τον άλλο. Θα έλθει η ώρα του, θα έλθει η στιγμή, αρκεί να προσεύχεσαι γι αυτόν. Με τη σιωπή, την ανοχή και κυρίως με την προσευχή ωφελούμε τον άλλον μυστικά. Η χάρις του Θεού καθαρίζει τον ορίζοντα του νου του και τον βεβαιώνει για την αγάπη Του. Εδώ είναι το λεπτό σημείο. Άμα δεχτεί ότι ο Θεός είναι αγάπη, τότε ένα άπλετο φως θα έλθει πάνω του, που δεν το έχει δει ποτέ. Θα βρει έτσι τη σωτηρία”.
.
από το βιβλίο: «Βίος και λόγοι» – Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου (ΛΟΓΟΣ Περί της Αγάπης είς τον Πλησίον)
ηλ. πηγή:  Σημεία Καιρών

Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης. Ο μέγας πολέμιος της παναίρεσης του Παπισμού (27 Νοεμβρίου 1577)


Ο Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνός είναι εξέχουσα μορφή αγίου Ιεράρχου όχι μόνον του 16ου αιώνος μ.Χ., αλλά όλων των χρόνων της δουλείας, και ως εκ τούτου αποτελεί πνευματικό φάρο που κατέλαμψε το τότε πνευματικό σκότος του Γένους, δοξάζοντας και την περίφημη Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης, η οποία κατέστη παγκοσμίως γνωστή χάρις σε αυτόν.
Γεννημένος περί το 1520 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη όπου έλαβε άριστη μόρφωση, ο άγιός μας – κατά κόσμον ίσως Δημήτριος – μετέβη νέος στην Κωνσταντινούπολη, όπου πριν το 1546 μ.Χ. έγινε Μοναχός της Αδελφότητος «τῶν Στουδιτῶν», λαμβάνοντας το όνομα Δαμασκηνός και την προσωνυμία «Στουδίτης»· ήδη ως υποδιάκονος, σπουδάζοντας στην περίφημη Πατριαρχική Ακαδημία, υπήρξε και περιφανής ιεροκήρυκας της Βασιλεύουσας,σπείροντας λόγους πλήρεις ωφελείας, οι οποίοι αργότερα αποτέλεσαν το υλικό για το βιβλίο του «Θησαυρός».


Μεταξύ των ετών 1550 μ.Χ. και 1558 μ.Χ. ο Άγιος Δαμασκηνός δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή των Τρικάλων, πιθανότατα ως Διδάσκαλος της εκεί Σχολής, και πριν το 1558 μ.Χ. έλαβε την Ιερωσύνη. Στο ίδιο διάστημα μετέβη και στην Βενετία για να τυπώσει τον δημοφιλή «Θησαυρό».
Το 1560 μ.Χ. στο Ναό των Αρχαγγέλων («Ροτόντα») της Θεσσαλονίκης ο Ιερομόναχος Δαμασκηνόςχειροτονήθηκε Επίσκοπος «Λητῆς καὶ Ρενδίνης» από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεωνά (τον προ του 1560 – 65 μ.Χ.· δεν πρόκειται περί του γνωστού αγίου).
Παρά το ότι ο Άγιος Δαμασκηνός ήταν μόνον Επίσκοπος, ωστόσο δεν έπαυσε να διαλάμπει με τον συνδυασμό της λαμπρής παιδείας του και της άμετρης ταπεινοφροσύνης του. Ο Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ (1546 – 1612 μ.Χ.), μολονότι εχθρικός προς την Ορθοδοξία, επιβεβαιώνει ότι ο Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνός ήταν ένας από τους τρείς πιο μορφωμένους Ορθοδόξους Κληρικούς της εποχής του και από αυτούς ήταν ο πιο επαινετός «λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας μετριοφροσύνης, ὀλιγαρκείας καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν του».
Λόγω των χαρισμάτων του αυτών ο Άγιος απέλαυε της εμπιστοσύνης των Πατριαρχών για σημαίνουσες αποστολές ως Έξαρχος, όπως στο Άγιον Όρος (1567 μ.Χ.), αλλά και στη Μικρά Ρωσία (Ουκρανία), όπου στα έτη 1565 – 1572 μ.Χ. ο Δαμασκηνός συνετέλεσε αποφασιστικά στην κατανίκηση της αιρετικής ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας. Αργότερα, κατά την Πατριαρχία του Ιερεμίου Β΄ του Τρανού (†1595 μ.Χ.), ο οποίος ήταν μαθητής του Αγίου, ο Δαμασκηνός έλαβε μέρος στην σύνταξη της πατριαρχικής δογματικής απαντήσεως (1572 – 73) στους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Τυβίγγης, διετέλεσε δε και τοποτηρητής του Θρόνου στην Κωνσταντινούπολη επί αρκετούς μήνες, κατά την απουσία του Πατριάρχου.
Το 1574 μ.Χ., ο Άγιος μας προβιβάσθηκε σε «Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης καὶ Ἔξαρχον πάσης Αἰτωλίας» ως Δαμασκηνός Γ’ ο Στουδίτης, θρόνο που υπηρέτησε επί δύο περίπου έτη, μέχρι το 1576 μ.Χ., όταν συγκαταλέχθηκε μεταξύ των λογίων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Λίγο αργότερα, το σωτήριον έτος 1577 μ.Χ., εκοιμήθη εν Κυρίω και ετάφη στη μητροπολιτική του περιφέρεια, στη Ναύπακτο ή την Άρτα. Επίγραμμα αναφερόμενο στον Άγιο, πλέκει τον έπαινό του, χαρακτηρίζοντας τον Δαμασκηνό ως «σοφία τῶν Ἑλλήνων» και τον θάνατό του ως κακή στιγμή, η οποία άφησε τους φιλέλληνες ορφανούς: «Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών. Ὃς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν».
Στα συγγράμματά του, εκτός από το βιβλίο «Θησαυρός», το οποίο εκδόθηκε πάμπολλες φορές (51 περίπου φορές μέχρι το 1926 μ.Χ.) και που μαρτυρεί τα γνήσια μοναχικά του βιώματα και το σέβας στην Ορθοδοξία και τους Αγίους Πατέρες, συμπεριλαμβάνονται διάφορα κείμενα, όπως Κανόνες προς τιμή του Νεομάρτυρος Νικολάου (†1554 μ.Χ.), ποιήματα προς τιμήν της Παναγίας σε ομηρική γλώσσα, μία Παραίνεσις προς Μοναχούς, και άλλα, όπως σύγγραμμα ζωολογίας και έτερο μετεωρολογίας, που πιστοποιούν την ευρεία παιδεία του. Ο Άγιος Δαμασκηνός πρέπει να υπήρξε διδάσκαλος και ενός από τους τελευταίους Στουδίτες, του Οσίου Διονυσίου του «Ρήτορος» (†1606 μ.Χ.), μετέπειτα ασκητού στη Μικρά Αγία Άννα του Αγίου Όρους.
Παρά τη λιπαρή του παιδεία, χάρις στην οποία κατείχε άριστα την ομηρική και την αττική διάλεκτο, ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, έγραφε και σε απλή και καθαρή Ελληνική γλώσσα για τον απλό λαό της εποχής του, που είχε πολλή ανάγκη της «στερεᾶς τροφῆς» του λόγου του Θεού. Ο «Θησαυρός» του Δαμασκηνού υπήρξε το πιο διαδεδομένο στον τομέα του βιβλίο καιενίσχυσε το δούλο Γένος στις θλίψεις και τα μαρτύρια. Η προσφορά του επεκτάθηκε όταν μεταφράσθηκε και στα τουρκικά (1731 μ.Χ.), για τους τουρκόφωνους Ρωμηούς, στα σερβικά (1580 μ.Χ.) και τα ρωσικά (1656, 1715 μ.Χ.). Ιδιαιτέρως στη Βουλγαρία θεωρείται ότι η μετάφρασή του(Δαμασκηνάρια) απέτρεψε τον εκτουρκισμό των Ορθοδόξων Βουλγάρων.
Εορτάζει στις 27 Νοεμβρίου εκάστου έτους.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν Λητῆς καὶ Ρεντίνης χρυσολόγον ἐπίσκοπον, εἴτα δὲ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης θεοφόρητον πρόεδρον, τὸν θεῖον καὶ σοφὸν Δαμασκηνὸν, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς, τὸν διδάξαντα τῇ βίβλῳ αὐτοῦ λαούς, πρὸς ὅν καὶ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ σὲ σοφίσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ταμιεύσαντι ἐν σοί, χαρίτων θησαυρῶν Αὐτοῦ.
saint.gr  μέσω Ακτίνες

Οι τράπεζες κλείσανε!- η Τράπεζα του Ουρανού δεν κλείνει όμως ποτέ…




Με μια δυσοίωνη είδηση ξημέρωσε η σημερινή ημέρα: μετά από μέρες αγωνίας για την έκβαση των οικονομικών θεμάτων που απασχολούν την πατρίδα μας, ήρθε το κλείσιμο των τραπεζών Ομολογώ πως σφίχτηκε η ψυχή μου με το άκουσμα της είδησης: «Αρχίζουν τα πιο δύσκολα», σκέφτηκα.
Όμως ο Θεός δεν θα μας αφήσει… “Περάσαμε σαν έθνος τόσες μπόρες και δεν χαθήκαμε, και θα φοβηθούμε την θύελλα που πάει να ξεσπάσει; Ούτε και τώρα θα χαθούμε. Ο Θεός μας αγαπά”, θυμήθηκα τα παρηγορητικά και εμψυχωτικά τα λόγια του αγίου γέροντα Παϊσίου, που μας προετοίμαζε για δύσκολους καιρούς.
Και τότε μου ήρθε στο νου και μια φράση που είχα ακούσει πριν λίγο καιρό, μαζί με τη ανάλυσή της:
«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν» (Παροιμ. ΙΘ’ 17)

Δυσχερή τα οικονομικά όλων μας… όμως…
-αν δίνω με την καρδιά μου κάτι, έστω πενιχρό, από το υστέρημά μου «Μη εκ λύπης η εξ ανάγκης· ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός» (Β΄ Κορ. θ΄ 7)
-αν πονάει η ψυχή μου για τον πάσχοντα συνάνθρωπο
-αν έχω έναν καλό λόγο για τον πονεμένο που θα βρεθεί στον δρόμο μου, ένα χαμόγελο και μια ενθάρρυνση για τους αποσταμένους της ζωής
-αν αναπέμπω ολόθερμη την προσευχή μου για όλο τον κόσμο και όχι μόνο για τον εαυτό μου και την δική μου οικογένεια…
Τότε, αν και εμείς περιέλθουμε σε δύσκολες στιγμές, ο Θεός θα μας νοιαστεί.
Όσα έχουμε δώσει στον αδελφό που πεινά η πονά, στον Θεό τα «δανείσαμε» και Εκείνος θα μας τα επιστρέψει με τόκο, είτε σ΄ αυτή την ζωή είτε στην μέλλουσα.

Ας μάθω και στα παιδιά μου να νοιάζονται για τον διπλανό,  να μοιράζονται όσα έχουν άλλα παιδιά, να χαρίζουν από τα ρούχα, τα παιχνίδια και τα βιβλία τους σε παιδιά που στερούνται…  στα ψώνια ας ξεχωρίσουν κάτι από τα δικά τους για το «καλάθι της αγάπης». Ας μην πάρουν κάτι που επιθυμούν για να δοθεί το αντίστοιχο ποσόν αυτό σε έναν κουμπαρά αγάπης.
Κυρίως ας μάθουν να συμπονούν και να προσεύχονται για καλύτερες μέρες για την πατρίδα μας και τον κόσμο όλο. «Με τις προσευχές των μικρών παιδιών μπορούμε να κάνουμε θαύματα. Ο Θεός ακούει τις προσευχές των αθώων παιδιών». (άγιος Παΐσιος)
Σαν μάνα, λογικό είναι να νοιάζομαι και να φροντίζω πρώτα για τη δική μου οικογένεια. Ας θυμάμαι όμως πάντα και αυτό που άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είχε πει:
«Θέλεις να ζήσει το παιδί σου; …Όταν του φτιάξεις ένα φόρεμα, να φτιάξεις και ένα του φτωχού παιδιού και τότε θα έχει την ευλογία του Θεού».

Η αγάπη, η συμπόνια, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη θα μας γλυτώσουν… ο ατομικισμός πώς να μας βοηθήσει να βγούμε από αυτή την δεινή κατάσταση;…
Η Τράπεζα του Ουρανού μένει πάντα ανοιχτή για να καταθέσουμε τον οβολό μας και οι καταθέσεις μου εκεί έχουν την μεγαλύτερη «απόδοση» και ασφάλεια.
Ο Θεός μαζί μας
Αλεξία για  το ιστολόγιο “Αντέχουμε…”
εικόνες από google images

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Η ακολουθία των «Μεγάλων και Βασιλικών Ωρών»



Monaxos
Διακόνου Νικολάου Παπαντωνίου, θεολόγου
«Μεγάλες Ώρες» ονομάζονται οι ακολουθίες των ωρών όπως τελούνται σε τρείς διακεκριμένες ημέρες του λειτουργικού έτους, συγκεκριμένα την Μεγάλη Παρασκευή, την παραμονή των Χριστουγέννων και την παραμονή των Θεοφανείων. Κατά βάση αποτελούν μία σταδιακή εξέλιξη των κανονικών ακολουθιών των ωρών των υπολοίπων ημερών του χρόνου, ωστόσο συγκρινόμενες με αυτές είναι μεγαλύτερες σε έκταση με εκλεκτό περιεχόμενο. Αυτό που τις διαφοροποιεί ιδιαίτερα είναι η προσθήκη τριών ιδιομέλων και τριών αναγνωσμάτων, της Προφητείας, του Αποστόλου και του Ευαγγελίου, τα οποία αναφέρονται στην επικείμενη εορτή.
Όσον αφορά τη εορτή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών τελείται, όπως επικράτησε στην πράξη, την παραμονή το πρωί ως μέρος του συνόλου των ακολουθιών, Όρθρος – Ώρες – Εσπερινός και Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Ωστόσο υπάρχει διαφοροποίηση όταν η εορτή είναι Κυριακή ή Δευτέρα και η παραμονή είναι αντίστοιχα Σάββατο ή Κυριακή. Τότε η τέλεση των ακολουθιών των Μεγάλων Ωρών κατά το Τυπικό της Εκκλησίας μεταφέρεται την Παρασκευή μετά τον Όρθρο χωρίς όμως την τέλεση Θείας Λειτουργίας.
Η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών δίνει την αφορμή και την ευκαιρία στους πιστούς να μετέχουν στα εορταζόμενα αυτά σημαντικά γεγονότα της θείας Οικονομίας, της Σταύρωσης, της Γέννησης και της Βάπτισης. Η επιλογή συγκεκριμένων ψαλμών και βιβλικών αναγνωσμάτων στην κάθε γιορτή υπογραμμίζει ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας που προφήτευσαν οι προφήτες, είναι η πραγμάτωση της υπόσχεσης του Θεού και η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου. Είναι η γέννηση, η βάπτιση και η σταύρωση του Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Τις άγιες ημέρες του δωδεκαημέρου που πλησιάζουν, από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια, έχουμε την ευκαιρία να συμμετέχουμε στις ακολουθίες των Μεγάλων Ωρών των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων. Η συμμετοχή μας γενικά στις ιερές ακολουθίες είναι πολύ σημαντική για να μπορέσουμε εισχωρήσουμε στο νόημα των αγίων αυτών ημερών. Για τον λόγο αυτό η παρουσία μας στην Εκκλησία δεν πρέπει να είναι τυπική. Οι ιερές ακολουθίες δεν είναι απλώς και μόνο μία ανάμνηση αυτών των γεγονότων, αλλά όταν συμμετέχουμε συνειδητά και με πίστη τότε βιώνουμε τα σπουδαία αυτά γεγονότα της θείας Οικονομίας.