Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Κατηγοροῦν κάποιοι μεγαλόσχημοι τοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάποιες ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν ἐπικείμενη Μεγάλη Σύνοδο, ὅτι δὲν κάνουν ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν δείχνουν πειθαρχία. 

Καὶ ὅταν λέγουν Ἐκκλησία, ἐννοοῦν αὐτάρεσκα καὶ ἀταπείνωτα τὸν ἑαυτό τους ἢ κάποια ἐκκλησιαστικὰ κέντρα ἀποφάσεων καὶ κάποια πρόσωπα ὑψηλὰ ἱστάμενα στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία. 

Δὲν ὑπάρχει ὅμως χειρότερο ἐπιχείρημα μέσα στὴν ἱστορία τῆς Πίστεως ἀπὸ τὸ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἑνότητος γιὰ τὴν ἀναίρεση τοῦ θεοσδοτου δώρου τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς λογικῆς καὶ μάλιστα μὲ ἀποτέλεσμα τὴν παραχάραξη τῆς Ἀλήθειας. «Αὐτοῦ ἀκούετε», φωνάζει ὁ Ἅγιος Θεὸς ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ θαβωρίου ὅρους τῆς Μεταμορφώσεως.

  Ὁ δὲ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικά: «ποίησον φίλους διὰ τὸν Χριστὸν καὶ ἐχθροὺς διὰ τὸν Χριστόν». Δὲν ὑπηρετοῦμε λοιπὸν πρόσωπα οὔτε κολακεύουμε καὶ χαϊδεύουμε ἀξιώματα καὶ θρόνους χάριν τοῦ ὁποιουδήποτε δικοῦ μας συμφέροντος καὶ σὲ βάρος τῆς ἀλήθειας. Τὴν Ἀλήθεια καὶ τὸν Χριστὸ ὑπηρετοῦμε «πάσῃ θυσίᾳ». Δηλαδή, «ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ» ἐπικριτὲς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας, τί ἔπρεπε νὰ κάνει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς στὴ ψευδοσύνοδο τῆς Φερράρας Φλωρεντίας σύμφωνα μὲ τὴ δική σας σκέψη; Νὰ ὑπακούσει στὸν πατριάρχη καὶ στὸ βασιλιὰ σὲ βάρος τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ ὑπογράψει τὴν ὑποταγὴ στὸν Πάπα; Μὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ στάση του, αὐτὸ τὸ ΟΧΙ, εὐλογήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἐπαινέθηκε ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ παραμένει μέχρι σήμερα ὁ «Ἄτλας τῆς Ὀρθοδοξίας». 

Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λοιπὸν τίποτε δὲν εἶναι αὐτονόητο καὶ δεδομένο. Τί σημαίνει ὅτι κάποιος εἶναι Πατριάρχης ἢ Ἐπίσκοπος ἢ Θεολόγος; Πόσους τέτοιους ἔχει καταδικάσει καὶ ἀναθεματίσει ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς αἱρετικούς; Ἀκόμη καὶ πολυπληθεῖς συνόδους ἀνακήρυξε ληστρικές. Ὅλοι κρίνονται στὴν Ὀρθοδοξία. 

 Πρωτίστως πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι. Κλῆρος καὶ λαός. Εἴμαστε «ὁ Χριστὸς καὶ ἐμεῖς μέσα στοὺς αἰῶνες», ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος. Ἐκκλησία εἶναι Ὁ Χριστός, Τὸ Εὐαγγέλιο, Ἡ Ἀλήθεια, ὁ Ἐπίσκοπος, Τὸ Ἱερατεῖο, Τὸ Θυσιαστήριο καὶ Ὁ πιστὸς Λαός. Ὅλα μαζί. Ὄχι λαοκρατία οὔτε ὅμως καὶ κληρικοκρατία. Ὄχι ἀναρχία οὔτε ὅμως καὶ ἰσοπεδωτικὴ ὁμοιομορφία. Συνοδικότητα καὶ Ὁμοφωνία. Τὸ τεκμήριο τῆς Ἀλήθειας τελικὰ βρίσκεται στὸν πιστὸ λαό. Τὸ εἶπαν αὐτὸ οἱ Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς στὸν Πάπα τὸ 1848: «…Ἔπειτα παρ᾽ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν ποτὲ εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστιν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ, ὡς ἔργῶ ἐπειράθησαν καὶ πολλοὶ τῶν ἀπὸ τοῦ σχίσματος Παπῶν τε καὶ Πατριαρχῶν Λατινοφρόνων μηδὲν ἀνύσαντες…». 

  Ὁ Χριστός μας ἐπίσης ὅταν ἀπέστειλε τοὺς μαθητές Του στὰ ἔθνη, τοὺς εἶπε «διδάσκοντες αὐτοὺς πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν», δηλαδή: «δὲν θὰ λέτε ἄλλα ἀντ᾽ ἄλλων καὶ δικά σας πράγματα, ἀλλὰ μόνο ὅλα ὅσα σᾶς ἔδωσα Ἐγὼ ὡς ἐντολές». 

Λοιπόν, δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ διαβάζουμε καὶ νὰ κρίνουμε, ἂν αὐτὰ ποὺ ἑτοιμάζονται στὴ Μεγάλη Σύνοδο εἶναι μέσα στὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας; 

Δὲν κατακρίνουμε πρόσωπα, κείμενα κρίνονται μὲ βάση τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ἱερὰ Παράδοση. Ἔλεος! 
Καὶ αὐτὸ τὸ πανανθρώπινο δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τοῦ λόγου θὰ τὸ στερήσουν οἱ ἀρνητὲς τῆς πολυφωνίας καὶ τῆς συνοδικότητος; 

Δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ ἐκφράσουν τὴ γνώμη τους κληρικοί, θεολόγοι, ἐπίσκοποι, Ἅγιον Ὄρος, ἀδελφότητες;

 Ἀκόμη καὶ τὰ κοσμικὰ νομοσχέδια τίθενται σὲ ἀνοιχτὴ διαβούλευση. Χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς θὰ γίνουν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες; 

 Θεολογικὰ κείμενα κρίνονται λοιπόν, καθὼς πρέπει νὰ γίνεται, ἀπὸ τὸν συμμετέχοντα εὐσεβῆ λαό, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὑποδεέστερος στὴν ἔρευνα καὶ ἀποτίμηση τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι τυφλὰ ποντίκια οἱ ἄνθρωποι οὔτε ζαλισμένο κοπάδι οἱ Χριστιανοί. Ποῦ φτάσαμε ἐπιτέλους; Νὰ ἀντιγράφωνται στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ παπικὲς ἰσοπεδωτικὲς πρακτικὲς καὶ νὰ μιμεῖται ἡ ἀνελεύθερη κομματικὴ πειθαρχία τῶν πολιτικῶν σχηματισμῶν; 
Δυστυχῶς. 
 Ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ τοὺς ἀκολουθήσει σὲ αὐτὸ τὸ δρόμο ὁ Πιστὸς Λαὸς οὔτε θὰ αὐτοκαταργηθεῖ, ἐπειδὴ τὸ θέλουν μερικοί

Τῆς «Χριστιανικής Εστίας Λαμίας»

Τά "σύμβολα" τοῦ συμβόλου τῆς Συνόδου Κρήτης 2016!!! (Φωτό ἀποκαλύψεων!)


Τίποτε δέν εἶναι τυχαῖο. 
Δέν ὑπάρχει τύχη κατά τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅλα γίνονται κατ' εὐδοκίαν ἤ κατά παραχώρησιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος σέβεται τίς αὐτεξούσιες ἐπιλογές μας πρός τό καλό ἤ πρός τό κακό.

Μέσα στό ὅλο οἰκουμενιστικό, ἀντορθόδοξο, ἀντιπατερικό, ἀντισυνοδικό τοπίο τῆς Συνόδου Κρήτης 2016 πού ξεκινᾶ, καί μετά ἀπό σωρηδόν εὔλογες ἀντιδράσεις ἐκτός Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδος Μοναχῶν, Κληρικῶν καί λαϊκῶν σέ αὐτό, προστίθεται καί τό "περίεργο" διαφημιστικό εἰκονικό λογότυπο τῆς Συνόδου!


Καί λέμε "περίεργο", διότι τόσο ἡ εἰκόνα, ὅσο καί ἡ λεζάντα πού ἐπιλέχθηκε, μέ λίγη παρατηρητικότητα...ὄζουν ὄχι μόνο οἰκουμενιστικότητος, ἀλλά καί ἀποκρυφιστίλας καί ἀντιχριστίλας! 

Ὅσον ἀφορᾶ τήν λεζάντα καί τήν οἰκουμενιστικότητα πού ἀποπνέει, ἔχουμε ἤδη ἀσχοληθεῖ, ἐδῶ: 
Τό λογότυπο-σύμβολο τῆς ἐπερχομένης Συνόδου! Καί σχόλια ἀπό τό Ἱστολόγιον ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ (Φωτό)

Πᾶμε σήμερα νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν ἀποκρυφιστίλα καί τήν ἀντιχριστίλα πού ἀποπνέει ἡ διαφημιστική εἰκόνα τῆς Συνόδου!

Προσέξτε τά βέλη καί τούς κύκλους:



1.
Τά ἕξι πράσινα βέλη, μᾶς δείχνουν τόν σχηματισμό 7 ἑξαριῶν (6) γύρω-γύρω ἀπό τούς λευκούς Σταυρούς, τόν Θρόνο μέ τό Εὐαγγέλιο καί τό Ἅγιον Πνεῦμα!...Ἄς κάνουμε καί μία "τυχαία" ἀριθμητική πράξη: 7 x 6 = 42. Καί:  4+2=6!
Ἀπόκρυφη μετάφραση τοῦ συμβολισμοῦ: 
Τά ἐξάρια νικοῦν τόν Σταυρό, περικυκλώνουν τόν Θρόνο τοῦ Θεοῦ, κρατοῦν στήν κυριαρχία τους τό Εὐαγγέλιο καί ἀπενεργοποιοῦν στόν κύκλο τῆς δυνάμεώς τους τό Ἅγιον Πνεῦμα! Ἐξάλλου, καί ὁ κύκλος ὡς σύμβολο γύρω-γύρω ἀπό τόν Θρόνο εἶναι ἕνα πολύ γνωστό σύμβολο πού χρησιμοποιοῦν οἱ Ἀστρολόγοι, οἱ Μάγοι, οἱ Μασόνοι καί οἱ Σατανιστές στίς τελετές τους! Δηλώνει ἐπιβολή δύναμης (σέ περικυκλώνω-σέ ἀκινητοποιῶ) καί "ἑνότητα" ἀνάμεσα σέ αὐτούς πού τόν σχηματίζουν!

2. 
Ὁ πρῶτος κόκκινος κύκλος, μᾶς δείχνει πῶς οἱ φτεροῦγες τῆς Λευκῆς Περιστερᾶς σχηματίζουν ἕνα ζευγάρι κέρατα! Δέν ἀνοίγουν φυσιολογικά, δηλαδή ἁπλωμένα!
Ἀπόκρυφη μετάφραση τοῦ συμβολισμοῦ: 
Τά κέρατα νικοῦν τόν Σταυρό! Ποιανοῦ κέρατα;...Μμμ, ὁ νοῶν νοείτω...

3. 
Ὁ δεύτερος κόκκινος κύκλος, μᾶς δείχνει πώς ὁ Σταυρός ἔχασε τό σχῆμα του καί ἔγινε Ταῦ! Σᾶς ἀποκαλύπτουμε πώς "τό Ἅγιον Πνεῦμα" πού πατᾶ ἐπάνω στόν Σταυρό καί τοῦ ἀλλάζει τό σχῆμα σέ Ταῦ, δηλαδή τόν ἀκυρώνει ἀπό Σταυρό, παράλληλα μέ τόν κερατοειδῆ σχηματισμό τῶν φτερούγων του, μετατρέπεται σέ ἕναν ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟ ΑΕΤΟ:
Τυχαῖο καί αὐτό;...
Ἀπόκρυφη μετάφραση τοῦ συμβολισμοῦ: 
Ὁ Σταυρός, τό Εὐαγγέλιο καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, "μεταμορφώθηκαν" ὡς "Ἄγγελοι Φωτός" στά μάτια τοῦ κόσμου, ἐνῶ κρυφίως εἶναι Σκοτεινές Δυνάμεις ἐλέγχου μέ ἄκυρες ἐκ τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ δυνάμεις!
  

4. 
Προσέξτε ἐπίσης πώς οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι βρίσκονται στό φόντο σέ θολό ὀρίζοντα. Δέν εἶναι τυχαῖο, οὔτε αὐτό.
Ἀπόκρυφη μετάφραση τοῦ συμβολισμοῦ: 
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι παρωχημένοι!  Θόλωσαν στό βάθος τοῦ παρελθόντος οἱ "θεωρίες" τους. Τώρα ἔχουμε "Νέους Πατέρες" (τούς μεταπατερικούς...), οἱ ὁποῖοι θά "φωτίσουν" τήν Ἐκκλησία μέ τό "πνεῦμα" τῆς Νέας Ἐποχῆς! (Βλέπε ἕνα ἀπό τά θέματα τῆς Συνόδου πού ξεσήκωσαν θύελλες ἀντιδράσεων: "σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν σύγχρονο κόσμο", τό ὁποῖο δέν ἀναιροῦν μέ τίποτα οἱ Συνοδικοί, ὄχι τυχαῖα ὅπως βλέπετε).


5.
Τέλος, προσέξτε τά βέλη μέ τό μπλέ χρῶμα. Μᾶς δείχνουν πώς τά μπράτσα τοῦ θρόνου, καθώς καί ἡ πλάτη τοῦ θρόνου, τυχαίως...ἔχουν σχῆμα πού παραπέμπει σέ ἰσλαμικό σεράι καί μιναρέ:

  
 
Καταλάβατε τί ἑτοιμάζουν γιά ἐμᾶς...
χωρίς ἐμᾶς "συνοδικά";...
Τό ἐπιχειροῦν τουλάχιστον...
ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ!

Η ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΥΝΟΔΟΣ!

Γιατί η Romfea.gr αποχωρεί από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο
romfea1
Όλα αυτά τα χρόνια η Romfea.gr υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της πραγματοποίησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Καλύψαμε τις προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου να γίνει μία Σύνοδος που θα σφραγίσει την ενότητα των Ορθοδόξων.
Αναδείξαμε, χωρίς επιρροές και συγκεκριμένες υποδείξεις όπως κάποιοι μας αποδίδουν για να μειώσουν τη δουλειά μας, τις διαφορές ανάμεσα στις Εκκλησίες.
Οι πρώτοι που καλύψαμε γεγονότα και αναδείξαμε ειδήσεις που κατέληξαν να γίνουν τα εμπόδια για να σπάσει το γυαλί ανάμεσα στους Ορθοδόξους.
Μέσα από τη Romfea.gr αποκαλύφθηκε η ρήξη ανάμεσα σε Ιεροσόλυμα και Αντιόχεια για το Κατάρ, η διαφωνία του Τσεχίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι διαφορές και οι διαφωνίες ανάμεσα στο Φανάρι και την Αντιόχεια, τη Ρωσία και την Αθήνα, είτε αφορούσαν τη Σύνοδο, είτε όχι.
Φιλοξενήσαμε όλες τις απόψεις, αποκαλύψαμε έγγραφα και δώσαμε βήμα σε όλους.
Για την ιστορία που εξελίσσεται σήμερα. Για το τώρα της Εκκλησίας.
Όχι για το πώς ήρθαν σε ρήξη ο Πάπας με τον Πατριάρχη στις Οικουμενικές Συνόδους που έγιναν προ αιώνων.
Δεν φιλτράραμε καμία είδηση και αρθρογράφησαν στις σελίδες μας όλοι όσοι τάχθηκαν υπέρ και κατά αυτού του σπουδαίου για την Ορθοδοξία γεγονότος.
Όμως λόγοι που θα εξηγήσουμε παρακάτω μας υποχρεώνουν να αποχωρήσουμε με σύσσωμη τη δημοσιογραφική ομάδα μας.
Πρώτον: τα μέτρα ασφαλείας είναι πολύ αυστηρά και δεν υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης σε κανένα χώρο των εξελίξεων. Ακόμη και οι διαπιστευμένοι φωτογράφοι και δημοσιογράφοι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να… περιφέρονται με ένα καρτελάκι καμαρωτοί.
Οι μόνοι που έχουν πρόσβαση είναι οι επίσημοι φωτογράφοι των Προκαθημένων λες και οι υπόλοιποι βρισκόμαστε στην Κρήτη για δημόσιες σχέσεις.
Πώς μπορεί να καλυφθεί η εκδήλωση, το μέγα γεγονός; Με συγκεκριμένο υλικό που δίνεται επίσημα; Ποια πληροφόρηση μπορούμε να έχουμε;
Καλό θα είναι να κατανοήσουν πως δεν ήρθαμε στην Κρήτη για … παραθερισμό.
Ακόμη και Μητροπολίτες χωρίς το καρτελάκι τους και το εγκόλπιό τους δεν μπορούν να εισέλθουν σε έναν Ναό να ανάψουν ένα κεράκι. Για ποια δημοσιογραφική κάλυψη γεγονότος μιλάμε λοιπόν;
Δεύτερον: η ενημέρωση δίνεται μόνο με το σταγονόμετρο και μέσα από επίσημα κανάλια της οργανωτικής επιτροπής.
Φιλτραρισμένες φωτογραφίες και κείμενα λες και συνεδριάζει κάποια Λέσχη και δεν είναι δικαίωμα κάθε Ορθοδόξου να είναι ενήμερος για το τί συμβαίνει στο Κολυμπάρι Χανίων.
Λες και έχουν συνεδριάσει οι ισχυροί του πλανήτη για το Παγκόσμιο Χρέος (και εκεί να καταλάβουμε και τα μέτρα ασφαλείας) και όχι Ορθόδοξοι πατέρες που θέλουν να δουν πως θα κινηθεί η Ορθοδοξία την επόμενη ημέρα.
Πως θα μιλήσουν στις καρδιές των ορθόδοξων πιστών!  
Πως θα δείξουν ότι η Ορθοδοξία διαφέρει και είναι η Εκκλησία της αγάπης και της μαρτυρίας Χριστού και όχι ένα κλειστό κλαμπ ανθρώπων με δύναμη και επιρροή…
Απογοητευμένοι λοιπόν αποχωρούμε γιατί δεν έχει και νόημα να παραμείνουμε στην Κρήτη.
Για την ενημέρωση του κοινού και μόνο η Romfea.gr θα φιλοξενεί τις επίσημες ανακοινώσεις που δίνονται από τους υπεύθυνους της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Αιμίλιος Πολυγένης
Διευθυντής 
Romfea.gr


Η Γνώση του Θεού Ἅγιος Σιλουανός ὁ Αθωνίτης”


Ὁ Πατέρας μᾶς ἀγάπησε τόσο, πού μᾶς ἔδωσε τόν Υἱό Του. ᾿Αλλά καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Υἱός θέλησε καί ἐνσαρκώθηκε κι ἔζησε μαζί μας στή γῆ. Κι οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων εἶδαν τόν Κύριο κατά σάρκα, ἀλλά δέν τόν ἐγνώρισαν ὅλοι ὡς Κύριο. Σ᾿ ἐμένα δέ, τόν γεμάτον ἁμαρτίες, δόθηκε ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα νά γνωρίσω πώς ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός εἶναι Θεός.
῾Ο Κύριος ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτόν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος εὐδοκεῖ. Καί ἡ ψυχή, ὅταν δῆ τόν Κύριο, εὐφραίνεται ταπεινά γιά τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότη καί δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀγαπήση τίποτε ἄλλο τόσο, ὅπως ἀγαπᾶ τόν Δημιουργό της. Κι ἄν ἀκόμα ὅλα τά βλέπη κι ὅλους τούς ἀγαπᾶ, ὅμως πάνω ἀπ᾿ ὅλους θά ἀγαπᾶ τόν Κύριο.
῾Η ψυχή γνωρίζει αὐτή τήν ἀγάπη, δέν μπορεῖ ὅμως νά τήν μεταδώση μέ λόγια, γιατί γνωρίζεται μόνο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.
῾Η ψυχή ξαφνικά βλέπει τόν Κύριο καί Τόν ἀναγνωρίζει.
Ποιός θά μποροῦσε νά περιγράψη αὐτή τή χαρά καί ἀγαλλίαση;
Μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα γεμίζει ὅλο τόν ἄνθρωπο. Καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.
῎Ετσι γνωρίζεται ὁ Θεός καί στόν οὐρανό καί στή γῆ.
῾Ο Κύριος μοῦ ἔδωσε κατά τό ἄμετρο ἔλεός Του κι ἐμέ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αὐτή τή χάρη, γιά να γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό καί νά στραφοῦν πρός Αὐτόν.
Γράφω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ.
Ναί, τήν ἀλήθεια.
Μάρτυράς μου ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος.
῾Ο Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ σάν παιδιά Του καί ἡ ἀγάπη Του εἶναι μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τῆς μάνας. Γιατί ἡ μάνα μπορεῖ νά λησμονήση τό παιδί της, ἐνῶ ὁ Κύριος ποτέ δέν μᾶς λησμονεῖ. Κι ἄν ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα στόν ὀρθόδοξο λαό καί τούς μεγάλους μας ποιμενάρχες, δέν θά μπορούσαμε νά γνωρίσωμε πόσο πολύ μᾶς ἀγαπᾶ.
῎Ας εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος καί ἡ μεγάλη Του εὐσπλαγχνία πού δίνει σ᾿ ἀνθρώπους ἁμαρτωλούς τή χάρη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Πλούσιοι καί βασιλιάδες δέν γνωρίζουν τόν Κύριο, ἀλλά ἐμεῖς οἱ φτωχοί μοναχοί καί βοσκοί γνωρίζομε τόν Κύριο μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα.

Ο ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ. του Πρωτοπρεσβυτέρου Ευαγγέλου Γκανά





Ακόμη και μία πολύ μερική εποπτεία του ογκώδους και πολυποίκιλου έργου του Καρλ Γιουνγκ, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε δύο βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός πως όσο κι αν ο Γιουνγκ επιμένει πως η μέθοδος που θα ακολουθήσει στη μελέτη των ψυχικών φαινομένων είναι αυστηρώς επιστημονική, στην πραγματικότητα, βαθιά μέσα του, μιλάει η φωνή του θρησκευτικού προφήτη.
Το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει αβίαστα για όποιον έχει έστω και μικρή εξοικείωση με τη χριστιανική παράδοση, είναι ότι ο Γιουνγκ, όσο κι αν δεν αποποιείται ποτέ ριζικά και απερίφραστα το χριστιανισμό, και μάλιστα ενίοτε τον υπερασπίζεται ως ζωτική παράδοση του δυτικού κόσμου έναντι των ποικίλων ανατολικών δοξασιών και παραδόσεων που στην εποχή του κατακλύζουν τη Δύση, βρίσκεται ουσιαστικά σε βαθιά και ασυμφιλίωτη διάσταση με το χριστιανισμό. Αυτό που κατά βάθος επιχειρεί είναι να θέσει τα θεμέλια μιας ιδιότυπης, δικής του θρησκευτικότητας, που οι ρίζες της ξεκινούν από τη γνωστική παράδοση, στη συνέχεια εμβαπτίζονται στη μεσαιωνική αλχημεία, για να καταλήξουν στην ψυχολογία του ασυνειδήτου, όπως αυτός τη διαμόρφωσε μετά τη ρήξη του με την φροϋδική ψυχανάλυση.
Προσπαθώντας να ξετυλίξουμε το μίτο της ζωής και του έργου του, θα βασιστούμε κυρίως στην αυτοβιογραφία του, που εκδόθηκε με τον τίτλο Αναμνήσεις – Σκέψεις – Όνειρα, και γράφτηκε στο τέλος της ζωής του, μια που συνοψίζει με επάρκεια όλες τις δημιουργικές φάσεις που διήλθε ο Γιουνγκ μέχρι να φτάσει στην τελική σύνθεση του έργου του.

Το κλίμα της εποχής
Πριν όμως εισδύσουμε στο έργο του Γιουνγκ, και προκειμένου να το δούμε στις σωστές του διαστάσεις και μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο που το διέπει, θα πρέπει να λάβουμε υπ¶ όψιν δύο βασικά δεδομένα: αφ¶ ενός την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής που γεννιέται και μεγαλώνει ο Γιουνγκ και, αφ¶ ετέρου, την οικογενειακή καταβολή του, ως προϋπόθεση της ιδιάζουσας προσωπικότητάς του.
Ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνει ο Γιουνγκ είναι ένας κόσμος εσωτερικά διχασμένος. Από τη μία μεριά συνεχίζεται η κυριαρχία του θετικιστικού κλίματος, που κατά τον 19ο αιώνα φτάνει στο απόγειο της ευφορίας του. Εδώ κυριαρχεί η ακλόνητη βεβαιότητα πως η επιστήμη είναι η βασιλική οδός που οδηγεί με ασφάλεια την ανθρωπότητα στην πραγμάτωση της ουτοπίας, τη δημιουργία δηλαδή ενός παραδείσου που θα βρίσκεται πια εντοπισμένος στη γη. Και είναι φανερό πως στη συνολική επίλυση των προβλημάτων του ανθρώπου που επαγγέλλεται η επιστήμη, συμπεριλαμβάνονται πλέον και τα ψυχολογικά προβλήματα που αρχίζουν να γίνονται εμφανή, κυρίως στις τάξεις της κοινωνικής ελίτ, και τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι νεοφανείς επιστήμες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.
Από την άλλη μεριά όμως η αισιοδοξία αυτή του προγράμματος του Διαφωτισμού έχει αρχίσει να δέχεται ισχυρά πυρά από το αρχόμενο ρομαντικό κίνημα κι από ένα κύμα ευρύτερου ανορθολογισμού που αρχίζει να ταράζει τη, φαινομενικά, ακύμαντη επιφάνεια της ψυχής του δυτικού ανθρώπου. (Εντελώς συμβολικά ας επισημανθεί πως ο Γιουνγκ γεννιέται το 1865, χρονιά που η Μπλαβάτσκυ ιδρύει τη Θεοσοφική Εταιρεία).
Ο εσωτερικός αυτός διχασμός εμφανίζεται έντονα και στην προσωπικότητα του Γιουνγκ. Θα επιλέξει την ιατρική ως σπουδή και πρακτική δραστηριότητα της ζωής του, απορρίπτοντας τη μελέτη των αρχαίων πολιτισμών, που αποτέλεσε σταθερό νεανικό του πάθος, ή τη θεολογία, που ήταν οικογενειακή παράδοση, αλλά θα κατευθύνει τις έρευνες των ψυχικών φαινομένων προς μία κατεύθυνση εντελώς διαφορετική από αυτήν του μέντορά του Φρόιντ, φέρνοντάς την σε επαφή και αλληλεπίδραση με τον κόσμο του αποκρυφισμού και της παραψυχολογίας.
Μιλώντας στην αυτοβιογραφία του για τη γνωριμία του με τον Φρόιντ, ο Γιουνγκ αναφέρει ότι κατά την πρώτη τους συνάντηση και σε μία συζήτηση που κράτησε δεκατρείς ώρες, ο Φρόιντ του ζήτησε με επιμονή να του υποσχεθεί πως δεν θα απαρνούνταν ποτέ τη θεωρία του για τη σημασία της σεξουαλικότητας στην ψυχική εξέλιξη του ανθρώπου, θέτοντάς την ως το απαράβατο δόγμα πάνω στο οποίο θα συντρίβονταν η μαύρη πλημμύρα της λάσπης του αποκρυφισμού. Κατά τον Γιουνγκ, μιλώντας ο Φρόιντ για αποκρυφισμό, εννοούσε όσα είχαν μάθει η φιλοσοφία, η θρησκεία και η σύγχρονή τους παραψυχολογία για την ψυχή στο διάβα των αιώνων[01]. Η μονότονη επιμονή του Φρόιντ να βλέπει πίσω από κάθε τι το πνευματικό στοιχείο απωθημένης σεξουαλικότητας φανέρωνε, σύμφωνα με τον Γιουνγκ, μία φυγή του Φρόιντ από τον εαυτό του ή από εκείνη την πλευρά του που θα μπορούσε ίσως να αποκληθεί μυστικιστική. Με άλλα λόγια ο Γιουνγκ αντιστρέφει την ερμηνεία του Φρόιντ, βλέποντας πίσω από την υπερέξαρση της σεξουαλικότητας την ύπαρξη του μυστικιστικού στοιχείου. Η άρνηση του Φρόιντ να το συνειδητοποιήσει σήμαινε για τον Γιουνγκ ότι δεν μπόρεσε ποτέ να συμφιλιωθεί πλήρως με τον εαυτό του[02].
Αυτή ακριβώς τη συμφιλίωση έταξε ο Γιουνγκ ως σκοπό της ζωής του. Πριν όμως προχωρήσουμε προς την εξέταση του τρόπου με τον οποίο επεχείρησε να την πραγματοποιήσει, θα πρέπει να αναφερθούμε, έστω και λίγο, σε κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οικογενειακών καταβολών του Γιουνγκ και της πρώιμης ηλικίας του, τα οποία στάθηκαν καθοριστικά για τη μετέπειτα εξέλιξή του.
Ο Γιουνγκ ήταν γιος προτεστάντη πάστορα κι άλλοι οκτώ θείοι του ήταν επίσης πάστορες, η θρησκεία θα μπορούσε να πει κανείς κυκλοφορούσε στο αίμα του. Ο ίδιος όμως έζησε τη θρησκευτικότητα του περιβάλλοντός του ως καταπίεση, έβλεπε το Χριστό σαν ένα ματωμένο πτώμα που του προκαλούσε τρόμο και φρίκη, έναν θεό του θανάτου[03]. Στο πρόσωπο του πατέρα του δεν είδε παρά μόνο έναν άνθρωπο γεμάτο αμφιβολίες, χωρίς πραγματική πίστη, που όταν θα μεγάλωνε θα εξόρκιζε το μικρό Καρλ να μην σπουδάσει θεολογία. Η απογοητευτική κορύφωση της χριστιανικής του ζωής θα είναι η εμπειρία της πρώτης του μετάληψης. Λαμβάνοντας τον άρτο και τον οίνο, σύμβολα του σώματος και του αίματος του Χριστού κατά την προτεσταντική παράδοση, το μόνο που θα σκεφτεί είναι πως το ψωμί του φαίνεται άνοστο και το κρασί αραιό και ξινό. Όταν η λειτουργία θα τελειώσει και οι πιστοί αποχωρήσουν, νομίζει πως διαβάζει στο πρόσωπό τους τα λόγια: «πάει κι αυτό». Τους βλέπει έτοιμους να επιστρέψουν σε πιο σοβαρές ασχολίες. Αναλογιζόμενος αυτήν την υποτιθέμενη κορυφαία στιγμή της μύησής του στην πίστη του πατέρα του, θα δηλώσει πως δεν διέκρινε σ¶ αυτήν ίχνος θεϊκής παρουσίας, τη συντριπτική εκείνη ανάταση και την εκπόρευση της χάρης που συνιστούσε γι¶ αυτόν την ουσία του Θεού. «Μα αυτή δεν είναι καθόλου θρησκεία», συλλογίστηκε, «είναι η απουσία του Θεού»[04].
Φτάνει έτσι στο συμπέρασμα πως ο μόνος δρόμος που του απομένει είναι να ψάξει το Θεό μέσα του, μέσα σε μία σειρά από προσωπικές εμπειρίες, όνειρα και οπτασίες που τον κατακλύζουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, διαμορφώνοντας το έργο του, θεραπευτικό και συγγραφικό. Σ¶ αυτές τις εμπειρίες και στον τρόπο που τις αντιμετώπισε ο Γιουνγκ θα στραφούμε τώρα.

Οι εμπειρίες
Ήδη από τις πρώτες σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γιουνγκ καθιστά σαφές πως: «τελικά τα μόνα γεγονότα της ζωής μου που αξίζουν να ειπωθούν είναι εκείνα που έχουν σχέση με την ανάδυση του ακατάλυτου κόσμου μέσα στην εφήμερη ζωή. Γι¶ αυτό αναφέρομαι βασικά σε εσωτερικές εμπειρίες. Ανάμεσα σ¶ αυτές περιλαμβάνω τα όνειρα και τα οράματά μου. Αυτά συνιστούν την πρώτη ύλη του επιστημονικού μου έργου»[05].
Η διαρκής παρουσία τέτοιων εμπειριών στη ζωή του Γιουνγκ λειτούργησε συχνά ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: «Ήμουνα διαρκώς σε επιφυλακή για κάτι το μυστηριώδες»[06].
Η λαχτάρα, ο βαθύς πόθος για εξαιρετικές εμπειρίες, ο οποίος σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση αποτελεί ολισθηρό δρόμο που οδηγεί στην επαφή με το δαιμονικό, υπήρξε σταθερό διακριτικό γνώρισμα της προσωπικότητας του Γιουνγκ. Πίστευε πως τα όνειρα είναι απεσταλμένοι του Θεού που καθοδηγούν τον άνθρωπο στη λύση την ώρα της πνευματικής κρίσης. Σε μία περίοδο που παρατηρούσε τον πατέρα του να παλεύει ανάμεσα σε πίστη και αμφιβολία, ο Γιουνγκ θεώρησε πως ήταν ο ίδιος ο πατέρας του που απέκλειε όλους τους δρόμους που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν άμεσα στο Θεό, πέρα από κάθε αμφιβολία και αμφισβήτηση. Για το ποιους δρόμους εννοούσε και ποια ιδέα περί Θεού προϋπέθεταν, γράφει χαρακτηριστικά:
«Γιατί δεν φιλονικούσε με το Θεό, το σκοτεινό δημιουργό όλων των πλασμάτων, που αυτός και μόνο ήταν υπεύθυνος για τα μαρτύρια του κόσμου; Ο Θεός, ασφαλώς, θα του µστελνε σαν απάντηση ένα από εκείνα τα μαγικά όνειρα με το άπειρο βάθος που είχε στείλει και σε μένα χωρίς καν να του το ζητήσω και που είχαν σφραγίσει τη μοίρα μου. Δεν ήξερα γιατί, απλώς ήταν έτσι. Ναι, μου είχε μάλιστα επιτρέψει να ρίξω μία ματιά μέσα στο ίδιο Του το είναι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο μυστικό που δεν τολμούσα και δεν μπορούσα να το φανερώσω στον πατέρα μου»[07].
Η τοποθέτηση αυτή του Γιουνγκ συνδυάζεται άρρηκτα με την επαφή του με τον πνευματισμό, η οποία του δημιούργησε τη βαθύτατη πεποίθηση ότι οι πνευματιστικές εμπειρίες ήταν γνήσιες και αυθεντικές, ασφαλείς οδηγοί του στην επαφή με το υπερφυσικό. Περιγράφοντας το πώς προέκυψε η συγγραφή του βιβλίου του Οι Επτά Ομιλίες των Νεκρών, γράφει: «?ρχισε με μίαν ανησυχία, που δεν ήξερα το νόημά της, ούτε το τι «ήθελε» από μένα. Γύρω μου υπήρχε μία δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Είχα την αίσθηση ότι ο αέρας ήταν γεμάτος από φασματικές οντότητες. Ύστερα είχα την αίσθηση ότι το σπίτι μου είχε αρχίσει να στοιχειώνει. Η μεγάλη μου κόρη είδε μία λευκή μορφή να διασχίζει το δωμάτιο. Η δεύτερη κόρη μου, ανεξάρτητα από την πρώτη, είπε πως κάποιος ή κάτι είχε αρπάξει την κουβέρτα της δύο φορές τη νύχτα… Την Κυριακή το απόγευμα, γύρω στις πέντε, το κουδούνι της μπροστινής πόρτας άρχισε να κτυπά με δαιμονιώδη θόρυβο. Ήταν μία λαμπερή καλοκαιριάτικη ημέρα… Αμέσως όλοι κοιτάξαμε να δούμε ποιος ήταν, αλλά δεν φαινόταν κανείς. Καθόμουν κοντά στο κουδούνι της πόρτας, και όχι μόνο το άκουσα, αλλά είδα επίσης και την κίνησή του. Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο. Η ατμόσφαιρα ήταν πυκνή, πιστέψτε με! Ύστερα ένιωσα ότι κάτι θα γινόταν οπωσδήποτε. Ολόκληρο το σπίτι ήταν γεμάτο θαρρείς από πλήθη, ξέχειλο από πνεύματα. Ήταν στριμωγμένοι μέχρι την πόρτα και ο αέρας ήταν τόσο πυκνός που η αναπνοή είχε γίνει πολύ δύσκολη. Όσο για μένα, ήμουν ξεσηκωμένος από το ερώτημα: «Για όνομα του Θεού, τι συμβαίνει;» Τότε φώναξαν όλοι μαζί με μια φωνή: «Γυρίσαμε από την Ιερουσαλήμ όπου δεν βρήκαμε αυτό που ζητούσαμε». Έτσι αρχίζουν οι Επτά Ομιλίες των Νεκρών. Ύστερα άρχισε να βγαίνει από μέσα μου και μέσα σε τρία βράδια είχε κιόλας ολοκληρωθεί. Μόλις έπιασα την πένα, ολόκληρη η φασματική συνάθροιση εξατμίστηκε. Το δωμάτιο ηρέμησε και η ατμόσφαιρα καθάρισε. Το στοίχειωμα είχε τελειώσει»[08].
Θα ήταν υπερβολικό άραγε να διακρίνουμε στο απόσπασμα αυτό την βαθύτατη πεποίθηση του Γιουνγκ ότι από την Ιερουσαλήμ, τόπο του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού, δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα, κι έτσι δεν του απέμενε παρά να επωμιστεί ο ίδιος το ρόλο του προφήτη που θα οδηγούσε την ανθρωπότητα σε νέα βάθη συνειδητότητας και πνευματικότητας; Οι γραμμές που ακολουθούν το παραπάνω απόσπασμα στηρίζουν απόλυτα αυτήν την άποψη. Συγκεκριμένα ο Γιουνγκ αναφέρει πως λίγο πριν την παραπάνω εμπειρία είχε τη φαντασίωση ότι η ψυχή του είχε πετάξει από μέσα του. Ερμήνευσε το γεγονός αυτό ως μία επαφή της ψυχής με το ασυνείδητο, που για τον ίδιο αντιστοιχούσε στη μυθική χώρα των νεκρών, τη χώρα των προγόνων. Εκεί η ψυχή θα συναντηθεί με τους νεκρούς και τρόπον τινά θα τους ζωογονήσει, θα τους δώσει την ευκαιρία να εκδηλωθούν. Ως καρπό της επαφής αυτής θα θεωρήσει την έμπνευση που θα τον οδηγήσει στη συγγραφή των «Επτά Ομιλιών των Νεκρών». Γράφει ο ίδιος:
«Από κει κι έπειτα, οι νεκροί έγιναν όλο και πιο ευκρινείς για μένα ως οι φωνές των Αναπάντητων, των Αναποφάσιστων και των Αλύτρωτων. Γιατί αφού τα ερωτήματα και οι απαιτήσεις που ο προορισμός μου ήθελε να απαντήσω δεν μου έρχονταν απ¶ έξω θα έπρεπε να µρθουν από τον εσωτερικό κόσμο. Αυτές οι συνομιλίες με τους νεκρούς ήταν ένα είδος προοιμίου σ¶ αυτά που θα έπρεπε να ανακοινώσω στον κόσμο για το ασυνείδητο»[09].
Διαβάζοντας κανείς αυτές τις γραμμές δυσκολεύεται να αντισταθεί στον πειρασμό να καταγράψει το όλο συμβάν ως την κατά Γιουνγκ κάθοδο στον ?δη για την ανάσταση του ανθρωπίνου γένους.

Φιλοσοφικές και θεολογικές προϋποθέσεις
Οι πνευματικές αυτές εμπειρίες του Γιουνγκ και ο τρόπος που τις ερμήνευσε πορεύονται παράλληλα με τις απαντήσεις που έδωσε στα φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα που τον βασάνιζαν από τα νεανικά του χρόνια. Τρομοκρατημένος από τη συνειδητοποίηση της αρνητικής πλευράς του ανθρώπου, της δυνατότητάς του να αντιταχθεί στο θέλημα του Θεού, ακόμη και να διαπράξει το βαρύτερο και μόνο ασυγχώρητο αμάρτημα, τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, ο Γιουνγκ αναρωτήθηκε επίμονα για τη γενεαλογία του κακού. Πώς έφτασαν να αμαρτήσουν ο Αδάμ και η Εύα, οι πρώτοι άνθρωποι που δεν είχαν γονείς για να φέρουν το φορτίο μιας βασανισμένης παιδικής ηλικίας; Η απάντηση που έδωσε ο νεαρός Γιουνγκ στο ερώτημα αυτό σφράγισε τη μετέπειτα εξέλιξή του: «ήταν η πρόθεση του Θεού να τους κάνει να αμαρτήσουν»[10]. Κατά τον Γιουνγκ ο Θεός θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο στη διάπραξη του κακού, στην περιπλάνηση σε σκέψεις μιαρές, για να μπορέσει τελικά να ζήσει τη χάρη Του. Αργότερα μάλιστα, σε ωριμότερη ηλικία, νόμισε πως βρήκε ακόμα και βιβλική θεμελίωση των απόψεών του στον παρακάτω στίχο από το βιβλίο του Ιώβ: «Λοιπόν με θέλει να είμαι ένοχος? τότε γιατί μάταια να κοπιάζω αθώος να αποδειχθώ; Κι αν με νερό πλυθώ από χιόνι, κι αν με αλισίβα καθαρίσω τα χέρια μου, αυτός θα με βουτήξει μες στη λάσπη, έτσι που και τα ίδια μου τα ρούχα να με σιχαθούν» (Ιώβ, 9, 29-31)[11]. Ο θεός του Γιουνγκ χαρακτηρίζεται από μία τραγική αντιφατικότητα. Αναφερόμενος σ¶ αυτήν, μας λέει πως γράφοντας το βιβλίο του Απάντηση στον Ιώβ έθεσε ως κύριό του θέμα την παρουσίαση του ανθρώπου που ελπίζει ότι ο Θεός, υπό μία έννοια, θα του παρασταθεί ενάντια στον ίδιο το Θεό[12].
Την απάντηση αυτή, για την πρόθεση του Θεού να αμαρτήσουν οι άνθρωποι, ο Γιουνγκ τη βίωσε ως μία ανακουφιστική διέξοδο στην πνευματική του πορεία. Θεώρησε μάλιστα πως μέσα απ¶ αυτήν την απάντηση φανερώνεται και η αιτία της βασανιστικής σχέσης του πατέρα του με το Θεό. Σύμφωνα με τον Γιουνγκ ο πατέρας του «πίστευε στο Θεό όπως όριζε η Βίβλος και όπως τον είχαν διδάξει οι πρόγονοί του. Αλλά δεν ήξερε τον άμεσο ζωντανό Θεό που στέκεται παντοδύναμος και ελεύθερος, επάνω από τη Βίβλο Του και την Εκκλησία Του, που καλεί τον άνθρωπο να συμμετάσχει στη δική Του ελευθερία και μπορεί αν τον εξαναγκάσει να απαρνηθεί τις δικές του απόψεις και πεποιθήσεις για να εκπληρώσει χωρίς επιφύλαξη την προσταγή του Θεού. Όταν ο Θεός δοκιμάζει το θάρρος των ανθρώπων αρνείται να εμμείνει στην παράδοση, όσο ιερή κι αν είναι»[13].
Η βαθύτερη αντιπαράθεση του Γιουνγκ με τη χριστιανική παράδοση εμφανίζεται χαρακτηριστικά σ¶ ένα όνειρό του και στην ερμηνεία που ο ίδιος έδωσε. Στο όνειρο ο Γιουνγκ βρίσκεται να ανεβαίνει μία σκάλα μαζί με τον πατέρα του. Στην κορυφή της σκάλας υπάρχει μία πόρτα, ο πατέρας του θα του εξηγήσει πως η πόρτα οδηγεί στην ύψιστη παρουσία. Κατόπιν ο πατέρας του θα γονατίσει και θα αγγίξει το μέτωπό του στο πάτωμα. Ο μικρός Γιουνγκ τον μιμείται γονατίζοντας κι αυτός, διακατεχόμενος από μεγάλη συγκίνηση. Για κάποιο λόγο όμως δεν θα μπορέσει να αγγίξει με το μέτωπό του το πάτωμα, θα μείνει μέχρι τέλους μία απόσταση ενός χιλιοστού να τον χωρίζει απ¶ αυτό[14]. Ο ίδιος δε θα διστάσει στην ερμηνεία του ονείρου: του είχε ζητηθεί η πλήρης υποταγή, η απόλυτη αποδοχή της παράδοσης, αυτός όμως την αρνήθηκε. Απέναντι στο Θεό και τις αποφάσεις του, ο Γιουνγκ πίστευε πως πρέπει να διατηρούμε πάντα κάποια επιφύλαξη. Με άλλα λόγια, θεώρησε από πολύ νωρίς στη ζωή του πως η διέξοδος απέναντι στην προτεσταντική χριστιανοσύνη της εποχής του συνίστατο στην προσφυγή σε μία εντελώς προσωπική, εσωτερική σχέση με το Θεό.
Δεν είναι δύσκολο βέβαια να διακρίνουμε πίσω από τις απόψεις αυτές του Γιουνγκ την ξεκάθαρη παρουσία βασικών μοτίβων του Γνωστικισμού. Γράφει σχετικά ο Γιουνγκ: «στον κόσμο του Θεού ανήκαν όλα τα πέρα από τον άνθρωπο – το εκτυφλωτικό φως, η σκοτεινιά της αβύσσου, η ψυχρή απάθεια του άπειρου χώρου και χρόνου και η μυστηριώδης ανοησία του παράλογου κόσμου της σύμπτωσης. “Θεός” για μένα ήταν τα πάντα – και κάθε άλλο παρά «εποικοδομητικός»»[15].
Οι απόψεις αυτές δεν προέκυψαν μόνο από τις ερμηνείες που έδωσε ο Γιουνγκ στις προσωπικές του εμπειρίες. Από το 1918 έως το 1926 ασχολήθηκε σοβαρά με τη μελέτη των γνωστικών συγγραφέων, θεωρώντας πως ήταν πρωτοπόροι στη συνάντηση με το χώρο του ασυνειδήτου[16].
Θέλησε όμως να βρει κι έναν ενδιάμεσο κρίκο που να ενώνει την εποχή του Γνωστικισμού με τη σύγχρονη εποχή και την ψυχολογία του ασυνειδήτου και θεώρησε πως τη βρήκε στους αλχημιστές του Μεσαίωνα. Μελετώντας το έργο τους, θεώρησε πως ο αλχημιστής αντιπροσώπευε ένα εσωτερικό, υπόγειο ρεύμα, μέσα στον επίσημο Xριστιανισμό, το οποίο προσπάθησε να εξαλείψει τις εσωτερικές συγκρούσεις που ο Γιουνγκ νόμιζε πως έβλεπε στο επίσημο δόγμα. Θεωρούσε πως στο παραδοσιακό δόγμα το Κακό αντιμετωπίζεται σαν κάτι έξω από τη Θεία Βούληση και ο Διάβολος σαν ο σκοτεινός ενάντιος ενός Θεού του φωτός. Αντίθετα ο Γιουνγκ πίστευε πως «Το Κακό πρέπει να εκτιμάται εξίσου, αφού Καλό και Κακό δεν είναι τελικά τίποτε άλλο από προεκτάσεις και συντμήσεις της δράσης και αποτελούν, αμφότερες, μέρος του φωτοσκιαστικού φαινομένου της ζωής. Συνεπώς δεν υπάρχει Καλό που να μην μπορεί να παράγει Κακό και Κακό από το οποίο να μην μπορεί να προέλθει κάποιο Καλό»[17].
Η επαφή με τη Σκιά, τη σκοτεινή-αρνητική όψη του ανθρώπου, μαζί με τη συγχώνευση της πλευράς αυτής, που ανήκει στην ολότητα της προσωπικότητας, αποτελεί ουσιαστικό μέρος της διαδικασίας που οδηγεί στην ψυχική ολοκλήρωση.
Αυτή την εσωτερική μεταμόρφωση θεωρούσε ο Γιουνγκ πως προσπαθεί να πραγματοποιήσει και ο αλχημιστής. Κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας λαμβάνει χώρα το «μαύρισμα». Είναι το επικίνδυνο στάδιο που ο αλχημιστής εκλύει εσωτερικά καπνούς και δηλητήρια ή, με τη γλώσσα της ψυχολογίας του Γιουνγκ, έρχεται σε επαφή με τη «Σκιά». Το δεύτερο στάδιο ονομάζεται «λεύκανση» και συνίσταται στην ενοποίηση της ψυχικής εικόνας του αλχημιστή. Τέλος προχωρεί στο τρίτο στάδιο, το «κοκκίνισμα» ή «κιτρίνισμα», που δηλώνει τη μετατροπή σε χρυσάφι. Σ¶ αυτήν τη φάση τα αντίθετα, πνεύμα και ύλη, φως και σκοτάδι, αρσενικό και θηλυκό ενώνονται[18]. Όταν η διαδικασία ολοκληρώνεται, ο αλχημιστής έχει παράγει ένα αιθέριο σώμα, το μεταμορφωμένο σώμα της ανάστασης, ένα σώμα που είναι ταυτόχρονα και πνεύμα. Συμπερασματικά, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε πως και η ανάλυση της πορείας του αλχημιστή καταλήγει στην ίδια βασική θρησκευτική ιδέα του Γιουνγκ: τη γνωστική ιδέα του Θεού ως ένωση όλων των αντιθέτων.

Η πορεία προς την εξατομίκευση
Στο βαθμό τώρα που έχει σχηματιστεί η εικόνα του θεωρητικού συστήματος του Γιουνγκ, μπορούμε να στραφούμε και στην εξέταση της συνεισφοράς του στο πρόβλημα της θεραπείας της ανθρώπινης ψυχής. Αποφασιστικό βήμα στην πορεία του ανθρώπου προς την εξατομίκευση, όπως ονομάζει ο Γιουνγκ την ψυχική ενοποίηση και ολοκλήρωση, είναι η συνάντησή του με τη Σκιά, το αρνητικό μέρος της ψυχής του, το οποίο ο άνθρωπος θέλει να ξεχνά και να απωθεί γιατί του προκαλεί αμηχανία και ντροπή. Κι όχι μόνο να τολμήσει να συναντήσει τη Σκιά, αλλά και να τη ζήσει συνειδητά, έχοντας πειστεί ότι έτσι η ζωή του θα είναι πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια, παρά αν μείνει προσκολλημένος στους συλλογικούς κανόνες που είναι δομημένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν ουδέτερη την πιο κρυφή, την πιο ιδιαίτερη διάσταση του ατόμου[19].
Ο Γιουνγκ έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η συνάντηση με τη Σκιά και η βίωση των συνεπειών αυτής της συνάντησης μπορεί να είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο. Τη θεωρεί όμως αναγκαία προϋπόθεση μιας πλήρους και ολοκληρωμένης ζωής. Είναι μία συνάντηση με το πρόσωπο του Μεφιστοφελή, τον οποίο πρέπει να μπορέσουμε να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο και να αποδεχθούμε την παρουσία του μέσα μας, ως μια πηγή κακού που απεργάζεται μακροπρόθεσμα το καλό του ανθρώπου.
Η πορεία αυτή προς την εξατομίκευση αποτελεί κατά τον Γιουνγκ μια καθαρά εσωτερική εμπειρία. Χρησιμοποιώντας φιλοσοφική γλώσσα, θα μπορούσαμε να πούμε πως η θρησκευτικότητα του Γιουνγκ είναι καθαρή ψυχική εμμένεια, δηλ. το θεϊκό στοιχείο υπάρχει και ενεργεί στα όρια της ψυχικής ζωής και μόνο. Γι¶ αυτό και για τον Γιουνγκ η ενσάρκωση του Θεού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, λειτουργεί σαν ένα ακόμη σύμβολο ή μία απλή εικόνα περί του Θεού. Όσο κι αν αναφέρεται σε θέματα θρησκευτικά, στην πραγματικότητα ο Γιουνγκ εστίαζε την προσοχή του αποκλειστικά στην εξατομίκευση, ακόμη κι όταν μιλούσε για το πλησίασμα στη συνειδητοποίηση του Θεού. Σκοπός της ζωής δεν είναι η συνάντηση με το Θεό, η υπακοή στο θέλημά Του και η μεταμόρφωση του ανθρώπου από τη συνάντηση αυτή, αλλά η επίτευξη της ολότητας του Εαυτού μέσα στον άνθρωπο μέσω της συγχώνευσης των αντιθέτων. Ο Εαυτός παίρνει έτσι τη θέση του Θεού. Αυτός ο Εαυτός είναι η στενή πύλη δια της οποίας φτάνει ο άνθρωπος στο βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του. Εξίσου εσωτεριστικά ερμηνεύεται και η βιβλική ρήση «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί»: η Βασιλεία του Θεού δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο από την επίτευξη της εξατομίκευσης[20].
Στην πορεία αυτή προς την εξατομίκευση ο Θεός δεν αποκηρύσσεται απερίφραστα, αλλά καθίσταται περιττός. Δεν είναι πια ο Θεός που οδηγεί τον άνθρωπο με τη δύναμη της χάριτός Του στην ψυχική μεταμόρφωση. Μια μεταμόρφωση που προϋποθέτει την κάθαρση από τη Σκιά κι όχι την αποδοχή και το συμβιβασμό μαζί της και που ολοκληρώνεται μόνο όταν ο Χριστός και το θεϊκό Του θέλημα παίρνει τη θέση του ψυχικού εαυτού, σύμφωνα με την παύλεια διατύπωση «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». Αντίθετα στην γιουνγκιανή προοπτική είναι ο ίδιος ο εσωτερικός Εαυτός που ρυθμίζει, ισορροπεί και εναρμονίζει τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου. Με άλλα λόγια ο Εαυτός λαμβάνει στον άνθρωπο τη θέση και τη λειτουργία του Θεού των Γνωστικών[21].

Η κληρονομιά του Γιουνγκ στους χριστιανούς
Η σύντομη αυτή περιδιάβαση στο έργο του Γιουνγκ μοιάζει να καταδεικνύει το προφανές: ότι η θρησκευτική σκέψη του δεν μπορεί να είναι συμβατή με τη χριστιανική παράδοση κατά κανένα τρόπο. Αναλογιζόμενος λοιπόν κανείς την ευρύτατα διαδεδομένη προκατάληψη, πως ο Γιουνγκ δημιούργησε ένα ρεύμα μέσα στον κόσμο της ψυχανάλυσης ανοικτό προς το Χριστιανισμό και συμβατό μ¶ αυτόν, οφείλει να αναρωτηθεί για τους λόγους που οδήγησαν σ¶ αυτή την προκατάληψη. Θα αναφερθώ συνοπτικά σε τρεις.
Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με το ότι η γιουνγκιανή προοπτική προήλθε από τη ρήξη με τη φροϋδική ορθοδοξία, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα ριζικό αθεϊσμό. Αν η φροϋδική ψυχανάλυση ήταν αποφασισμένη να απαλλάξει τον άνθρωπο από την παιδική, όπως θεωρούσε, αυταπάτη της θρησκείας, η ψυχολογία του Γιουνγκ είδε τη θρησκεία ως ένα αναγκαίο εξελικτικό παράγοντα στην ιστορία και την υγεία της ανθρώπινης ψυχής. Διατύπωσε μάλιστα την πρόβλεψη πως αποτελεί παράγοντα ιστορικά ανεξάλειπτο, που δεν μπορεί να παραθεωρηθεί παρά μόνο με βαρύτατες συνέπειες για την πορεία του ανθρώπου προς την ολοκλήρωση. Ως εκ τούτου, η γιουνγκιανή ψυχολογία αποτέλεσε πρόσφορο υλικό σε μία εποχή που οι απολογητικές μέριμνες και ανάγκες έκαναν πολύ έντονη την παρουσία τους στο χώρο του Χριστιανισμού.
Ο δεύτερος λόγος προέρχεται από το γεγονός ότι η γιουνγκιανή ψυχολογία συμπορεύτηκε με ποικίλα θρησκευτικά και μυστικιστικά ρεύματα που αναπτύσσονταν, παράλληλα με το έργο του Γιουνγκ, στο πλαίσιο της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας κι είχαν να κάνουν: α) με την πρόταξη της μυστικής εμπειρίας ενάντια στην τυραννία του ορθού Λόγου και β) την ανάλογη αναβίωση του ενδιαφέροντος για το άλογο στοιχείο της ανθρώπινης ψυχής. Σε μία εποχή που η ιδέα για το θάνατο του Θεού διαπότιζε τον αέρα της Ευρώπης τα παραπάνω ρεύματα δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση μιας επιστροφής στη θρησκεία.
Ο τρίτος λόγος σχετίζεται με την αόριστη ταύτιση Χριστιανισμού και θρησκείας, έτσι που κάθε θετική αναφορά στη θρησκεία να θεωρείται από κάποιους ως αυτόχρημα θετική στάση και απέναντι στο Χριστιανισμό. Η τάση αυτή, απολογητική κατ¶ ουσία, δεν λαμβάνει υπ¶ όψιν τη ριζική κριτική της έννοιας της θρησκείας από χριστιανικής πλευράς, που κατά την εποχή μάλιστα του Γιουνγκ είχε ως εμβληματικό εκπρόσωπο ένα συγγραφέα γνώριμο και συμπατριώτη του, τον Καρλ Μπαρτ.
Κάνοντας λοιπόν κριτική στον Γιουνγκ από χριστιανικής πλευράς, μάλλον παραβιάζουμε ανοικτές θύρες καθώς ο ίδιος ποτέ δεν θεώρησε πως το έργο του είχε ουσιαστική σχέση με τη χριστιανική παράδοση. Η απήχηση του έργου του όμως πρέπει να μας κάνει να αναρωτηθούμε για τη γονιμότητα των θεμάτων που προέταξε, ανεξάρτητα από το κατά πόσον το περιεχόμενο των απαντήσεών του θεωρείται αποδεκτό κι επιτυχημένο. Θεωρώ έτσι πως μία κριτική εξέταση των θρησκευτικών ιδεών του Γιουνγκ θα ήταν ελλιπής και άγονη στο βαθμό που δεν θα εστίαζε στη σημασία που έχει για τη χριστιανική θεώρηση η αναμέτρηση με τα θέματα που ο Γιουνγκ έθεσε με τρόπο τόσο εμφατικό. Θα αρκεστώ στην επισήμανση τεσσάρων βασικών σημείων.
Α. Η ψυχανάλυση γενικότερα, και το έργο του Γιουνγκ ειδικότερα, προϋποθέτουν την απόσυρση της θρησκείας από το δημόσιο χώρο. Ο άνθρωπος περιστέλλεται στην ιδιωτικότητά του και το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στις περιπέτειες και τις αρρώστιες της ψυχής. Η θρησκευτικότητά του περιορίζεται στο χώρο των πεποιθήσεων, χωρίς πλέον να μεταφράζεται σε αντίστοιχες δεσμεύσεις στον τρόπο ζωής, ούτε να σχετίζεται με τη δημόσια παρουσία του ατόμου. Είναι μία υπόθεση ανάμεσα στην ψυχή και σ¶ ένα Θεό που γίνεται όλο και πιο αφηρημένος και αυθαίρετος, άρα και όλο και λιγότερο αναγκαίος. Η Εκκλησία δεν υπάρχει πια ως η ορατή κοινότητα που αμφισβητεί τις αρχές, τις εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου, που μπορούν έτσι πια ανενόχλητοι να εμφανίζονται ως η μόνη αξιόπιστη λύση για την επιβίωση των ανθρώπινων κοινωνιών.
Όσο η Εκκλησία δεν εμφανίζεται ως η εναλλακτική πόλις, μια άλλη, συνολική θέαση για τον κόσμο, τόσο η θρησκευτικότητα των ανθρώπων θα κατατρύχεται από τη θεραπευτική προσδοκία που προσφέρουν οι πάσης φύσεως ψυχοθεραπείες ή οι θρησκευτικές σέκτες. Εδώ θα πρέπει να γίνει σαφές πως παρουσία στο δημόσιο χώρο δε σημαίνει κατά κανένα τρόπο τη συμπόρευση με το κράτος ή τη συγκυριακή αντίθεση σ¶ αυτό, με τον εκκοσμικευμένο τρόπο που το βλέπουμε να γίνεται στις μέρες μας. Ό,τι από τα δύο κι αν προκρίνεται κάθε φορά, πρόκειται κατά βάθος για την ίδια τάση συμμαχίας της σύγχρονης Εκκλησίας με τις δυνάμεις της εκκοσμίκευσης με αντάλλαγμα να παραμένει, κατά το δυνατόν, αποδεκτή και παρούσα, έστω και ασθμαίνουσα, στις εξελίξεις. Εκκλησία ως εναλλακτική πόλις σημαίνει βίωση του ευαγγελικού ήθους σύμφωνα με τη βιβλική ρήση: «Ο?τω λαμψάτω τ? φ?ς ?μ?ν ?μπροσθεν τ?ν ?νθρώπων, ?πως ?δωσιν ?μ?ν τ? καλ? ?ργα κα? δοξάσωσι τ?ν Πατέρα ?μ?ν τ?ν ?ν το?ς ο?ρανο?ς» (Ματθ. 5, 16).
Β. Από τη στιγμή που η θρησκεία χάνει το δημόσιο ρόλο της ανοίγει ο δρόμος για την ανατίμηση των πάσης φύσεως εσωτερικών εμπειριών, μια που τι είναι πιο ιδιωτικό από τις εμπειρίες; Ο Γιουνγκ προέταξε στο έργο του τη σημασία εμπειριών όπως τα όνειρα, τα οράματα, καθώς και φαινόμενα που υπάγονται στον κόσμο του αποκρυφισμού και της παραψυχολογίας, γιατί διείδε πως στο βαθμό που το άλογο στοιχείο του ανθρώπου παραγνωρίζεται, όπως επέβαλε ο Διαφωτισμός, τότε κάτι το βαθιά ανθρώπινο χάνεται με κόστος για την ψυχική υγεία.
Εδώ θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη θα τεθεί υπό μορφή ερωτήματος. Η πληθώρα των αναφορών σε θαυμαστά γεγονότα και υπερφυσικές εμπειρίες που κατακλύζουν κείμενα που δημοσιεύονται τα τελευταία χρόνια και αναφέρονται σε βίους σύγχρονων ορθόδοξων ασκητών εναρμονίζονται άραγε με τη χριστιανική αγιολογική παράδοση που προέτασσε το στοιχείο της αγάπης, της ταπείνωσης και της θυσίας για τον αδελφό και υποβάθμιζε τη σημασία τέτοιων εμπειριών; Ή μήπως είναι, ανεπίγνωστα, διαποτισμένη από την ακόρεστη επιθυμία του σύγχρονου ανθρώπου να συναντήσει το υπερφυσικό, ακόμη και με τη μορφή του απόκρυφου και του δαιμονικού; Μήπως είμαστε περισσότερο επηρεασμένοι από εξελίξεις στο δυτικό πνευματικό κόσμο απ¶ όσο θα θέλαμε να παραδεχθούμε, έτσι που κι όταν ακόμη επικαλούμαστε την ορθόδοξη παράδοσή μας βρισκόμαστε κάτω από τον ίσκιο της σύγχρονης (μαζικοδημοκρατικής) ιδεολογίας του ευδαιμονισμού που εισβάλλει στη σύγχρονη πνευματική ζωή;
Η δεύτερη παρατήρηση συνίσταται στο ότι ο κόσμος των εμπειριών που περιέγραψε ο Γιουνγκ δεν είναι άγνωστος στη χριστιανική παράδοση, απλώς αποτιμάται διαφορετικά. Συνοψίζοντας αιώνες ασκητικής εμπειρίας ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει στην πνευματική του αυτοβιογραφία:
«Αυτή αύτη η ζωή κατέδειξεν εις εμέ ότι άνευ της ζώσης πείρας του Θεού και της συναντήσεως μετά των αρχών και κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευμάτων της πονηρίας «εν τοις επουρανίοις», μόνη η διανοητική μάθησις δεν οδηγεί προς την οντολογικήν έννοιαν της πίστεως ημών»[22].
Σύγχρονοι θεολόγοι είδαν πίσω από την παύλεια έννοια των αρχών και των κοσμοκρατόρων του αιώνος τούτου ανθρώπινους δεσμούς, ιδεολογίες και κατασκευές που επιχειρούν να δημιουργήσουν μία επίπλαστη τάξη στον κόσμο. Μία τάξη που βασίζεται στη βία και το ψεύδος και διαιωνίζεται μέσα από ποταμούς αίματος και δακρύων, αλλά που ταυτόχρονα κατορθώνει να πείσει τον άνθρωπο ότι αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη λύση, συκοφαντώντας τη Βασιλεία του Θεού ως αποτυχημένη ουτοπία[23].
Έτσι η συνάντηση με τις αρχές και εξουσίες του αιώνος τούτου συνίσταται σε δύο διαφορετικές πνευματικές καταστάσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με τις «εκ των έξω» προσβολές των δαιμονικών δυνάμεων, στην οποία αναφέρθηκε ο π. Σωφρόνιος, και την οποία μαρτυρούν οι βίοι των αγίων. Η δεύτερη αναφέρεται στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία της «εκ των έσω» υποδούλωσης της ψυχής στις δαιμονικές δυνάμεις.
Και στις δυο περιπτώσεις μοιάζει επιτακτική η ανάγκη η Εκκλησία να δείξει με έμφαση στο σημερινό άνθρωπο αυτό που μοιάζει αδιανόητο στη σκέψη του και αόρατο στην οπτική του. Τη διαρκή παρουσία της διαβολικής ενέργειας στον κόσμο και την καταστροφική της επίδραση παρά τις όποιες μεταμφιέσεις της. Ο εκκλησιαστικός λόγος δεν πρέπει να εξαντλείται σε αισθηματολογίες και ευχολόγια, αλλά να αναδεικνύει το κόστος της συσταύρωσης με το Χριστό στην οποία καλείται ο πιστός. Το να αρνούμαστε το Σταυρό του Χριστού ή να τον αποσιωπούμε, δεν οδηγεί στην απελευθέρωση της επιθυμίας και την ευδαιμονία, όπως διακήρυξαν και επαγγέλθηκαν ποικίλα σύγχρονα ιδεολογικά ρεύματα, αλλά στην ανωριμότητα απέναντι στην αντιμετώπιση του πόνου και της οδύνης, στοιχείων που κυριαρχούν στον μεταπτωτικό κόσμο, ανεξάρτητα από το αν θέλουμε να τα βλέπουμε ή αν επιλέγουμε να εθελοτυφλούμε.
Γ. Ο Γιουνγκ επέμεινε πως ο άνθρωπος, μέσα από την ψυχαναλυτική θεραπεία, πορεύεται προς το ιδανικό της εξατομίκευσης, της ανακάλυψης του βαθύτερου εαυτού του, την πραγμάτωση των δικών του προσωπικών πόθων, ανεξάρτητα από το βάρος της παράδοσης, οικογενειακής, κοινωνικής, θρησκευτικής ή οποιασδήποτε άλλης. Η πορεία αυτή, στο βαθμό που πραγματώνεται, είναι κατά τον Γιουνγκ, μια πορεία μεταμόρφωσης που οδηγεί τον άνθρωπο στην ωριμότητα.
Λαμβάνοντας υπ¶ όψιν την ψυχαναλυτική αυτή προοπτική, η Εκκλησία οφείλει να προβληματιστεί σοβαρά σχετικά με το αν και σε ποιο βαθμό τα μέλη της εξελίσσονται πνευματικά, οδεύοντας σε μία κατά Χριστόν ενηλικίωση ή, αντίθετα, παραμένουν καθηλωμένα σε μία πνευματική νηπιακή ανωριμότητα. Σε μία εποχή που η κατάθλιψη, η επώδυνη απουσία νοήματος και οι ποικίλες ψυχικές νόσοι μαστίζουν, δίκην επιδημίας, το σύγχρονο κόσμο, η μελλοντική παρουσία της Εκκλησίας στην κοινωνία θα κριθεί κατά πολύ από το κατά πόσον θα φανεί ικανή να προσφέρει πραγματική πνευματική προοπτική στον πάσχοντα άνθρωπο.
Ας μου επιτραπεί η απλή αναφορά σ¶ ένα σχετικό ιστορικό παράδειγμα από το απώτερο παρελθόν της εκκλησιαστικής ιστορίας. Αφορά στον τρόπο αντιμετώπισης των επιδημιών που ξέσπασαν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 165 μ.Χ. και το 251 μ.Χ. και τη σημασία που είχε για την εξάπλωση και εδραίωση του Χριστιανισμού. Σύγχρονοι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι αντιδιαστέλλουν τον πανικό, την αδιαφορία και την τάση φυγής και εγκατάλειψης των αρρώστων που επέδειξε ο παγανιστικός κόσμος με τη στάση της οργανωμένης, ανιδιοτελούς και θυσιαστικής φροντίδας που επέδειξε η χριστιανική Εκκλησία. Η εμφανής, ακόμα και στα πιο εχθρικώς διακείμενα μάτια των εθνικών, παρουσία της Εκκλησίας ως της κοινότητας που αφ µενός φροντίζει, μεριμνά και διακονεί τους πάσχοντες και, αφ¶ ετέρου, δίνει απάντηση σχετικά με το νόημα και τη θεραπευτική αξία της οδύνης υπήρξε καταλυτική για την εδραίωση της Εκκλησίας στον κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας[24]. Το μέλλον του χριστιανισμού θα εξαρτηθεί κατά πολύ από το βαθμό που η σύγχρονη Εκκλησία θα μπορέσει να αντιμετωπίσει με ανάλογη επιτυχία τη σύγχρονη επιδημία της έλλειψης νοήματος, που ο Γιουνγκ είδε να έρχεται και σήμερα πια κατακλύζει όχι μόνο το δυτικό αλλά, μέσω της παγκοσμιοποίησης, ολόκληρο τον κόσμο.
Δ. Ο Γιουνγκ, νοιώθοντας πως ζει σε μία εποχή που χάνει όλο και πιο πολύ την ιστορική της συνείδηση, έκανε τη δική του προσπάθεια να ενσωματώσει στο έργο του φάσεις της ιστορικής πορείας του ανθρώπου που του φαίνονταν συναφείς με το δικό του εγχείρημα. Συνδέοντας τις αρχαίες μυθολογίες, το Γνωστικισμό, τον αλχημισμό και την ψυχολογία του ασυνειδήτου, προσπάθησε να δώσει μία συνολική μεγάλη αφήγηση στο δυτικό άνθρωπο. Ανεξάρτητα από την επιτυχία ή μη του εγχειρήματος, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στη σημασία του.
Κι αυτό, γιατί ζούμε σε μία εποχή που κυρίαρχο πάθος της είναι να ζεις για τη στιγμή, να ζεις για τον εαυτό σου, χωρίς μνήμη των προγόνων και μέριμνα για τους απογόνους. Χάνουμε γοργά την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ανήκουμε σε μία διαδοχή γενεών, που ξεκίνησαν από το παρελθόν και προεκτείνονται στο μέλλον. Στο βαθμό που θεωρούμε πως η κοινωνία δεν έχει μέλλον και η γέννηση απογόνων σε μία τέτοια κοινωνία δεν έχει νόημα, καλλιεργούμε μία σχεδόν υπερβατική προσοχή για τον εαυτό μας, όπως καταδεικνύει και η εσωτεριστική διάσταση του έργου του Γιουνγκ[25].
Μιλώντας θεολογικά, μπορούμε να πούμε πως χάνεται η αίσθηση της ιστορίας της σωτηρίας. Της σημασίας που έχει το γεγονός πως ο Θεός των χριστιανών είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο Θεός που έβγαλε το λαό Του, τον Ισραήλ, από την Αίγυπτο και τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ο Θεός που εισήλθε στην ιστορία, έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Ο Θεός που ίδρυσε την Εκκλησία Του στην οποία καλούμαστε κι εμείς σήμερα να γίνουμε μέλη. Αυτή την ιστορία δεν αρκεί να την επικαλούμαστε αφηρημένα, αλλά προέχει να εγγράψουμε και τη δική μας σημερινή ιστορία, τις δικές μας ζωές, μέσα σ¶ αυτήν τη μεγάλη αφήγηση της Εκκλησίας. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει όσο παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε μία ανιστορική προσκόλληση στην περίοδο εκείνη της εκκλησιαστικής ιστορίας που αναγάγουμε εσφαλμένα σε χρυσή εποχή της, τον «ένδοξόν μας βυζαντινισμό», μια περίοδος που ποτέ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα με τον ιδεολογικό τρόπο που την προτάσσουμε σήμερα.
Εδώ όμως θα πρέπει να ολοκληρώσουμε το λόγο μας. Σκιαγραφήσαμε την προσπάθεια του Καρλ Γιουνγκ να συνδέσει την ψυχαναλυτική θεραπεία με διάφορες θρησκευτικές δοξασίες που τις θεώρησε συμβατές μ¶ αυτήν. Πίσω από την προσπάθεια αυτή κρυβόταν η βαθύτατη πεποίθησή του, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του ιδρυτή της ψυχανάλυσης και αρχικού μέντορά του Φρόιντ, πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει κάτω από έναν άδειο ουρανό. Η πρόταση του Γιουνγκ είναι ένας ιδιότυπος και αμφίλογος εσωτερισμός: το κενό στον ουρανό πληρώνεται με την ολοκλήρωση του Εαυτού. Η βιβλική παράδοση είδε πίσω από κάθε προσπάθεια να πληρωθεί η θέση του ουράνιου θρόνου με ανθρώπινες κατασκευές, οσοδήποτε φιλοσοφικές και εκλεπτυσμένες, την ειδωλολατρία, την κατάφωρη παράβαση των δύο πρώτων εντολών του Δεκαλόγου. Η Εκκλησία δεν πρέπει όμως να αρκεστεί στην ανάδειξη των αδιεξόδων που έχουν προσπάθειες όπως αυτή του Γιουνγκ. Οφείλει πρωτίστως να μαρτυρεί στον κόσμο, με την παρουσία και τη ζωή της, πως ενσαρκώνει σε κάθε εποχή μία παράδοση που είναι η ζωντανή πίστη των κεκοιμημένων και όχι η νεκρή πίστη των ζωντανών[26].




ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[01]. Καρλ Γιουνγκ, Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα, μτφρ. Σοφία ?ντζακα, Εκδόσεις Σπαγειρία, Πτολεμαΐδα 2001, σ. 218. .
[02]. Ό.π., σ. 221. .
[03]. Ό.π., σ. 30-31.
[04]. Ο.π., σ. 88-89.
[05]. Ό.π., σ.19. Η υπογράμμιση δική μου.
[06]. Ό.π., σ. 43.
[07]. Ό.π., σ. 140-1.
[08]. Ό.π., σ. 270-1.
[09]. Ό.π., σ. 272-3. Η έμφαση δική μου.
[10]. Ό.π., σ. 65.
[11]. Ό.π., σ. 70-71.
[12]. Ό.π., σ. 305.
[13]. Ό.π., σ. 68.
[14]. Βλ. ό.π., σ. 308.
[15]. Ό.π., σ.112.
[16]. Ό.π., σ. 284-5.
[17]. Προέρχεται από το έργο του Γιουνγκ, Ψυχολογία και Αλχημεία, παρατίθεται στο Gerhard Wehr, Καρλ Γιουνγκ. Η Ζωή και το Έργο του, μτφρ. Αργυρώ Πατσού – Ματθαίος Βελούδος, εκδ. Αρχέτυπο, Αθήνα 2003, σ. 314.
[18]. Ό.π., σ.323.
[19]. Βλ. Aldo Carotenuto, Έρως και Πάθος. Τα όρια της αγάπης και του πόνου, μτφρ. Κούλα Καφετζή, εκδ. Ίταμος, Αθήνα 1995, σ. 135.
[20]. Βλ. Aldo Carotenuto, Αγάπη και Προδοσία, Εγκώμιο σχεδόν της Προδοσίας, μτφρ. Κούλα Καφετζή, εκδ. Ίταμος, Αθήνα 1999, σ. 46 κ.ε.
[21]. Η κριτική των θρησκευτικών απόψεων του Γιουνγκ που επιχειρείται εδώ οφείλει πολλά στο δοκίμιο του Philip Sherrard, Christianity and the Religious Thought of C.G. Jung. Βρίσκεται στο Philip Sherrard, Christianity. Lineaments of a Sacred Tradition, Holy Cross Orthodox Press, Brookline Massachusetts 1988, p. 134-157.
[22]. Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, σ. 13.
[23]. Βλ. John Howard Yoder, The Politics of Jesus, Eerdmans 1994. Επίσης την τριλογία του Walter Wink, Naming the Powers, Fortress Press 1984, Unmasking the Powers, Fortress Press 1986, Engaging the Powers, Fortress Press 1992.
[24]. Βλ. σχετικά Rodney Stark, Η εξάπλωση του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Λουκά, ?ρτος Ζωής, Αθήνα 2005, σ. 115-147.
[25]. Βλ. Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Αθήνα χ.χ., σ. 18-19.
[26]. Πρβλ. Jaroslav Pelikan, The Vindication of Tradition, Yale University Press, New Haven and London, 1984, σελ. 65.




(Πηγή: ΕΣΩΤΕΡΙΣΜΟΣ - Πρακτικά ΙΘ¶ Πανορθοδόξου Συνδιασκέψεως εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων για θέματα αιρέσεων και παραθρησκείας, Ε.Μ.Υ.Ε.Ε. , 2008.)

Θεολογίας γόνοι αθεολόγητοι Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη


1[1]
κάθε απόπειρα να δυνηθώ να κατανοήσω
της θεολογίας το απαύγασμα
στέφεται με ¨πανηγυρική¨ αποτυχία

Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη
Θεολόγου – Φιλολόγου,
 Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
   Δεν είναι υπερβολή να γράψω ότι δεν καυχιέμαι για την ποιότητα της θεολογίας που διδάσκω! Προφανώς, δεν προηγείται ποιότητα βιωματική και εκ του αποτελέσματος, κάθε απόπειρα να δυνηθώ να κατανοήσω της θεολογίας το απαύγασμα στέφεται με ¨πανηγυρική¨ αποτυχία. Είναι απόκοσμο να διατρανώνουμε λόγο Θεού και συνάμα να αφουγκραζόμαστε ¨φωνές¨ και από-κλίσεις ικανές να μάς συμπεριλάβουν στην ανίερη χορεία των σταυρωτών και αρνητών του Θεανθρώπου Κυρίου μας Ιησού Χριστού! Παρά ταύτα, αν ρωτήσεις θεό-λόγο [αναφέρομαι στους προσοντούχους πτυχιούχους εδώ] για θέματα θεο-λογικά, ένα είναι σίγουρο, θα σού απαντήσει για οτιδήποτε κινείται και σχετίζεται επί της γης, ορατής γης και αοράτου!
  Έχω την αίσθηση ότι εδώ συναντά εφαρμογή εκείνο που χρόνια φωνάζω ότι λαθεμένη θεο-λογία διδάσκουμε, λαθεμένη θεολογία διδαχθήκαμε, αθεολόγητη θεολογία βιώνουμε! Η προσωπική μου διανοητική και συναισθηματική αμφισημία έγκειται στο ζήτημα της υποκρισίας και ειδικότερα στην περίπτωση που αυτή παραμονεύει και θεριεύει! Και θεριεύει και γιγαντώνεται ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που ο ¨πιστός¨ αισθάνεται ¨αγωνιστής¨ του Χριστού και πιστός τηρητής των εντολών Του! Μα τότε σε ποιό σημείο συναντάμε λαθεμένη θεο-λογία; Δεν είναι εντιμότερο και άκρως επιδεκτικότερο υγιούς και ορθά εκφρασμένης επιστημοσύνης εάν αρκεστούμε στον καταλογισμό, στη διάγνωση και συναίσθηση της αστοχίας μας; Ίσως να ήταν εφικτό, η δε καθημερινότητα όμως μάς πληροφορεί για τ΄ αντίθετα!
  Είναι λαθεμένη η θεο-λογία που διδάσκουμε, στην συντριπτική μας πλειονότητα οι πτυχιούχοι θεολογίας, διότι περιορίσαμε την αμαρτία στα ηθικά στεγανά της περιοχής μας , έστω και της πόλης μας! Πουθενά λόγος για εγωϊσμό, κακεντρέχεια, λοιδορία, συκοφαντία, αγνωμοσύνη, φθόνω, πονηρία, πόρωση και αναισθησία ψυχής να κοινωνήσει την χαρά του άλλου, ¨ευαισθησία¨ τουναντίον, να σπεύσει να ¨σπουγγίσει¨ τον πόνο, να συν-τρέξει και να συ-νοδοιπορήσει με τη δυστυχία του συν-ανθρώπου του! Είναι λαθεμένη η θεο-λογία που διδάσκουμε διότι μεταποιήσαμε τους ιερούς Ναούς, έχουμε και εμείς ευθύνη γι΄ αυτό, σε εταιρείες-οργανισμούς με προτεραιότητα τα έσοδα και τα έξοδα, με προτεραιότητα την ωραιοποίηση[αναφέρομαι στην υπερβολή] και θεατροποίησή τους. Έμφαση στο φιλανθρωπικό έργο, κοινωνικές εταιρείες, αποκύημα άκριτου ¨πιετισμού¨, αποχαύνωση της ορθόδοξης πνευματικότητας, από-ιεροποίηση του χώρου. Αλήθεια, σε τι διαφέρουν πολλοί ορθόδοξοι ναοί σήμερα από θεατρικές παραστάσεις, από θεατρικές σκηνές! Συνωστισμός ανέστιος, παρακολούθηση των δρωμένων, ηθική ¨καλλιέργεια¨ των ψυχών, επιδερμική ¨ευλογία¨ που καθίσταται πανουργία και χαρακτηριστικό δείγμα και γνώρισμα της αλογίας των καιρών! Μέχρι και προσωπικό φύλαξης επιστράτευσαν για να φυλάττει ο άνθρωπος τον άγιο ή την αγία στην οποία τιμάται ο ναός! Προσωπικό ασφαλείας για την εύρυθμη λειτουργία και την κοινωνική λειτουργική συνοχή! Και αναρωτιέσαι τότε για την ποιότητα της θεολογίας που διδάσκουμε, και έχουμε όλοι ευθύνη γι΄ αυτό, για την ποιότητα της θεολογίας που βιώνουμε!
  Είναι λαθεμένη η θεολογία που ακολουθούμε γιατί έχει τερματικά παροδικά και εφήμερα! Διότι, όλοι ομιλούμε περί Αναστάσεως και προσδοκούμε δήθεν Ανάσταση νεκρών και επουράνια Βασιλεία, αλλά συμπεριφερόμαστε ως ερωτό-χθονες, ωσάν να πρόκειται να δώσουμε τα πάντα, να ¨σκοτώσω¨ τον άλλον φθάνει ¨εγώ¨, ¨εγώ¨ να προχωρήσω , ν΄ αναδειχθώ και να ¨ζήσω¨. Είναι ακόμη λαθεμένη η θεολογία που διδάσκουμε γιατί κατηγοριοποιεί την αστοχία, την αδυναμία του ανθρώπου, και την μεταποιεί σε καταδυνάστευσή του, όχι ως υπόμνηση ανάγκης επανόδου και επαναπροσδιορισμού, όχι ως αδήριτη ανάγκη ν΄ανανεώσει την κοινωνία του μετά του Προσώπου του Απολύτου, αλλά ως ηθικό κατάντημα και καταστολή της ψυχής, ως κίνδυνος και αφορμή να απωλέσεις την ¨εικόνα¨ που έχουν για εσένα οι άνθρωποι επί της γης! Και τότε, τι και αν ζεις και πορεύεσαι, θεο-λογία και πλάνην βιώνεις και διατυμπανίζεις γύρω σου! Όλα για τον κόσμο, για την ¨εικόνα¨ σου, για την ¨άποψη¨ και γνώμη που οι άλλοι τρέφουν και καλλιεργούν για εσένα!
 
Είναι λαθεμένη η θεο-λογία που διδαχθήκαμε και διδάσκουμε γιατί εστιάζει στον συμφεροντολογισμό. Συνάντησα έως σήμερα στα 35 μου χρόνια, ανθρώπους ουκ ολίγους, που σε πλησιάζουν και σε συν-τρέχουν και επενδύουν μελλοντικά στην αντίδοση! Σήμερα να προσφέρουν, αύριο ν΄ αρπάξουν πλείονα των πρώτων! Ω της ασχημοσύνης! Ω της αδιαντροπιάς! Ω της απέχθειας! Ω της υποκρισίας! Είναι δε έτοιμοι, ικανοί και έτοιμοι να ¨πετροβολήσουν¨, να ¨καταβροχθίσουν¨ τον πρώτο που θα συναντήσουν μπροστά τους, τον πρώτο πιστό που ¨αμάρτησε¨, τον πρώτο ¨πόρνο¨, τον πρώτο συνοδοιπόρο και Ουρανοπολίτη γύρω τους!
  Είναι λαθεμένη η θεολογία εισέτι, διότι αρκούμαστε στα φιλανθρωπικά έργα, φθάνει να έχουμε κατά νου ότι αργά ή γρήγορα θα ¨ακουστεί¨ το έργο μας και δη στον οικείο επίσκοπο, θα μαθευτεί ο ¨κόπος¨ μας, η διακονία μας, η εκφρασμένη ¨φιλαλήθεια¨ και ευαισθησία μας! Μεταποιήσαμε την ύψιστη θεο-λογία μας σε απαρίθμηση αποστεωμένων τυπικών διατάξεων και κανόνων, όπου κυρίαρχη θέση, ίσως και μοναδική, έχει η διατήρηση της ακεραιότητας του σώματός μας και της αγνότητάς μας, ακόμη και με κάθε μέσο! Και ασφαλώς και είναι και πρέπει να είναι έτσι, όμως αναρωτιέμαι: η ηθική σας, η αγιότητα, η αστοχία, η αμαρτία, περνάει και εγκαθιδρύεται μόνο στο σώμα σας; Η δε καρδιά σας πολλάκις παραδομένη στη λησμονιά καθίσταται!
  Είναι ακόμη λαθεμένη η θεο-λογία που διδάσκουμε γιατί αναπαυόμαστε και καθεύδουμε καθ΄ εκάστην, έμπλεοι κρυφής και κούφιας ευχαρίστησης απέναντι στον Ουρανό, ότι τάχα πράξαμε το καθήκον μας κατά το ανθρώπινο μέτρο! Έμπλεοι νωθρής και δαιμονικής θαλπωρής ότι και σήμερα αγαπήσαμε, και σήμερα πράξαμε το ¨καθήκον¨ μας απέναντι στον κόσμο! Και επειδή καταθέτοντας τις ως άνω γραμμές, ναί, θα το γράψω, δεν με αναπαύει η γνώμη του κόσμου, δεν αναζητώ ¨ζητωκραυγές¨, πόρρω απέχει από το σαρκίο μου η διατήρηση και ο καλλωπισμός της δημόσιας ¨εικόνας¨ μου, ας είναι, κλείνω το άρθρο μου εδώ, μισογραμμένο, ατελείωτο! Έχω την αίσθηση δε, άμα δε και την πεποίθηση ότι λαθεμένη θεο-λογία διδάσκω, λαθεμένη θεολογία βιώνω, θεολόγος αθεόλογος και αθεο-λόγητος ειμί!  «Δεν είναι σκοπός της ζωής μου εμένα να τρώγω μόνο, να χωνεύω και να κοιμούμαι. Όχι! Όχι!…»  
[theologikoanalogio.wordpress.com]