Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα τοῦ καὶ Χαμαετοῦ


Αγιος Νικόλαος καβάσιλαςΞαναγυρίζοντας τώρα στό Βυζάντιο εἶναι καλό νά πᾶμε πρῶτα στόν τελευταῖο μεγάλο μυστικό του, τόν Νικόλαο Καβάσιλα (+ 1471), πού ἐμπνέεται πολύ ἀπό τόν Συμεῶνα.
Τό οἰκογενειακό του ὄνομα ἦταν Χαμαετός, γνωστή βυζαντινή οἰκογένεια. Γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη ἀλλά σπούδασε στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Καβάσιλας ἔφτασε στίς ἀκρότερες συνέπειες, στίς ὁποῖες ὁδηγοῦσε ἡ κατεύθυνση πού μέ τόσο ζωηρό παλμό ἐχάραξεν ὁ Συμεών. Τό σπουδαιότερο ἔργο του εἶναι ἡ «ζωή ἐν Χριστῷ». Τό ἁπλό καί μαζί βαθύ, λυρικό καί μαζί μυστικό ὖφος του ἀποπνέει τή δροσιά καί τήν αἰσιοδοξία τῶν ἀποστολικῶν χρόνων. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες αἰσθάνονταν συχνά τήν ἀνάγκη νά ξαναγυρίζουν στό Σωκράτη γιά νά βαπτιστοῦν στή γεμάτη αἰσιοδοξία ἀλλά καί ἁπλότητα σκέψη καί ζωή του, ἔτσι καί οἱ Βυζαντινοί, ὅσες φορές ἡ ἐκλεπτυσμένη θεολογική σκέψη ἐστέγνωνε τήν ψυχήν των ξαναγυρίζουν στούς ἀποστολικούς χρόνους, στήν ἁπλότητα τῆς πίστης καί στήν αἰσιοδοξία των.
Θά σταματήσωμε σέ δυό μόνο σημεῖα πού δείχνουν σημαντική πρόοδο τῆς μυστικῆς θεωρίας. «Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, λέγει ὁ Καβάσιλας, πού εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καί εὐγνωμοσύνης. Γιά νά ἀκολουθήση κανείς αὐτό τό νόμο δέν εἶναι ἀνάγκη νά καταβάλη κόπους, οὔτε έξοδα, οὔτε νά χύση ἰδρῶτα ... Οὕτε, προσθέτει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀφήσης τή δουλειά σου, ἤ νά ἀποσυρθῆς σέ ἀπόμερα μέρη, νά διάγης μιά παράξενη ζωή καί νά φορῆς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δέ χρειάζεται νά κάμης ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νά μείνης στό σπίτι σου, καί, χωρίς νά χάσης τά ἀγαθά σου, νά βρίσκεσαι πάντα στή μελέτη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, στή μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεῖο καί σέ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη».
«Καί πρῶτα πρῶτα, προσθέτει ἀλλοῦ, δέ χρειάζονται προετοιμασίες γιά τήν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοί τόποι, οὔτε φωνές ὅταν ἐπικαλούμαστε τό Θεό. Γιατί δέν ὑπάρχει τόπος ἀπό ὅπου λείπει ὁ Θεός, δέν εἶναι δυνατό νά μήν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πάντα πιό κοντά σέ κείνους πού τόν καλοῦν, ἀπό ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θά ἔλθη πρός ἠμᾶς, ἀκόμη κι ἄν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός». Χάνεται τελείως, ὅπως βλέπομε, ὄχι μόνο ἡ ἀντιδικία μέ τή σάρκα, ἀλλά καί ὅλες οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες καί μορφές τῆς ζωῆς (ἀναχωρητισμός, ἔνδυμα κλπ.) πού τίς θεωροῦσαν ἀπαραίτητες. Ἡ εὐσέβεια εἶναι ἀποκλειστικά ἔργο τῆς δικῆς μας ἐσωτερικῆς διαθέσεως, τῆς δικῆς μας θέλησης. Γι' αὐτό δέν εἶναι ἀπαραίτητο ἐπακόλουθο τοῦ μυστικισμοῦ ἡ ἐξωτερική ἀποχώρηση ἀπό τόν κόσμο, ὁ ἀναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στήν καθημερινή, τήν κοινωνική του ζωή ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ καί πρέπει νά τήν μετουσιώνη μέ τή μελέτη τῶν ὑψηλῶν πνευματικῶν θεμάτων, πού ἀπεργάζονται τή μεταστροφή τῆς βουλήσεώς του.
Δέν εἶναι λοιπόν ὁ Καβάσιλας ὁ μυστικός τῶν ἐκστατικῶν καταστάσεων. Σκοπός του νά περιγράψη τή θεία χάρη μέσα στόν κοινό χριστιανό. Καί αὐτό τό κάνει μέ ἐξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, πού μπαίνει μέσα στόν καθένα μας μέ ἕνα μυστήριο οἰκειότητας. Εἶναι φυσικό, λέγει, κάθε πρᾶγμα νά εἶναι δεμένο μέ τόν ἑαυτόν του περισσότερο παρά μέ κάθε ἄλλο. Ἔτσι πιστεύομε. Καί ὅμως, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ἡ ἔνωσή μας μέ τό Χριστό εἶναι ἀκόμα πιό δυνατή. Οἱ μακάριοι ἄνδρες νοιώθουν τόν ἑαυτό τους δεμένο περισσότερο μέ τό Σωτῆρα παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Ὁ Χριστός εἶναι τήν ἴδια ὥρα ξένος μας καί ἐνδιαίτημά μας. Ἀναπνέομε τό Χριστό. Σέ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει ἡ Νέα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, στήν παρουσία μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, πού διαθέτει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν μεταπλάθει. Χρέος μας ἱερό νά μή σβύσωμε τή μέσα μας ἀναμένη λαμπάδα, ἀλλά νά σκάψωμε μέσα μας καί νά ἀνακαλύψωμε τήν καθαρή οὐσία τῆς ἀρετῆς, τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. «Οὔτε οἱ ναοί, λέγει ὁ Καβάσιλας, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο ἱερό εἶναι τόσο ἅγιο ὅσο ὁ ἄνθρωπος μέ τή φύση τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐκεῖνος πού θά ἔλθη καθήμενος ἐπί τῶν νεφῶν εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι ἀσφαλῶς Θεός. Καθένας μας, μπορεῖ νά λάμψη περισσότερο ἀπό τόν ἤλιο, νά ἀνέβη στά σύννεφα, νά πετάξη πρός τό Θεό, νά τόν πλησιάση, νά κάμη ὥστε ὁ Θεός νά τόν κυττάξη μέ γλυκύτητα». Νάμαστε λοιπόν πάλι στή Σωκρατική ἀφετηρία, μέ νέο βάθος: νά ἀνακαλύψης τήν ἀξία τῆς φύσης σου καί νά οἰκοδομήσης τή ζωή σου πάνω σ' αὐτήν. «Ἄν, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ὕστερα ἀπό αυτή τήν ἀνακάλυψη ἀναλογισθῆ ὁ ἄνθρωπος τήν φτώχεια μέσα στήν οποία ζεῖ, -ἐνῶ ἔχει τόσο πλούσια φύση,- ἐπειδή ἄφησε τήν ὀκνηρία καί τόν ὕπνο νά τόν περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη καί δάκρυα πολλά θά τόν συνοδεύουν σέ ὅλη του τή ζωή. Ἀλλά τήν ἡμέρα ὅμως πού θά κάμη τή ζωή του ὅπως ἔπρεπε νά εἶναι, ἀπό πηγή θλίψεως καί δακρύων πού ἤτανε, θά γίνη τότε ἡ ζωή του πηγή εὐδαιμονίας καί πνευματικῆς χαρᾶς». Μέ τόν ἰδεαλισμό του κατορθώνει ὁ Καβάσιλας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον Βυζαντινό, νά ἀνακαλύψη τόν πνευματικό ἄνθρωπο ὄχι στόν ἀναχωρητή, ἀλλά στήν, ἔξοχη ἀνθρώπινη φύση, μέ τήν ὁποίαν ἐπικοινωνεῖ ὁ Θεός, καί νά καλέση κάθε Χριστιανό νά κάμη τήν ἴδια ἀνακάλυψη. Ἡ θρησκευτική σκέψη λυτρώνεται ἀπό κάθε δεσμό μέ έξωτερικές συνθῆκες. Ἀπό τόν ἀσκητισμό τοῦ σώματος, τόν πόλεμο κατά τῆς σάρκας των ἑρημιτῶν τῆς Θηβαΐδος, ἀνεβαίνουμε στήν κορφή τῆς καθαρῆς πνευματικῆς χώρας τoῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἀπό τίς μεγαλύτερες πνευματικές νίκες τοῦ Βυζαντίου.

Ο Θεοτοκόφιλος Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας-π. Θεόδωρος Ζήσης

Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ο Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας για την προσευχή [mp...

Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Ιωαννίδης Έργα και Λειτουργική Θεολογία αγ. Νικολάου Καβάσιλα

Συνεχίζοντας τη σειρά των άρθρων για τη Θεολογία της Βυζαντινής Λειτουργικής από τον αρχιμ. Νικόλαο Ιωαννίδη, Καθ. Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφερόμαστε σήμερα στη θεολογική παραγωγή του αγ. Νικολάου Καβάσιλα, μεγάλου εισηγητή της χριστιανικής Θεολογίας της Λατρείας.
β) Το συγγραφικό έργο του
Τα συγγράμματα του Νικολάου Καβάσιλα κατά την άποψη του Γεννάδιου Σχολαρίου «εισί τη του Χριστού εκκλησία, τα τε άλλα και οι περί της εν Χριστώ ζωής αυτώ συγγραφέντες λόγοι, εν οις πάσιν ου μόνον ευσέβειαν και θεολογικήν επιστήμην έδειξεν έχων υπερφυώς, αλλά και τέχνη και χάριτι ρητορική προς τους πρώτους, και εν αυτοίς (τοις) έλλησι διαμιλλώμενος»[20]. θα προσθέταμε ότι διακρίνονται και για τη σαφήνεια, τη βαθύτητα της σκέψεως και την πρωτοτυπία της συνθέσεώς τους.
kabasilas1
Το συγγραφικό έργο του διακρίνεται σε πνευματικά – μυσταγωγικά, λειτουργικο-υμνολογικά, ερμηνευτικά, αντιρρητικά, λόγους πανηγυρικούς και εγκωμιαστικούς, φιλοσοφικά, κοινωνικοπολιτικά, επιγράμματα, επιστολές[21].
Πνευματικά – μυσταγωγικά:
1.«Περί της εν Χριστώ ζωής».
2.«Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας».
Λειτουργικο-υμνολογικά:
1.«Εις την ιεράν στολήν».
2.«Περί των εν τη θεία λειτουργία τελουμένων».
3.«Περί της επί κοινωνία των μυστηρίων κοινής ευχαριστίας, και της τελευταίας ευχής».
Ερμηνευτικά:
1.«Σημασία εις την όρασιν του προφήτου Ιεζεκιήλ, λόγος Α’».
2.«Σημασία εις την όρασιν του προφήτου Ιεζεκιήλ, λόγος Β’».
3.«Εις την του προφήτου Ιεζεκιήλ όρασιν σημασία».
Αντιρρητικά:
1. «Προθεωρία εις το περί της αγίας Οικουμενικής συνόδου του Νείλου Καβάσιλα. Σύντομος πρόλογος».
2.«Κατά των του Γρηγορά ληρημάτων λόγος».
Λόγοι πανηγυρικοί και εγκωμιαστικοί:
1.«Λόγος εις τα σωτήρια Πάθη».
2.«Λόγος εις την Ανάληψιν του Σωτήρος».
3.«Λόγος εις την υπερένδοξον Θεοτόκον».
4.«Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν».
5.«Λόγος εις την πάνσεπτον Κοίμησιν».
6.«Πανηγυρικός εις τον άγιον Νικόλαον».
7.«Πανηγυρικός εις τον άγιον Ανδρέαν τον νεομάρτυρα».
8.«Εγκώμιον εις την οσίαν μητέρα και μυροβλήτιδα Θεοδώραν».
9.«Εγκώμιον εις τους αγίους μεγάλους τρεις ιεράρχας και οικουμενικούς διδασκάλους».
10.« Λόγοι (τρεις) εις τον άγιον Δημήτριον»
Φιλοσοφικά:
1.«Λόγοι των βουλομένων αποδεικνύειν ότι η περί τον λόγον σοφία μάταιον και λύσεις των τοιούτων επιχειρημάτων».
2.«Κατά των λεγομένων περί του κριτηρίου της αληθείας εί εστι».
3.«Εξήγησις εις το γ’ της μεγάλης συντάξεως Πτολεμαίου».
4.«Αθηναίοις περί του εν αυτοίς ελέου βωμού».
Κοινωνικοπολιτικά:
1.«Λόγος περί των παρανόμως τοις άρχουσιν επί τοίς ιεροίς τολμωμένων».
2.«Τη ευσεβεστάτη αυγούστη περί τόκου».
3.«Λόγος κατά τοκιζόντων».
Επιγράμματα:
1.«Εις τας θείας του Σωτήρος εντολάς».
2.«Εις το “μείνον μεθ’ ημών”».
3.«Εις το ιμάτιον έχεις».
4.«Εις το “οίμοι οτι η παροικία μου εμακρύνθη”».
5.«Εις τον κανόνα του αγίου Δημητρίου ακροστιχίς».
6.«Εις έτερον κανόνα του αγίου Δημητρίου ακροστιχίς».
7.«Εις κανόνα του Θεσσαλονίκης αγίου Γρηγορίου του Παλαμά».
8.«Εις την ανακομιδήν των λειψάνων της αγίας Θεοδώρας».
9.«Εις τον κανόνα του αγίου Θεοδώρου του νέου ακροστιχίς».
10.«Εις τον κανόνα του αγίου Ευδοκίμου ακροστιχίς».
11. «Εις κανόνα των εν Ιεροσολύμοις μαρτυρησάντων νεωστί πολλών αγίων».
12.«Εις τον τάφον του πατριάρχου κυρού Ισιδώρου».
13.«Εις τον τάφον του θείου κυρού Νείλου Θεσσαλονίκης».
Επιστολές:
Δεκαεπτά επιστολές (προς συγγενείς, φίλους και προσωπικότητες της εποχής του).
γ) Στοιχεία της λειτουργικής θεολογίας του
Η λειτουργική θεολογία του ιερού Νικολάου Καβάσιλα εμπεριέχεται κυρίως στα δύο έργα του «Περί της εν Χριστώ ζωής» και « Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας». Τόσο στο ένα όσο και στο άλλο το κεντρικό μέρος, ο πυρήνας τους, αναφέρεται στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία ερμηνεύει με πίστη στη θεολογική παράδοση της Εκκλησίας[22] και με σαφήνεια και αναδεικνύεται αληθινός μυσταγωγός· (εμείς θα αναφερθούμε κυρίως στην Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας). Η θεολογική σκέψη του επικεντρώνεται στον Χριστό και στον άνθρωπο, στο κοσμοσωτήριο έργο του Κυρίου, που φανερώνεται στα μυστήρια της Εκκλησίας, και την εν Χριστώ ζωή του πιστού. Για τον Καβάσιλα τα μυστήρια εκφράζουν την εν Χριστώ ζωή και ο πιστός μετέχει σ΄ αυτά για να συναφθεί με τον Χριστό και να τελειωθεί. «Έστι μέν γαρ η εν Χριστώ ζωή αυτό το συναφθήναι Χριστώ»[23] αναφέρει. Ιδιαίτερα δε το μυστήριο της θείας ευχαριστίας δηλώνει το μυστήριο του Χριστού· «προ δε πάντων και εν πάσιν την δια πάσης της τελετής φαινομένην του Σωτήρος οικονομίαν· τι των εκείνης δια τίνος των εν τη ιερουργία τελουμένων σημαίνεται»[24].
Από το χωρίο αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο Καβάσιλας ως ερμηνευτής των ιερών μυστηρίων ακολουθεί την αρχαία μυσταγωγική θεολογική γραμματεία, σύμφωνα με την οποία οι «ιερές τελετές» αποτελούνται από σύμβολα και εικόνες, που υποκρύπτουν μια «θεοειδή των αρχετύπων αλήθειαν»[25] ή μεταφέρουν στο παρόν ιστορικές πραγματικότητες από το έργο της θείας οικονομίας ή προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης[26], συχνά δε αποκαλύπτουν και εικονίζουν όχι μόνο μία αλλά και περισσότερες αλήθειες του μυστηρίου του Χριστού[27]. Επιπλέον τα σύμβολα της λατρείας και η «ιστορική διήγησις» οδηγούν στη «νοητή Θεωρία», ανάγουν από τα ορατά στα αόρατα, από το γράμμα στο πνεύμα, από τον τύπο στην αλήθεια και φέρνουν το μυστήριο του Χριστού ενεργό στην παρούσα πραγματικότητα[28].
Ακολουθώντας αύτή την παράδοση ο ιερός Πατήρ, ως τέλειος μυσταγωγός, προχωρεί στην ερμηνεία της θείας Λειτουργίας με το παρακάτω γενικό διάγραμμα, που ο ίδιος μας αναφέρει: «εξής δε άνωθεν αυτήν θεωρητέον, ως οίόν τε, κατά μέρος. Πρώτον μεν τας προτελείους ευχάς, και ιερολογίας, και ωδάς ιεράς, και αναγνώσεις, έπειτα το έργον αυτό το ιερόν, αυτήν την θυσίαν· μετά δε τούτο τον αγιασμόν, ον δι’ αυτής αγιάζονται Χριστιανών ψυχαί και ζώντων και τεθνηκότων· ετι δε τας επί τούτοις του λαού και του ιερέως προς Θεόν ωδάς και ευχάς, ει τι τούτων επισκέψεως και θεωρίας δείταί τινος»[29]. Δεν πρόκειται για ένα συνθετικό εργο, αλλά για έναν ελεύθερο αλλά σε βάθος σχολιασμό του λειτουργικού κειμένου, ακολουθώντας την παραδοσιακή αφήγηση της ιστορίας και ανάπτυξη της θεωρίας, δύο συστατικών που συντούμε στην παράδοση των μυσταγωγικών κειμένων. Η ιστορία φανερώνει ένα γεγονός του παρελθόντος ή τη διήγησή του, που όμως το ζούμε στο παρόν ως πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ο Καβάσιλας αναφερόμενος στα «περί των εν τώ άρτω τελουμένων» κατα την προσκομιδή και συγκεκριμένα στη στιγμή που ο ιερέας κεντα το δεξί μέρος του άρτου λέγοντας «εις των στρατιωτών λόγχη αυτού την πλευράν ένυξεν» επεξηγεί ότι ο ιερέας «ούτως έργω ταύτα διηγούμενος, και τους λόγους της ιστορίας αναγιγνώσκει»[30]. Η θεωρία ισοδυναμεί με την πνευματική θεώρηση των λειτουργικών τύπων και ευχών ή, όπως αναφέρει ο ιερός πατήρ, «την ενθεωρουμένην τοις μυστηρίοις σοφίαν του Θεού και φιλανθρωπίαν»[31]. Ιστορία και θεωρία λοιπόν συνυπάρχουν σε αμοιβαία σχέση· η ιστορία ανάγει τον πιστό στη θεωρία, στην κατανόηση του θείου μυστηρίου και η θεωρία αποκαλύπτει τη λυτρωτική οικονομία του Σωτήρος Χριστού στο παρόν: «Έγγιον γαρ του Θεού γινόμεθα όταν την απόκρυφον αυτού γνώσιν, καθόσον έξεστι, θεωρώμεν»[32] αναφέρει ο όσιος Νικόλαος, για να προσθέσει αλλού ότι η γνώση αυτή επιφέρει αγιασμό των ψυχών και οδηγεί τους πιστούς «από δόξης εις δόξαν» (Β’ Κορ. 3,18): «Τα δε εν τη τελετή των δώρων γινόμενα εις την του Σωτήρος οικονομίαν αναφέρεται πάντα, ίνα ημίν η αυτής θεωρία προ των οφθαλμών ούσα τας ψυχάς αγιάζη… και ούτω γέμοντες των εννοιών τούτων… αγιασμόν επεισάγοντες αγιασμώ, τω των θεωριών τον της τελετής, και “μεταμορφούμενοι από δόξης εις δόξαν„ την απασών μεγίστην από της ελάττονος»[33].
Η πραγματικότητα του μυστηρίου του Χριστού, κατά τον Καβάσιλα, σημαίνεται διττώς στα μυστήρια της Εκκλησίας, αφ’ ενός μέν «δια της θυσίας αυτής» αφ’ ετέρου δε δια «των προ της θυσίας και μετά την θυσίαν τελουμένων και λεγομένων». Η ευχαριστιακή θυσία αυτή καθ’ εαυτή διακηρύττει «τον θάνατον αυτού… και την ανάστασιν, και την ανάληψιν» και μεταβάλλει τα τίμια δώρα στο σώμα του Κυρίου, «το αναστάν, το εις τον ουρανόν ανεληλυθός», τα δε «τελούμενα και λεγόμενα», όσα λέγονται και τελούνται πριν τη θυσία, δείχνουν την πριν από το θάνατο, «παρουσίαν, ανάδειξιν και τελείαν φανέρωσιν» του Κυρίου, όσα δε λέγονται και τελούνται μετά τη θυσία, φανερώνουν την επαγγελία του Πατρός, όπως ο ίδιος ο Κύριος είπε (Λουκ. 24,29), δηλαδή «την του Πνεύματος εις τους αποστόλους κάθοδον και την των εθνών δι’ εκείνων προς Θεόν επιστροφήν τε και κοινωνίαν». Έτσι ολόκληρη η μυσταγωγία παρουσιάζεται, όπως μας βεβαιώνει ο όσιος πατήρ, «καθάπερ τι σώμα εν ιστορίας», που από την αρχή μέχρι το τέλος διατηρεί την αρμονία και ακεραιότητα του, ώστε καθέ τι που τελείται ή λέγεται «ιδίαν τινά συντέλειαν τη ολότητι παρέχει». Η εξιστόρηση δε αυτή φανερώνει τον «καιρό της του Χριστού οικονομίας»[34].
 [Συνεχίζεται]
 
20. ΜΙΚLOSICΗ – MULLER, Acta patriarchatus Constantinopolitani, II, σ. 27. Πρβλ. Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Νικόλαος Καβάσιλας, σ. 75.
21. Γιά τις εκδόσεις των έργων του Νικολάου Καβάσιλα βλ. Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Νικόλαος Καβάσιλας, σσ.75-107. Π.ΝΕΛΛΑ, Προλεγόμενα, σσ. 29-36. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, «Νικόλαος Καβάσιλας, εισαγωγή», σσ. 25-29.
22. Ο Νικόλαος Καβάσιλας θεολογεί με βάση όλη τη θεολογική παράδοση της Εκκλησίας όπως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο μέχρι τον Γρηγόριο Παλαμά. Για το θέμα αυτό βλ. Π. ΝΕΛΛΑ, «Αί θεολογικαί πηγαί Νικολάου του Καβάσιλα. Αναφοραί και εξαρτήσεις», Κληρονομία 7 (1975), σσ. 327-344.
23. Περί της εν Χριστώ ζωης, I, 1, εκδ. Sources Chretiennes (στο εξής S. C.) 355, σ. 1344-5  (PG 150, 521Α).
24. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α΄ 15, S. C. 4BIS, σ. 70.
25. «αξιοθέου θεωρίας αινίγματα φυσικοίς και ανθρωποπρεπέσιν εσόπτροις εικονιζόμενα» (Ψ/ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας Β’, 3, 1, PG 3, 397Α)· «…μετά τας εικόνας εν τάξει και ιερώς επί την θεοειδή των αρχετύπων αλήθειαν… ως ουδέ των συμβόλων η ποικίλη και ιερά σύνθεσις ανόητος αυτοίς υπάρχει μέχρι των εκτός φαινομένη μόνον» (αυτόθι, 3, 3, 1, PG 3, 428Α).
26. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Μυσταγωγία, Η’, PG 91, 688. Πρβλ. Ψ/ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας Β’, 3, 11-12, PG 3, 440C-441C. Βλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins de la divine liturgie du Vile au XVe sicle, Paris 1966, σσ. 72-82.
27. Βλ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΝΑΙΔΩΝ, Προθεωρία κεφαλαιώδης…, γ’, δ’, PG 140, 421BC: «Πολλάκις γάρ το εν των εν τη θεία λειτουργία τελουμένων επί δυσί και τρισί των τότε νοούνται και αναφέρονται… Ταύτα δε, ευσεβώς νοούμενά τε και δεχόμενα, ουδέν τω λόγω της ευσεβείας λυμαίνεται και μάλλον όταν ο προκείμενος λόγος ζητεί το οικείον και πρόσφορον τω καιρώ».
28. Ο Νικόλαος Καβάσιλας αναφέρει σχετικά: «αναστήναι δε των τύπων της αληθείας αναδειχθήσης» (Περί της εν Χριστώ ζωης, Ι, 33, S. C. 255, σ. 1069-10 (PG 150, 508D) ο δε Κύριλλος Ιεροσολύμων λέγει: «Μετάβηθί μοι… από των παλαιών επί τα νέα, από του τύπου επί την αλήθειαν» (Μυσταγωγικά Α’, 3, PG 150, 1068Β). Βλ. ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ, Κατά Κέλσου, PG 11, 907A και 707D. Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σσ. 62-64. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΗ, «Επί του ξύλου του Σταυρού», Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας, Αθήναι 1973, σσ. 88-89. Π. ΝΕΛΛΑ, Η περί δικαιώσεως διδασκαλία Νικολάου του Καβάσιλα. Συμβολή εις την Ορθόδοξον Σωτηριολογίαν, Πειραιεύς 1975, σ. 145. Πρβλ. Ι. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ, «Νικόλαος Καβάσιλας ο μυσταγωγός», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού (17-20 Ιουνίου 1982), Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 138-141. ΧΡ. ΣΑΒΒΑΤΟΥ, «Τα Μυστήρια της Εκκλησίας ως θεμέλιο της πνευματικής εν Χριστώ ζωής κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα», Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ’ (2005), σσ. 286, 288.
29. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, Α’, 15 S. C. 4BIS, σ. 70 (PG 150, 376Β).
30. Αυτόθι, Η’ 3, S. C. 4BIS, σ. 88 (PG 150, 385Α).
31. Αυτόθι, ΙΣΤ’, 8, S. C. 4BIS, σ.130 (PG 150, 405Α).
32. Σημασία εις την δράσιν του προφήτου Ιεζεκιήλ, εκδ. Β. ΨΕΥΤΟΓΚΑ, Νικολάου Καβάσιλα Λόγοι. ΕΙσαγωγή – Κείμενα -Σχόλια, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 8 5348-349.
33. Αυτόθι, Α’,11, S.C. 4BIS, σ. 64, (PG 150, 373Α). Πρβλ. R. BORNERT, Les commentaires byzantins, σσ. 218-221.
34. Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, ΙΣΤ’, 2-5, S.C. 4BIS, σ. 128 (PG 150, 404ΑC).

Η Θεολογία της Θ. Λειτουργίας κατά τον άγ. Νικόλαο Καβάσιλα


kab
Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Ιωαννίδης
Προχωρώντας στη δημοσίευση της μελέτης του αρχιμ. Νικολάου Ιωαννίδη, για τους Βυζαντινούς λειτουργιολόγους, συνεχίζουμε σήμερα στην παρουσίαση του πυρήνα της λειτουργικής θεολογίας του αγ. Νικολάου Καβάσιλα.
Ο Καβάσιλας, στηριζόμενος στην αγιογραφική και πατερική παράδοση, θεωρεί ότι δεν είναι δύσκολο να αναιρέσει αυτές τις δοξασίες. Αρχίζοντας από το χωρίο του Χρυσοστόμου αναφέρει ότι για την πραγματοποίηση της εντολής του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» είναι απαραίτητος ο γάμος, η ένωση ανδρός και γυναικός, καθώς επίσης και οι ευχές υπέρ της «παιδοποιίας», οι οποίες όμως με κανένα τρόπο «δεν ατιμάζουν τον δημιουργικόν λόγον» του Θεού. Κατά συνέπειαν ασφαλώς και ο λόγος του Κυρίου ενεργεί το μυστήριο, αλλά διά μέσου «της εντεύξεως και αιτήσεως» του ιερέως.

Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Ιωαννίδης Η ησυχαστική διάσταση της λειτουργικής θεολογίας του αγ. Νικολάου Καβάσιλα

Στη σειρά των δημοσιεύσεων της μελέτης του αρχιμ. Νικολάου Ιωαννίδη, για τη λειτουργική θεολογία κατά την εποχή του Βυζαντίου, ολοκληρώνουμε σήμερα την παρουσίαση λειτουργικής θεολογίας του αγ. Νικολάου Καβάσιλα, με την εξέταση της ησυχαστικής πλευράς της διδασκαλίας του.
agios_grigorios_thumb[2]
Κατ΄ αρχάς πρέπει να πούμε ότι όπως στη ζωή του δεν αναμείχθηκε στο ησυχαστικό ζήτημα, καίτοι φίλος των ησυχαστών, έτσι και στη θεολογία του απέφευγε να λάβει θέση υπέρ ή κατά των ησυχαστικών ή των αντιησυχαστικών απόψεων, εκτός από ένα καθαρά αντιρρητικό έργο του Λόγος κατά Γρηγορά[89]. Βεβαίως ήταν γνώστης της ησυχαστικής θεολογίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την οποία είναι σαφές ότι προϋποθέτει στα έργα του. Γι΄ αυτό οι αρχές της ησυχαστικής θεολογίας, όπως η διάκριση ουσίας και θείων ενεργειών, η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό μέσω των άκτιστων θείων ενεργειών, η θέα του άκτιστου θείου φωτός κ. ά., αναδεικνύονται στα έργα του με μια άλλη όμως μορφή.
Μιλώντας για την πνευματική ζωή, χωρίς να ακολουθεί την αντιρρητική μέθοδο των ησυχαστών, παρουσιάζει την ουσία της, που συμπίπτει ακριβώς μ’ εκείνην που παρουσίαζε και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς· με τη διαφορά ότι ο Καβάσιλας μιλά με προοπτική τον άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο. Η πνευματική ζωή του πιστού είναι η εν Χριστώ ζωή, δηλαδή ζωή με τον Χριστό, ο οποίος κατοικεί μέσα μας, και με τη χάρη του και τη δική μας συνέργεια μεταμορφώνει ολόκληρη την ύπαρξή μας, την ψυχή και το σώμα, εφόσον, όπως διεκήρυττε και ο Παλαμάς, ολόκληρος ο άνθρωπος, και η ψυχή και το σώμα, είναι προορισμένος να συμμετάσχει στα αγαθά του μέλλοντος[90].
Η ζωή αυτή έχει ασφαλώς προοπτική τον μέλλοντα αιώνα, προς τον οποίο πορεύεται δυναμικά, όπως ακριβώς και στους ησυχαστές· αλλά επειδή ο Καβάσιλας απευθύνεται κυρίως, όπως αναφέραμε, σ’ αυτούς που ζούν στον κόσμο, τονίζει με έμφαση την ενδοκοσμική ζωή. Έτσι αναφέρει ότι «η εν Χριστώ ζωή φύεται εν τώδε τω βίω και τας αρχάς εντεύθεν λαμβάνει, τελειούται δε επί του μέλλοντος, επειδάν εις εκείνην αφικώμεθα την ημέραν»[91] και «η εν τω Χριστώ ζωή ουκ επί του μέλλοντος μόνον, αλλ’ ήδη και επί του παρόντος παρέστιν τοις αγίοις και ζώσι κατ΄ εκείνην και ενεργούσι»[92].
Επίσης η «ιερά ησυχία», ως τρόπος εν Χριστώ ζωής και προσευχής των ησυχαστών, οδηγούσε στην κοινωνία με τον Θεό δια της θέας του θαβωρίου φωτός· στον όσιο Νικόλαο η ησυχία λαμβάνει τη μορφή της «άνωθεν ειρήνης», η οποία αναβλύζει μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, δια των οποίων εισέρχεται ο Κύριος ως «ήλιος της δικαιοσύνης» και καταλάμπει τους πιστούς. Λέγει πολύ χαρακτηριστικα ο ιερός Πατήρ: «δια των μυστηρίων των ιερών ώσπερ δια θυρίδων εις τον σκοτεινόν τούτον κόσμον ο ήλιος εισέρχεται της δικαιοσύνης, και θάνατοι μέν την σύστοιχον τώ κόσμω τούτω ζωήν, ανίστησι δε την υπερκόσμιον, και νικά τον κόσμον το φως»[93]. Έτσι με το δικό του τρόπο και με δικά του λόγια ο Καβάσιλας διακηρύττει την παρουσία του Θεού δια του θείου φωτός, όπως ακριβώς το έπραττε και ο Παλαμάς.
Κλείνοντας το μέρος αυτό της παρούσας εισήγησης, που αφορά στη λειτουργική θεολογία του Καβάσιλα, θα θέλαμε να εξάρουμε την λαμπρότατη προσωπικότητα του ιερού ανδρός, ο οποίος κατόρθωσε να δώσει μια καινούργια ώθηση στη μυσταγωγική παράδοση του Βυζαντίου. Η σκέψη του, θεμελιωμένη στους μεγάλους ερμηνευτές και μυσταγωγούς της Εκκλησίας δεν υπήρξε στατική αλλά δημιουργική, δεν έμεινε στο γράμμα και στη φραστική διατύπωση των αρχαίων διδασκάλων, αλλά τους ερμήνευε μέσα από την εν γένει σκέψη τους· λάμβανε απ’ αυτούς ό,τι χρειαζόταν για να παρουσιάσει στην εποχή του τη θεολογία τους δημιουργικά, απαντώντας δηλαδή στα σύγχρονα προβλήματα.
Έτσι κατόρθωσε να την επιβάλει όχι ως θεολογία του παρελθόντος, η οποία πρέπει να είναι απλά σεβαστή και αποδεκτή, αλλά ως θεολογία σύγχρονη, η οποία συντίθεται σύμφωνα με τα προβλήματα της εποχής του και βοηθά τον άνθρωπο να ζήσει και να πορευθεί προς τον Θεό· και με αυτή την έννοια πρέπει να χαρακτηρισθεί πρωτότυπη. Τα δύο κεντρικά θέματα της σκέψης του ήσαν ο Χριστός και ο άνθρωπος σε μια αμοιβαία αναζήτηση, της οποίας το τέλος είναι η καταξίωση του ανθρώπου. Έδειξε ότι αυτή η καταξίωση, για την οποία μιλούσαν οι ανθρωπιστές της εποχής του, δεν μπορεί να είναι έξω από τον Χριστό, γι’ αυτό μίλησε για τον εγκεντρισμό του ανθρώπου στον Χριστό, που επιτυγχάνεται δια των ιερών μυστηρίων και κυρίως της θείας ευχαριστίας.
Εκεί ο άνθρωπος ενώνεται με τον Κύριο και αξιώνεται να γίνει σάρκα Χριστού, σάρκα Θεού. Έτσι ο Καβάσιλας, μέσα από τα έργα του, ανύψωσε τον άνθρωπο εκεί που η θεία αγάπη τον καλεί, και απέδειξε ότι ο χριστιανός άνθρωπος είναι αυτός που ζει εν Χριστώ και πορεύεται προς τον Χριστό και δεν έχει σχέση με τον άνθρωπο που πρόβαλλαν οι ανθρωπιστές του ΙΔ’ αιώνα. Η σημασία της θεολογίας του αναγνωρίστηκε τόσο από τους συγχρόνους του όσο και από τους μεταγενέστερους, ορθόδοξους και δυτικούς, και γι’ αυτό δίκαια μπορεί να του αποδοθεί ο τίτλος του οικουμενικού διδασκάλου.
[Συνεχίζεται]
89. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος κατά των του Γρηγορά ληρημάτων, εκδ. A. Garzya, «Un opuscule inedit de Nicolas Cabasilas», Byzantion, 24 (1954), σσ. 521-531.
90. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1, 3, 30, εκδ. Χρήστου, Συγγράμματα Α’, σ. 440. Βλ. ΝΙΚ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, «Το ησυχαστικό ζήτημα και η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», Θεολογία και Γραμματεία από τον Θ’ αιώνα και εξής, Αθήνα 20092, σ. 54.
91. Περί της εν Χριστώ ζωής, Ι, 1, S.C. 355, σ. 746-8 (PG 150, 493Β)
92. Αυτόθι, Ι, 15, S.C. 355, σ. 9016-18 (PG 150, 501Β). Πρβλ. Π. ΝΕΛΛΑ, «Εισαγωγικά στη μελέτη του αγίου Νικολάου Καβάσιλα», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα, σσ. 73-75.
93. Περί της εν Χριστώ ζωής, Ι, 21, S.C. 355, σ. 961-5 (PG 150, 504ΒC).

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Η αμαρτία μας, αντανακλάται και στα πεπρωμένα του σύμπαντος κόσμου


Ἅγιος Σιλουανὸς ἈθωνίτηςἩ ἁμαρτία διαπράττεται προπαντὸς στὸ μυστικὸ βάθος τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, ἀλλὰ τὸ ἀντίτιμο αὐτῆς πλήττει τὸν ὅλον ἄνθρωπον.
Ὅταν αὐτὴ συντελεσθῆ, ἀντανακλᾶται στὴ ψυχικὴ καὶ φυσικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση, στὰ πεπρωμένα τοῦ ἁμαρτήσαντος, ἐξέρχεται ἀναπόφευκτα πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀτομικῆς του ζωῆς καὶ βαρύνει διὰ τοῦ κακοῦ, τὴν ζωὴ ὁλοκλήρου της ἀνθρωπότητος, καὶ συνεπῶς ἀντανακλᾶται καὶ στὰ πεπρωμένα τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Συνεπῶς, κοσμικῆς σημασίας δὲν εἶχε μόνον τὸ ἁμάρτημα τοῦ Προπάτορος Ἀδάμ.
Κάθε ἁμάρτημα, φανερὸ ἤ ἀφανές, ἑκάστου ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς, ἐπηρεάζει τὰ πεπρωμένα ὄλου τοῦ κόσμου.
Ὁ σαρκικός, μὴν ἔχοντας ἀκόμη πείρα τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ Πνεύματος, δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀλλαγὴ τῆς καταστάσεως του μετὰ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας, διότι παραμένει πάντοτε σὲ πνευματικὸ θάνατο.
Ἀντίθετα ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, σὲ κάθε κλίση τοῦ θελήματος του πρὸς τὴν ἁμαρτία, βλέπει μέσα του τὴν ἀλλαγὴ τῆς καταστάσεως του, λόγω τῆς ὑποστολῆς τῆς χάριτος.